Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Το τελευταίο βλέμμα




Για μια φορά ακόμη τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε βιαστικά στο δρόμο. Τίποτε πάλι! Δεν συνήθιζε να καθυστερεί από τη δουλειά. Το ωράριό του ήταν τακτικό. Το ίδιο και το δρομολόγιό του. Βάρδια έξι-δύο στο κλωστοϋφαντουργείο, επιβίβαση στον ηλεκτρικό στο Νέο Φάληρο, πεζοπορία από την Ομόνοια έως την αφετηρία των λεωφορείων στην Ακαδημίας, επιβίβαση, αποβίβαση στη πέμπτη στάση της Καισαριανής, νέα πεζοπορία στο σπίτι των Άνω Ιλισίων μέσω του άλσους, για να του θυμίζει το άρωμα των πεύκων το ορεινό του χωριό, που τόσο νοσταλγούσε. Την Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου, του Αγίου Σπυρίδωνος, το κλειδί δεν έλεγε να ακουστεί. Ο νεαρός φοιτητής πηγαινοερχόταν, μια στο παράθυρο, μια στην εξώπορτα. Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την ανησυχία για τον άτρωτο πατέρα του. Να τος όμως, τον βλέπει να κατεβαίνει από το λεωφορείο, περνάει τη διάβαση πεζών όπως πάντα κι ύστερα δεν φαίνεται πουθενά. Μετά βρίσκεται ο ίδιος κάπου αλλού, υποβασταζόμενος από ένα φιλικό του πρόσωπο, που είχε πάρει πατρικό ύφος. «Από πού ήρθαν αυτές οι παράδοξες εικόνες;», αναρωτήθηκε βγαίνοντας άλλη μια φορά στο πεζοδρόμιο. Αναλογίστηκε τον πατέρα του, όπως τον είδε το πρωί να τρώει όρθιος μια φέτα ψωμί στην κουζίνα, πίνοντας με θόρυβο γάλα απ’ το μπρίκι. Εκείνη τη μέρα γύρισε απ’ το δρόμο και φεύγοντας δεύτερη φορά, έστρεψε το κεφάλι ασυναίσθητα και κοίταξε το δωμάτιο, πριν κλείσει πίσω του την πόρτα. Το βράδυ ο γαμπρός του μάλωσε τον φλύαρο φοιτητή που μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο και δεν μπορούσε να τον βρει. Είχαν ειδοποιήσει από το Κ.Α.Τ, είπε. Τον είχανε εκεί τον πατέρα, που δεν άνοιξε ποτέ ξανά την πόρτα.

Αγαθοκλής Αζέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου