Τρίτη, 26 Απριλίου 2011


Μια διεισδυτική ανάλυση του Hans-Georg Gadamer για ένα ποίημα του Πάουλ Τσέλαν, [Εμπρός στο ύστερό σου πρόσωπο]



Εμπρός στο ύστερό σου πρόσωπο 
μονα-
χικό ανάμεσα
σε νύχτες που κι εμένανε αλλάζουν,
ήρθε κάτι να σταθεί,
που κι άλλοτε ήταν κοντά μας, αν-
έγγιχτο από σκέψεις

Πάουλ Τσέλαν


Αυτό το ποίημα μου φαινόταν για πολύ καιρό πολύ δύσκολο. Διότι παρά την σαφή του έκφραση, αφήνει πολύ μεγάλο χώρο για γέμισμα. Πρόκειται για ερωτικό ποίημα; Ή μήπως μιλάει για τον άνθρωπο και τον Θεό; Είναι νύχτες του έρωτα ή νύχτες του μοναχικού, που «με» έχουν αλλάξει;


Όπως συμβαίνει συχνά σε ολιγόστιχα ποιήματα, υπάρχει , λόγω της συντομίας και της λακωνικότητας της δομής, ιδιαίτερα μεγάλο βάρος στον τελευταίο στίχο. «έγγιχτο από σκέψεις» - είναι σχεδόν σαν μια επιγραμματική σφραγίδα. Από αυτό το σημείο πρέπεινα κατανοήσουμε το όλον σαν μια πύκνωση του όλου. Ο γεμάτος ένταση χωρισμός «αν-έγγιχτο» από σκέψεις» ορίζει και το άγγιγμα των σκέψεων. Όμως με ποια έννοια; Υπάρχουν δύο δυνατότητες κατανόησής του: σαν μια θετική και ενισχυμένη από την αλλαγή στίχου (διασκελισμό) ενισχυμένη ρήση για το ανέγγιχτο εκείνου που ήρθε «Εμπρός στο ύστερό σου πρόσωπο» - ότι δεν πρόκειται για κάτι που είναι σαφώς γνωστό και περασμένο από τη σκέψη. Ή μπορεί πάλι να είναι μια ρήση για το ότι αυτό που «που κι άλλοτε ήταν κοντά μας» τώρα είναι «αγγιγμένο από σκέψεις, δηλαδή έχει αλλάξει. Δηλαδή ότι δεν σημαίνει πως τόσο πριν όσο και μετά ήταν ανέγγιχτο. Βεβαίως ολόκληρο το μήνυμα του ποιήματος κυριαρχείται από την ένταση της διάκρισης ανάμεσα στο πριν και το μετά. Γίνεται λόγος για ένα «ύστερο» πρόσωπο, το οποίο καλεί ένα «προηγούμενο» να αναδυθεί. Γίνεται λόγος και για ένα «κι άλλοτε» και σαφέστατα για «νύχτες που αλλάζουν». Έτσι λοιπόν πρέπει να υπάρχει και στο «αν-έγγιχτο», το οποίο δεν φέρει άσκοπα τον διασκελισμό, η ένταση ανάμεσα στο κάποτε και στο τώρα.


Η ερώτηση διεισδύει ακόμη και μέσα στις ιδιότητες του ρυθμού, της στιχοπλοκής και του νοήματος. Πρόκειται για ένα ζήτημα τελικής νοηματικής συνοχής και νομίζω ότι συνηγορεί υπέρ της δικής μου ερμηνείας, ότι έχει εισέλθει μια νέα συνειδητότητα. Διότι εκείνο το «κάτι» που έρχεται να σταθεί, θα παρέμενε εντελώς στο απροσδιόριστο, εάν δεν λεγόταν τίποτε απολύτως γι’ αυτό. Εάν όμως το νόημα είναι ότι το ανέγγιχτο των σκέψεων καταστρέφεται από τη σκέψη, τότε καταλαβαίνει κανείς ότι παρουσιάστηκε «κάτι», δηλαδή μέσα σε όλη την αοριστία μια νέα συνειδητότητα, η οποία εγκλείει μοναχικότητα. Αυξανόμενη συνειδητότητα, απόσταση, μοναχικότητα: αυτά δεν είναι η απογοητευμένη διαπίστωση μιας χαμένης πρόσβασης –όπως θα ήταν μια αποξένωση- παρά λαμβάνει χώρα εδώ αμοιβαία αναγνώριση. «Και εμένα» - επομένως και εσένα- που αλλάζουν, χαρακτηρίζονται οι νύχτες. Η απόσταση, που τώρα γίνεται συνειδητή, υπήρχε καθαυτή πάντοτε, σαν αυτό που ονομάζουμε εχεμύθεια, και φτάνει μέχρι εκείνη την «απέραντη εχεμύθεια» με την οποία ο Ρίλκε περιγράφει τη σχέση του με τον Θεό.


Όμως αυτή είναι η τελική εμπειρία που αναβλύζει μιλώντας μέσα από αυτούς τους στίχους: Στο μεταξύ έχουν αλλάξει τα πράγματα. Αυτό που έμενε ανέγγιχτο από σκέψεις, δεν παραμένει έτσι πια, κι αυτό οριστικά. Ακριβώς η οριστικότητα αυτού που παρουσιάστηκε τώρα, μιλάει βγαίνοντας από την επιγραμματική κατακλείδια αράδα «έγγιχτο από σκέψεις».


Εδώ προκύπτει πιεστική η ερώτηση, ποιος είναι το Εγώ και ποιος το Εσύ. Όμως κι εδώ δεν μπορούμε να ρωτήσουμε έτσι. Το μόνο που έχει εδώ σημασία είναι ότι ανάμεσα στο εγώ που ομιλεί και στο εσύ, στο οποίο αναφέρεται, ανακαλείται η ιστορία μιας εσωτερικής σχέσης, η αρχή της οποίας βρίσκεται πολύ πίσω χρονικά. Σε αυτό συνηγορεί το επίθετο «ύστερο», το οποίο απευθύνεται στο πρόσωπο και στο μεταξύ ηχεί σαν αυτό το πρόσωπο να έχει υποχωρήσει μέσα στον εαυτό του και να έχει κλειστεί ακόμη πιο έντονα μέσα του. Διότι λέει «μοναχικό» κι αυτό δεν σημαίνει «αυτός που πορεύεται μόνος του», παρά μια συνειδητή διαρκής επιλογή να μένει κανείς μόνος. Και πάλι είναι ο χωρισμός της λέξης που δίνει σώμα σε αυτή τη μοναχικότητα. Κάνει να ηχούν και τα δύο, η μοναχικότητα και η επιθυμία της. Αυτό επιβεβαιώνεται κι από την άλλη πλευρά, με την ομολογία «μου» ότι κι εγώ έχω αλλάξει. Αυτό που εμφανίζεται «Εμπρός στο ύστερό σου πρόσωπο», όμως σαφώς δεν πρέπει να το θεωρούμε ως κάτι το ξένο που πριν δεν ήταν εδώ. Κι άλλοτε ήταν «κοντά μας». Αυτό το οποίο στο μεταξύ άλλαξε, δεν αίρει επ’ ουδενί την οικειότητα της αμοιβαίας σύνδεσης. Δεν είναι κάτι το ξένο. Δεν πρέπει να ρωτάμε τι είναι. Προφανώς ο ίδιος ο ομιλητής δεν ξέρει να το ονομάσει. Είναι «τίποτα».


Εκείνο που προσφέρει το ποίημα γι’ αυτό, βρίσκεται αποκλειστικά στο «αν-έγγιχτο από σκέψεις». Αυτό λέει ότι στο μεταξύ γίνονται σκέψεις κι ότι μέσω αυτών «ήρθε κάτι να σταθεί». Ας προσέξουμε ότι αυτό δεν σημαίνει πως κάτι μεσολάβησε. Δεν εννοείται κάποιο ιδιαίτερο συμβάν, το οποίο μετέβαλε τα πάντα, παρά μάλλον η ίδια η καταιγίδα του χρόνου, η οποία δεν αποκαλύπτει κάτι το νέο, παρά κάτι το οποίο καθ’ αυτό είναι ήδη γνωστό, καθώς «κι άλλοτε ήταν κοντά μας» υπάρχει τώρα από μόνο του. Γράφει «κοντά μας» κι όχι «ανάμεσά μας». Εκείνο το οποίο συνειδητοποιείται ίσως δεν είναι τίποτε άλλο από τη μοναξιά σε εναλλασσόμενη οικειότητα.


Έτσι φαίνεται να μην είναι καθόλου απαραίτητο να γνωρίζουμε ποιος είναι «Εγώ» και ποιος «Εσύ». Διότι εκείνο για το οποίο γίνεται λόγος, συμβαίνει και στους δύο. Εγώ κι εσύ είναι και οι δύο μεταμορφωμένοι, μεταμορφούμενοι. Είναι ο χρόνος που τους συμβαίνει. Αν τώρα αυτό το Εσύ φέρει το πρόσωπο του πλησίον ή το εντελώς διάφορο του θεϊκού - το μήνυμα είναι ότι παρά την οικειότητα μεταξύ τους γίνεται όλο και περισσότερο συνειδητή η απόσταση η οποία παραμένει μεταξύ τους. Εκείνες τις νύχτες, δηλαδή στην εγγύτητα και την εσωτερικότητα του ομού, που κατορθώνει να σβήσει όλα τα’ άλλα και να διαλύσει ο,τιδήποτε το χωρίζον, ακριβώς εκεί άλλαξε κάτι και ήρθε κάτι να σταθεί. Είναι τελικά κάτι το χωρίζον;  Ήρθε «εμπρός στο πρόσωπό σου». Οπωσδήποτε έγκειται και στο ότι δεν έχω πια καμιά τόσο άμεση πρόσβαση σε σένα, όμως συνάμα ότι δεν είμαι χωρισμένος από σένα. Ήταν μάλιστα «κι άλλοτε κοντά μας». Φαίνεται μάλλον σαν να επιβεβαιώνεται σε μια νέα γνώση η απόσταση, η οποία πάντα υπήρχε, η απόσταση από τον κρυμμένο Θεό ή η απόσταση από τον εντελώς πλησίον.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου