Τετάρτη, 13 Απριλίου 2011


Το παζλ της εκπαίδευσης 4 (τελευταίο)



Από τη σκοπιά του γονιού



Στον κύριο Ιωάννη Παυλίδη, δάσκαλο, posthum (;)



Είμαι ένας Έλληνας μικροαστός, δημόσιος υπάλληλος, από τους εκατοντάδες χιλιάδες που ενδημούν σε τούτη τη χώρα όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα, κατά τον ποιητή. Η γυναίκα μου διαθέτει επίσης τη δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα. Έχουμε και δύο παιδιά σχολικής ηλικίας. Η μονιμότητα της θέσης και ο σταθερός μέχρι πρότινος μισθός μάς καθιστούσαν αξιοζήλευτους για ένα μέρος της τοπικής κοινωνίας. Εμάς πάλι, αυτή η σταθερότητα των μισθών –δεδομένου ότι δεν ανήκουμε στη μισθολογική οροφή ενώ συνάμα μια χρόνια δυσκαμψία των άνω άκρων παρεμποδίζει την ευελιξία κάτω απ’ το τραπέζι- μάς κάνει να ζηλεύουμε διάφορους ελεύθερους επαγγελματίες, οι οποίοι χωρίς να υπήρξαν καλύτεροι μαθητές στα νιάτα τους και χωρίς να σπουδάσουν περισσότερο από μας, ειδικά από τη γυναίκα μου που διαθέτει διδακτορικό και πολυγλωσσομάθεια, συμπληρώνουν πολλαπλάσιες δεκάδες από μας στη φορολογική τους δήλωση. Γενικά είμαι άνθρωπος αισιόδοξος και τείνω να απωθώ τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα, εκτός από όσα σχετίζονται με τα παιδιά μου, τα οποία θεωρώ πλάσματα αδύνατα και χρήζοντα ιδιαίτερης προστασίας. Έτσι με έβαλαν σε σκέψεις τρία χρονογραφήματα που διάβασα τις τελευταίες –κρίσιμες για τη σχολική κοινότητα- μέρες, τα οποία ασχολούνται με προσεγγίσεις του προβλήματος της ελληνικής εκπαίδευσης όπως τη βλέπουν διάφορα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας. Κι όσο συζητούσα τα θέματα με φίλους –και με τι άλλο να ασχοληθείς στο λίγο χρόνο της απογευματινής σχόλης;- τόσο άρχισε να με συνεπαίρνει η δίνη της σκέψης και να με βυθίζει σε μια έντονη ανησυχία. Πράγματα που είχαν καθιζάνει μέσα μου ως δεδομένα, άρχισαν να σκορπίζονται σαν σκόνη τριγύρω, σκόνη που έκανε εμμόνως αισθητή την παρουσία της. Κάθε κόκκος και μια εμπειρία, των παιδιών μου ή δική μου (το ίδιο είναι σε τελευταία ανάλυση!) από το πέρασμά τους από το σχολείο. Η λέξη πέρασμα είναι ασφαλώς ατυχής, δεδομένου ότι μόνο περαστικά δεν είναι τα παιδιά από το σχολείο με το χρόνο που διαθέτουν για την εκπαίδευσή τους, με το βάθος του καλού βιώματος με το οποίο τους προικοδοτεί, όταν αυτό συμβαίνει, αλλά και με την ανήκεστη ψυχική και διανοητική βλάβη που τους επιφέρει στις ακραίες άσχημες στιγμές. Έχοντας ως πρίσμα τα βιώματα της γυναίκας μου από την εκπαίδευση σε προοδευμένο κράτος της Ευρώπης –τι της ήρθε κι αυτής να επιστρέψει σ’ αυτόν τον τόπο της πολυτελούς επιφάνειας και του μηδαμινού βάθους;), δεν μπορώ να μη νιώθω σε υπαρξιακό αδιέξοδο αναφορικά με την εκπαίδευση, έστω κι αν καταφέρνω να το απωθώ, για να διατηρήσω την εσωτερική μου ισορροπία. Πώς μπορεί να νιώσει ένας άνθρωπος πανεπιστημιακής εκπαίδευσης όταν διαρκώς γίνεται λόγος για τη δωρεάν εκπαίδευση στην Ελλάδα, ενώ ο οικογενειακός μου προϋπολογισμός άλλα μου λέει; Και φτάνουν να δικαιώνονται οι ακραίοι των καναλιών όταν αναρωτιούνται δημοσίως: πόσο στοιχίζει αλήθεια η δωρεάν εκπαίδευση; Λέω να αφιερώσω ένα Σαββατοκύριακο για να κάνω λογαριασμούς: πόσο κόστισαν τα αγγλικά και τα γερμανικά του Μάριου και του Μιχάλη; Το ωδείο, το γυμναστήριο, η σχολή εκμάθησης και πιστοποίησης στους υπολογιστές; Για να μη μιλήσω για τα φροντιστήρια μέσης εκπαίδευσης και τα ιδιαίτερα, για τα οποία παλιότερα οίκτιρα τους γνωστούς μου, για να γίνω αργότερα συστηματικός και αδιάλειπτος τροφοδότης τους! Αν αφήσω καταμέρος τους οικονομικούς προβληματισμούς, αναστατώνομαι όταν σκέφτομαι πόσα και πόσα Σαββατοκύριακα δεν μπορούσαμε να κάνουμε με τα παιδιά ένα ταξίδι έξω από τα σύνορα της επαρχιακής μας μιζέριας για να επισκεφθούμε ένα μουσείο στην πρωτεύουσα ή μια σκηνική παράσταση, όχι μόνον επειδή το οικονομικό υστέρημα επενδυόταν αναγκαστικά στις εξωσχολικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες, αλλά κυρίως επειδή ο χρόνος των παιδιών ήταν κατειλημμένος. Για να μην αναφερθώ στις περιόδους που ετοιμάζονταν για τα περιπόθητα πτυχία ξένων γλωσσών, για να παραβλέψω, όσο μπορώ, τα επαναληπτικά διαγωνίσματα σε όλα τα βασικά μαθήματα στο φροντιστήριο από την πρώτη λυκείου, όταν τα παιδιά μου ήταν μόλις δεκαπεντάχρονα! Δεν λέω, στο σχολείο δεν ήταν όλοι οι καθηγητές δυσπροσέγγιστοι, δεν είναι ότι αδιαφορούσαν ακριβώς για την επίδοση των παιδιών μου, όμως γιατί μερικές φορές είχα την αίσθηση ότι μου μιλούν για άλλο παιδί όταν πήγαινα να ρωτήσω; Γιατί ένιωθα ότι αυτό που κυρίως τους ενδιέφερε ήταν η εικόνα των διαγωνισμάτων και των τεστ; Γιατί δεν άκουγα κάποια περιγραφική αξιολόγηση, κάποια σχόλια για το μαθησιακό τους τύπο; Γιατί δεν μου μετέφεραν τα παιδιά συζητήσεις στην τάξη για παιδαγωγικά θέματα ευρύτερου χωροχρονικού φάσματος, τα οποία να ξεπερνούν τους αρχικούς χρόνους ρημάτων ή τις συναρτήσεις; Δεν λέω ότι δεν υπήρχαν εξαιρέσεις, όμως με ανησυχούσε που τα παιδιά μου εντυπωσιάζονταν με συμπεριφορές που η γυναίκα μου υποβάθμιζε ως αυτονόητες σε προοδευμένες χώρες. Δεν θέλω να γίνω επικριτικός, ποιος είμαι εγώ άλλωστε, όμως γιατί έχω την αίσθηση ότι στη χώρα μας ενδημεί ένας ερασιτεχνισμός εκεί που απαιτείται βαθύς, απόλυτος, επαγγελματισμός, ενώ καθένας, είτε εργάζεται στον ιδιωτικό είτε στο δημόσιο τομέα, προστατεύεται από ένα τείχος έλλειψης κυρώσεων όταν δεν κάνει καλά τη δουλειά του; Και καλά, στον ιδιωτικό τομέα μπορείς τουλάχιστον να διακόψεις τη συνεργασία ενός ανεπαρκούς επαγγελματία. Τι μπορείς να κάνεις όμως στην περίπτωση που ένας εκπαιδευτικός δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στα καθήκοντά του, που μπορεί να κάνει το παιδί σου να μισήσει το σχολείο ή του στερεί το κίνητρο για να αγαπήσει τη μάθηση; Τι κάθομαι και λέω τώρα, μήπως δεν έχουν κι εκείνοι τα δικά τους; Μήπως δεν αντιμετωπίζονται όλοι τους σαν να είναι ίδιας στάθμης, σαν να παρέχουν ισότιμο έργο; Σκέφτομαι, τι έχει να κερδίσει ένας εκπαιδευτικός αν διαθέτει πλούσια βιβλιοθήκη ή δισκοθήκη, αν παρακολουθεί την πολιτιστική επικαιρότητα, αν διαβάζει πολύ για τα μαθήματά του, αν συζητάει για τους μαθητές του στον εξωσχολικό του χρόνο… Αφού εμείς οι ίδιοι είμαστε ισοπεδωτικοί απέναντί τους, τι περιμένουμε από ένα κράτος που δείχνει σοβιετικού τύπου αντιμετώπιση των δημοσίων λειτουργών του; Ισοσταθμίζουμε την κριτική που φοβούμαστε να ασκήσουμε δημόσια με το ευχαριστώ που απαξιώνουμε να εκφράσουμε όταν κάποιος εκπαιδευτικός συνοδεύει το παιδί μας π.χ. σε πολυήμερη εκδρομή, αφήνοντας πίσω την οικογενειακή εστία και υποχρεώσεις που μπορεί να του προκαλούν και δαπάνες, αναθέτοντας αλλού την επιμέλεια των δικών του παιδιών, αναλαμβάνοντας αμέτρητα ρίσκα σε μια κοινωνία απείθαρχη και της υπερβολής, απροστάτευτος απέναντι στο δικό μας μένος αν κάτι κακό, χωρίς δική τους αβλεψία, συμβεί! Τους στερούμε κι εμείς το δωρεάν κίνητρο, την επιβράβευση που τους στερεί η πολιτεία-εργοδότης. Ή μήπως γίνεται στα ΜΜΕ συχνά κάποια αναφορά στην εκπαίδευση που να ξεπερνά τα συλλογικά στερεότυπα! Μου φαίνεται ότι με πήρε ο κατήφορος κι εκεί που ξεκίνησα με παράπονα κοντεύω να αγιοποιήσω ένα επαγγελματικό σώμα που μερικές φορές μου έγινε βραχνάς. Ίσως ευθύνεται γι’ αυτό μια απίστευτη τυχαία συνάντηση που είχα στην τράπεζα την τελευταία φορά που πήγα στην Αθήνα, στη γειτονιά που μεγάλωσα. Πριν από μένα εξυπηρετήθηκε στο ταμείο ένας ηλικιωμένος κύριος ονόματι Παυλίδης Ιωάννης. Μετά από 35 σχεδόν χρόνια είχε το ίδιο χτένισμα στα κάτασπρα μαλλιά του και τον ίδιο ευγενή δυναμισμό στο πρόσωπό του. Μου φαίνεται ότι απόρησε με το βλέμμα ευγνωμοσύνης που του απηύθυνε ο άγνωστος άνδρας, στα λίγα δευτερόλεπτα που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, ευγνωμοσύνη για έναν δάσκαλο της έκτης δημοτικού που του άλλαξε άρδην την πορεία της ζωής του, δείχνοντας παιδαγωγικό ενδιαφέρον για έναν αδιάφορο για τη σχολική μονάδα φτωχό επαρχιώτη μαθητή… Όμως ας σταματήσουν εδώ οι αναπολήσεις, γιατί θα καθυστερήσω στη γιορτή αποφοίτησης που διοργανώνει το λύκειο του γιου μου. Τώρα ξέρω ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάω! Οι έφηβοι ίσως δεν καταλαβαίνουν, όμως ξαφνικά ένιωσα ότι θέλω να διαμεσολαβήσω εγκαίρως μερικά βλέμματα του γιου μου, από αυτά που η συγκυρία ίσως δεν επιτρέψει, έστω φευγαλέα, σε κάποια τράπεζα, στο πλήρωμα του χρόνου…



Α. Α.

Και για την …αντιγραφή: Αγαθοκλής Αζέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου