Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μισά γράμματα



Έκλεισε τα επτά πριν την τετάρτη Αυγούστου. Πήγαινε πρώτη δημοτικού. Μια μέρα που έλειπαν οι άλλοι, άπλωσε την πρώτη της πίτα, για να υπάρχει κάτι στην επιστροφή. Ο πατέρας την ενημέρωσε ότι θα σταματούσε το σχολείο, για να τη στείλει στα Τρίκαλα για δουλειά. Χρειάζονταν κάπου μια παρακόρη για να προσέχει ένα μωρό. Η δική της οικογένεια, πολυάνθρωπη και φτωχή, με δυσκολία έβρισκε το καθημερινό. Στο σπίτι του κάμπου, όταν δεν ασχολείτο με το μωρό, έκανε δουλειές. Έτρωγε ψωμί κάθε μέρα. Μετά από λίγους μήνες το μικρό πέθανε. Επέστρεψε στην πείνα του ορεινού χωριού. Ξανάρχισε την πρώτη δημοτικού. Σε λίγο ο πατέρας το ξανασκέφτηκε. Δεν θα την έστελνε εκείνος στο σχολείο για να μάθει να γράφει ραβασάκια. Την έδωσε δουλικό σε μια συγγενή στην Αθήνα. Από τα παιδιά που φρόντιζε έμαθε ανάγνωση και γραφή. «Αγαπημένη μου μητέρα, σου ασπάζομαι την δεξιά. Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια την καλήν σου υγεία και δεύτερον μάθε ότι κι εγώ καλά είμαι», έγραφε στην πρώτη της επιστολή. Η γραφή απελέκητη σε όλη της τη ζωή, όμως όπως παρατηρούσε ο απόφοιτος δημοτικού άντρας της, το «και» δεν το έγραφε σαν εκείνον με έψιλον. Τα μόνα κείμενα που χρειάστηκε να διαβάζει ήταν οι στάσεις των συγκοινωνιών, τα ονόματα των δρόμων και η «Φωνή του Κυρίου». Όταν το παιδί της μετανάστευσε στο εξωτερικό, κάθε φορά που της τέλειωναν οι φάκελοι που της άφηνε με γραμμένη τη διεύθυνσή του στα γερμανικά, έμπειρη από την αντιγραφή πλεκτών μοτίβων με το βελονάκι, κατάφερνε να μεταφέρει την ξενική «σύσταση» σε έναν λευκό, που πάντα έφτανε στον αποδέκτη. Στα γηρατειά γνωρίζει ακόμη να υπογράφει, όμως δείχνει πια μια προτίμηση στα μεταγλωττισμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου