Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

«Ανάνευσις» προς την «Ανάνευσιν δασκάλων» της δημοσιογράφου κ. Λώρης Κέζα

«Ανάνευσις» προς την «Ανάνευσιν δασκάλων» της δημοσιογράφου κ. Λώρης Κέζα

Στις 25 Μαρτίου η ιστοσελίδα του έγκριτου «Βήματος» δημοσίευσε άρθρο γνώμης της κ. Λώρης Κέζα με τίτλο «Ανάνευσις δασκάλων». Με αφορμή πρόσφατη επικοινωνία της Υπουργού Παιδείας με τα συνδικαλιστικά όργανα των εκπαιδευτικών για την κάλυψη χαμένων διδακτικών ωρών, η αρθρογράφος, με ύφος εν πολλοίς απαξιωτικό, καταφέρεται καταρχάς κατά των συνδικαλιστών εκπαιδευτικών και στη συνέχεια βάλλει γενικευτικά κατά του συνόλου των εκπαιδευτικών. Δεν γνωρίζω αν αυτό έγινε σκόπιμα ή εν τη ρύμη του λόγου, όμως καθώς το κείμενο προσφέρει έρεισμα για λαϊκιστική εκμετάλλευση, τόσο από συνδικαλιζόμενους, οι οποίοι σε τέτοιες περιστάσεις δράττονται της ευκαιρίας να προβάλουν τον εαυτό τους υπό διωγμόν, όσο και από «αγανακτισμένους πολίτες», οι οποίοι βρίσκουν το κατάλληλο έδαφος για να απαξιώσουν ακόμη περισσότερο τον εκπαιδευτικό κόσμο, σκέφτηκα να επισημάνω ορισμένες αδυναμίες του εν λόγω άρθρου, με την ελπίδα ότι οι παρατηρήσεις θα αποτρέψουν από μελλοντικές ανάλογες ατοπηματικές γενικεύσεις.
Καταρχάς θα ήθελα να επισημάνω ότι ένα άρθρο γνώμης δεν μπορεί δεοντολογικά να στηρίζεται σε συλλογικά στερεότυπα, παρά σε ρεπορτάζ. Επίσης οφείλει να χειρίζεται τη γλώσσα με ευλαβική προσοχή, αν δεν επιθυμεί να προκληθούν λανθασμένες εντυπώσεις στο (κακόπιστο έστω) αναγνωστικό κοινό, αν δεχτούμε ως αυτονόητο ότι ένα άρθρο είναι καλοπροαίρετο. Επίσης πρέπει να τηρεί μια ειδολογικά ενιαία θεματική ακολουθία, ώστε (πάλι) να μην προκληθούν παρερμηνείες.
Μετά τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, θα ήθελα να ξεκινήσω με έναν σχολιασμό της γλώσσας του άρθρου. Το πρώτο που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη είναι ο τίτλος, ο οποίος ακόμη κι έναν φιλόλογο μπορεί να τον παραπέμψει σε λεξικό της αρχαίας ελληνικής. Κανένα πρόβλημα ως προς αυτό, ο κατηγορούμενος ως φυγόπονος και ανεύθυνος εκπαιδευτικός ανατρέχει στη βιβλιοθήκη του και διαφωτίζεται αμέσως από σχετικά λήμματα στο διαπρεπές λεξικό της αρχαίας ελληνικής των Liddell-Scott: ανανεύω = throw the head back in token of denial, make signs of refusal (τουτέστιν νεοελληνιστί γέρνω πίσω το κεφάλι παίρνοντας στάση άρνησης, κάνω σήματα άρνησης), ανάνευσις = return, revival (τουτέστιν, νεοελληνιστί επιστροφή, αναβίωσις). Η ερμηνεία του σιβυλλικού τίτλου ας γίνει από κάθε αναγνώστη ιδιωτικά, όμως στον γράφοντα προκάλεσε εντύπωση το υφολογικό οξύμωρον μεταξύ τίτλου και εναρκτήριας θεματικής περιόδου: «Το ένα τους βρωμάει, το άλλο τους ξινίζει». Ακολουθεί υφολογική παλινδρόμηση μεταξύ του λόγιου «Οι συνδικαλιστές εκπαιδευτικοί πάσχουν από το σύνδρομο της παρατεταμένης απόρριψης» αφενός και του λαϊκού «τα παιδιά θα μείνουν ξύλα απελέκητα». Έχω την εντύπωση ότι ο τίτλος (και η λόγια γλώσσα) αποσκοπεί στο να προβάλει το γλωσσικό και εν γένει ήθος της γράφουσας, ενώ η εναρκτήρια θεματική περίοδος (και οι λαϊκότροπες γλωσσικές αναφορές) να στηλιτεύσουν εκείνα των συνδικαλιστών εκπαιδευτικών και αργότερα όλων των εκπαιδευτικών εν γένει.
Στην πρώτη και τη δεύτερη παράγραφο του κειμένου επιχειρείται η θέσις του προβλήματος, ήτοι το αίτημα της Υπουργού Παιδείας προς τις συνδικαλιστικές ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών για κάλυψη των χαμένων διδακτικών ωρών και η άρνηση των συνδικαλιστών να απαντήσουν επί της ουσίας. Μέχρι τώρα δεν θα είχα κάποια ένσταση, πέραν της γλωσσικής. Πρόκειται για ένα υπαρκτό πρόβλημα και το υπουργείο καλώς ενδιαφέρεται, κατά τη γνώμη μου, για την επίλυσή του, είναι δε υπεκφυγή αντί απάντησης επί του θέματος να παραπέμψει κανείς στις ώρες που (όντως) χάνονται λόγω της αδιοριστίας αναγκαίων εκπαιδευτικών. Η δημοσιογράφος θα προσέφερε καλές υπηρεσίες, αν σχολίαζε το πράγμα (κατά προτίμηση μετά από διερεύνηση των απόψεων των δύο πλευρών). Όμως αμέσως ακολουθεί η μετατόπιση του λόγου σε άλλο πεδίο με την παράλληλη γενίκευση της οσονούπω στηλιτευθησόμενης συμπεριφοράς με αναγωγή στο σύνολο των εκπαιδευτικών. Σύμφωνα λοιπόν με τη συντάκτρια «οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα να χάσουν δυο μέρες μάθημα προκειμένου να κάνουν εκλογές για τα συνδικαλιστικά τους όργανα: δεν μπορούν να ψηφίσουν το απόγευμα. Επίσης απαιτούν όταν κάνουν κάποιο επιμορφωτικό σεμινάριο να γίνεται την ώρα της δουλειάς. Οι απαιτήσεις τους αφορούν πάντοτε το μικρό, το ατομικό. Ουδέποτε κατέθεσαν μια συγκροτημένη και ρεαλιστική πρόταση για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης.» Εδώ γίνεται λοιπόν λόγος για το σύνολο των εκπαιδευτικών, καθώς απουσιάζει το προσηγορικό «συνδικαλιστές», ενώ παράλληλα χρησιμοποιείται το οριστικό άρθρο (με τη γνωστή σε όλους γενικευτική του σημασία) και όχι το αόριστο, το οποίο θα δικαιολογούσε άλλωστε την εκφραζόμενη άποψη. Αν όμως απουσίαζε η παραπάνω γενίκευση και η συντάκτρια έκανε ρεπορτάζ, θα διαπίστωνε ότι μεταξύ των εκπαιδευτικών υπάρχει καταρχάς διαφωνία για τον χρόνο διεξαγωγής συνδικαλιστικών διαδικασιών, ότι πολυάριθμες και κατάμεστες από συμμετέχοντες επιμορφωτικές εκδηλώσεις λαμβάνουν χώρα σε απογευματινές ώρες ή Σαββατοκύριακα (κατά τις οποίες εκπαιδευτικοί μπορεί να αφήνουν τα βιολογικά τους παιδιά σε ξένα χέρια, ενίοτε επί πληρωμή, για να επιμορφωθούν, ώστε να ασκούν αποτελεσματικότερα το λειτούργημά τους), ότι εκπαιδευτικοί παρακολουθούν ακόμη και διαδικτυακή επιμόρφωση με οικονομική τους επιβάρυνση, μη υπολογιζομένου του χρόνου που απαιτείται για μελέτη και εργασίες. Δεν είναι μυστικό τα παραπάνω, ούτε παραβιάζει προσωπικά δεδομένα ένας δημοσιογράφος, αν απευθυνθεί σε φορείς επιμόρφωσης (π.χ. πανεπιστήμια) για να λάβει τις σχετικές πληροφορίες. Μια έρευνα επίσης θα έφερνε, νομίζω, διαφορετικά αποτελέσματα από τον ισχυρισμό ότι «ουδέποτε κατέθεσαν μια συγκροτημένη και ρεαλιστική πρόταση για την αναβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης». Έχουν γίνει πολλά συνέδρια, στα οποία διεξήχθη συστηματικός γόνιμος σχετικός διάλογος, πρακτικά των οποίων έχουν δημοσιευτεί. Ο γράφων, μικρομεσαίος φιλόλογος της επαρχίας, έχει π.χ. συμμετάσχει σε συνέδριο του ΚΕΔΕΠ του Πανεπιστημίου Πατρών το 2007 στο οποίο δεκάδες ομιλητές διεξήλθαν πολυάριθμα ζητήματα της εκπαίδευσης και κατέθεσαν προτάσεις (με μεγάλη δαπάνη για τέλος συμμετοχής και έξοδα διαβίωσης), σε ημερίδα της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών παλιότερα, στην οποία συμμετείχαν με προσωπικά έξοδα πολυάριθμα πρόσωπα και φορείς, για να αναφέρω ενδεικτικά παραδείγματα. Αν παραθέτω προσωπικά βιώματα, το κάνω όχι για αυτοπροβολή παρά για να μιλήσω με δεδομένα και όχι με εκτιμήσεις ή γενικεύσεις. Τέλος δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα ετήσια συνέδρια των επιστημονικών κλαδικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών. Συνοψίζοντας θα έλεγα ότι, χωρίς να βρίσκονται όλοι οι εκπαιδευτικοί σε διαρκή κινητικότητα και κινητοποίηση για τα θέματα της εκπαίδευσης, ένα μέρος τους δείχνει σοβαρό έμπρακτο ενδιαφέρον. Το γεγονός αυτό γεννά μέσα μου προβληματισμό για τους λόγους που οδήγησαν τη συντάκτρια στη γενίκευση.
Στη συνέχεια του άρθρου η δημοσιογράφος επανέρχεται στους συνδικαλιστές. Γράφει χαρακτηριστικά, «Οφείλουμε όμως να παραδεχτούμε ότι κατά την τελευταία εικοσαετία οι συνδικαλιστές παρέδωσαν καταπληκτικά μαθήματα περιφρόνησης του σχολείου. Είναι περήφανοι για το αγωνιστικό πνεύμα των μαθητών που κάνουν καταλήψεις: ουδέποτε εξέδωσαν ανακοίνωση που να καταδικάζει την απώλεια διδακτικών ωρών. Ουδέποτε εξέφρασαν αγωνία για το αν επιτελείται το έργο που έχουν αναλάβει.» Επικεντρώνοντας στην τελευταία πρόταση, το έργο της εκπαίδευσης δεν αποτελεί αποκλειστικότητα των ολιγάριθμων συνδικαλιστών παρά λειτούργημα όλων των εκπαιδευτικών. Η στάση των συνδικαλιστών απέναντι στις καταλήψεις είναι ένα σοβαρό θέμα. Όμως αν η συντάκτρια καταλογίζει εμμέσως ευθύνη για καταλήψεις και σε συνδικαλιστές, αναρρωτήθηκε μήπως ποιος συγκρατεί τους μη καταλαμβάνοντες μαθητές στα σχολεία που δεν εκδηλώνονται καταλήψεις; Σκέφτηκε τι λογής σχέσεις υπάρχουν μέσα στην εκπαιδευτική κοινότητα, τι είδους υπηρεσίες προσφέρουν ευάριθμοι εκπαιδευτικοί στην ανάπτυξη της κοινωνικής συνείδησης των μαθητών;
Η τελευταία παράγραφος εμπεριέχει μια βαριά κατηγορία εις βάρος του συνόλου των εκπαιδευτικών, η οποία καθίσταται ακόμη βαρύτερη από το ύφος: «Το διαλυμένο σχολείο φουσκώνει τις τσέπες των εκπαιδευτικών του δημοσίου.» Σε συνδυασμό με την κατακλείδα της προηγούμενης παραγράφου «Η απαξίωση της δημόσιας εκπαίδευσης οδηγεί τα παιδιά στην παραπαιδεία», ο συλλογισμός προκύπτει από μόνος του: οι εκπαιδευτικοί του δημοσίου σχολείου καταρρακώνουν το δημόσιο σχολείο για να … φουσκώσουν τις τσέπες τους! Αν παραβλέψουμε καταρχάς το ότι η παραπάνω σκέψη αντιβαίνει στους κανόνες της αγοράς, διότι, αν υποθέσουμε ότι κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα δημόσιοι εκπαιδευτικοί, τότε θα αντλούν το κύρος τους από το ποιοτικό μάθημα στην τάξη, δεν θα ισχύει ο ισχυρισμός περί διάλυσης του σχολείου από τους εκπαιδευτικούς. Αν πάλι ισχύει ο ισχυρισμός περί διαλυτικής συμπεριφοράς των εκπαιδευτικών, τότε οι διαλύοντες δεν μπορεί να έχουν ζήτηση στην αγορά, αφού δημιουργούν αρνητική εικόνα ανεπάρκειας για τον εαυτό τους. Αυτά λέει τουλάχιστον ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης, όπως τον πρωτοδιατύπωσε ο Άνταμ Σμιθ, αγνοώντας τότε τι θα καταλογίζονταν μελλοντικά σε έλληνες εκπαιδευτικούς.
Το άρθρο κλείνει με μερική αντίφαση προς τα προηγούμενα: «Δεν ξέρουμε πάντως αν οι εκπαιδευτικοί συμφωνούν με τους συνδικαλιστές τους. Αυτή είναι μια παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας: ασχολούνται με τα κοινά οι μηδενιστές και όσοι αδυνατούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της κοινωνίας. Εκείνοι που βοηθούν τα παιδιά να ανθίσουν ασχολούνται με πιο δημιουργικές δραστηριότητες και κυρίως ασχολούνται με το μάθημά τους.» Τώρα η συντάκτρια αλλάζει θέση για τους εκπαιδευτικούς και τείνει να επανορθώσει. Θα χαρακτηρίζαμε την επανόρθωση ανεπιτυχή, καθώς σε ένα άρθρο γνώμης για θέμα που κανονικά γνωρίζει η αρθρογράφος δεν επιτρέπεται να δηλώνει «Δεν ξέρουμε πάντως αν οι εκπαιδευτικοί συμφωνούν με τους συνδικαλιστές τους.». Αν δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να γράφει ένα τέτοιο άρθρο. Αν όμως θέλει να γνωρίζει, όπως πρέπει άλλωστε, τότε πρέπει να κάνει εξαντλητικό ρεπορτάζ, να βγάλει τουλάχιστον στατιστικό δείγμα και να προβεί σε εκτιμήσεις. Διαφορετικά, άθελά της έστω, δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις σε πρόθυμα σκανδαλοθηρικό κοινό, με τελικό αποτέλεσμα την κυριαρχία της αρχής της αυτοεκπληρούμενης προφητείας, η οποία διαστρέφει την πραγματικότητα και αποστρέφει την κοινωνία από την ουσία των πραγμάτων.

Αγαθοκλής Αζέλης
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης
Φιλόλογος στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου