Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Αριστοτέλης Ράπτης, Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού, Αθήνα 2011.


Αριστοτέλης Ράπτης, ένας εγγράμματος Μακρυγιάννης






Η παρούσα βιβλιοπαρουσίαση αφιερώνεται στις κόρες μου Μαρία και Μιχαέλα, με την ευχή να ενηλικιωθούν θεωρώντας πάντοτε τις αφηγήσεις για την παιδική μου ηλικία και το περιεχόμενο του παρουσιαζόμενου βιβλίου ως μυθοπλαστική καλοπροαίρετη υπερβολή ενηλίκων.





Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι!



Θα ξεκινήσω την ομιλία μου εξομολογούμενος την αμηχανία μου! Κανονικά παρουσιάζει ένα βιβλίο, ειδικά μιας διακεκριμένης προσωπικότητας, μια προσωπικότητα τουλάχιστον εφάμιλλη με εκείνη του συγγραφέα, ή έστω κάποιος που λόγω κοινωνικής εγγύτητας με αυτόν μπορεί να του συγχωρεθεί μια απόσταση ρόλων. Στην περίπτωση του βιβλίου του κ. Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού» δεν ισχύει για μένα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τον συγγραφέα πριν διαβάσω το βιβλίο του, ενώ επαγγελματικά μας διακρίνει τουλάχιστον μια κρίσιμη βαθμίδα εκπαίδευσης. Θα μπορούσε να είναι δάσκαλός μου, όμως ούτε αυτή την τύχη είχα. Θεωρώ λοιπόν διπλή τύχη που ο φίλος Γιώργος Κόκκινος, συνάδελφος επαγγελματικά με τον κ. Ράπτη και συνοδοιπόρος του εκ του μακρώθεν σε βίο παράλληλο, ερχόμενος στην πόλη μας πριν τα Χριστούγεννα μου χάρισε το ανά χείρας βιβλίο, το οποίο μονοπώλησε τον χρόνο μου μερικές από τις γιορτινές μέρες. Ομολογώ ότι διάβασα το βιβλίο με ελάχιστα διαλείμματα ύπνου, τα οποία απλώς συνέβαλαν στην κεφαλαιοποίηση των διαβασμένων σελίδων. Πριν τελειώσω την ανάγνωση του συγκλονιστικού αφηγήματος ζωής, ένιωσα την ανάγκη να στείλω ένα σύντομο ηλεκτρονικό μήνυμα στον συγγραφέα του, για να του εκφράσω τα συναισθήματα κυρίως τα οποία γέννησε μέσα μου το βιβλίο. Σας διαβάζω ένα μέρος του:



Αξιότιμε κύριε Ράπτη,

[…] Ήθελα να δημιουργήσω στον εαυτό μου την υπομονή να ολοκληρώσει την ανάγνωση του βαθυστόχαστου, συναρπαστικού και ανθρώπινου βιβλίου σας, πριν σας γράψω, όμως δεν το κατόρθωσα. Έφτασα τα χαράματα στη σελίδα 370 κι αποκοιμήθηκα με αυτό στο χέρι. […].

Δεν θα ήθελα να σας κουράσω. Θα ήθελα να σας εκφράσω ως αναγνώστης την ευγνωμοσύνη μου που αναλάβατε την τόσο δύσκολη διαδρομή της ανασκαφής του προσωπικού σας παρελθόντος, το οποίο, αποφεύγοντας να ακροβατήσετε ανάμεσα σε μελοδραματισμούς, κατορθώσατε να το αναγάγετε σε αρχετυπική γραφή για τους ανθρώπους της γενιάς σας, αλλά και για ανθρώπους της δικής μου γενιάς, οι οποίοι τηρουμένων των αναλογιών βεβαίως, έκαναν παρόμοιες εμπειρίες. Το βιβλίο σας με συγκλόνισε με την αμεσότητα, τη λιτότητα, τη διεισδυτικότητα, την ευαισθησία και την ενσυναίσθηση, η οποία υπερβαίνοντας τα διάσπαρτα στερεότυπα οδηγεί στη δόμηση μιας διαφορετικής προσέγγισης της πραγματικότητας, των ανθρώπων, του βιώματος. Επίσης θα ήθελα να σας πω, πόση ανταπόκριση βρήκαν μέσα μου όσα θίγετε για την κατάσταση στην Πανεπιστημιακή κοινότητα και βεβαίως για την ταλαιπωρημένη δημόσια εκπαίδευσή μας, την οποία κι εγώ διακονώ.



Αυτοβιογραφικό το παρουσιαζόμενο βιβλίο, αυτοβιογραφική προέκυψε και η αρχή της παρουσίασης. Αθέλητα μεν, ίσως όμως όχι τυχαία. Συνεχίζοντας αυτοβιογραφικά, ο κ. Ράπτης είχε την ευγένεια να μου απαντήσει, άρχισε μια επικοινωνία μεταξύ μας, από την οποία προέκυψε η ιδιατέρως τιμητική για μένα συμμετοχή μου στην αποψινή βιβλιοπαρουσίαση.

Χαρακτήρισα προηγουμένως αυτοβιογραφικό το βιβλίο του κ. Ράπτη. Στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός το αδικεί, καθώς πάνω στον καμβά της αυτοβιογραφίας πλέκονται στοχασμοί και αναστοχασμοί του συγγραφέα, οι οποίοι μετουσιώνουν το βιβλίο του σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, καλύτερα σε μια «πρακτική φιλοσοφία» -ας μου επιτραπεί ο δάνειος όρος του αείμνηστου Παπανούτσου- διάσπαρτη από κοινωνιολογικούς, ιστορικούς και προπάντων παιδαγωγικούς προβληματισμούς, οργανωμένο από τον μαθηματικό νου του συγγραφέα του, ο οποίος δεδηλωμένα περνά την κοσμοαντίληψή του μέσα από το φίλτρο του στοχασμού του Ηρακλείτου, του μεγάλου προσωκρατικού φιλοσόφου, στον οποίο αναγνωρίζει μεγάλες οφειλές.

Στον σύντομο πρόλογό του ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή. Αποπνέει κάτι από το πνεύμα του Μονταίνι στην τοποθέτησή του, είναι δε η βαθύτερη ανάλυση της έννοιας και της ουσίας της αυτοβιογραφίας που έχω διαβάσει. Ας ακούσουμε τον ίδιο:



«Γράφοντας κανείς για τη ζωή του, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί ν’ αλλάξει το παρελθόν του, αφού το παρελθόν του έχει ήδη καθορίσει το τώρα. Τα πάντα είναι «αυτή εδώ η στιγμή», που μοιάζει με «τώρα», αλλά είναι μαζί παρελθόν και μέλλον, γιατί αυτοί οι κόσμοι δεν μπορούν να διαχωριστούν ο ένας απ’ τον άλλον. Τους συνδέει η στιγμή του αναστοχασμού. Για να εισδύσεις στο παρελθόν, χρειάζεται πολλή δουλειά, αυτοπαρατήρηση και δημιουργική αυτοσυνειδησία, που σε βοηθά να βγάλεις νόημα.

Η αυτοπαρατήρηση μέσα από μια αναδρομική προοπτική έχει δικούς της κανόνες, γι’ αυτό και δεν μπορεί πάντοτε να είναι πραγματικά κριτική, ιδιαίτερα όταν εκτίθεται δημόσια, ούτε μπορεί να μοιάζει με ξερή δικαστική ετυμηγορία. Είναι σαν να βλέπεις τα πράγματα από ψηλά αλλά ανάμεσα από μερικές λεπτές ηλιαχτίδες.

Στο στερνό στάδιο του απολογισμού της ζωής σου, αισθάνεσαι την ανάγκη να χρωματίσεις τα σημαντικά για σένα γεγονότα και καταστάσεις. Συγχρόνως όμως αισθάνεσαι πως αν όλα αυτά τα αλλοιώσεις ή τα απαρνηθείς, τότε χάνεις το νόημα που εσύ έχεις κατασκευάσει για τη ζωή σου. Νιώθεις πως η πλησιέστερη μελλοντική σου στιγμή είναι συνάρτηση όλων αυτών, είναι το ίδιο σου το προσωπικό «ήθος», με την αρχαία ελληνική σημασία του όρου.

Η περιπλάνηση στο παρελθόν μοιάζει με το πέρασμα σε ένα λαβύρινθο, που, αν βρεις την άκρη του, θα φτάσεις στο «τώρα», που εσύ δεν γνωρίζεις ποιο είναι πραγματικά. Είναι και παρελθόν και μέλλον. Αναβιώνεις τις πηγές και τις αφετηρίες των συμφορών και των χαρών σου, αλλά δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.

Έτσι αυτό που μπόρεσα μόνο να κάνω, ήταν να μαζέψω κάποια από τα διασκορπισμένα μέσα σ’ αυτόν τον λαβύρινθο κομμάτια της ύπαρξής μου και να τους δώσω μορφή σε ένα νέο, δικό μου παζλ. Δεν είναι εύκολο να τα συνταιριάξεις όλα αυτά και να τα χτίσεις σε μια ιστορία που είναι ο εαυτός σου. Αναγκαστικά θα αφομοιώσεις δημιουργικά την αλήθεια του χθες εντάσσοντάς την μέσα στο σήμερα, διαφορετικά θα την υποβαθμίσεις, κάνοντάς την ανούσια.»



Με συγχωρείτε για το εκτενές απόσπασμα, όμως αποδίδει με αμεσότητα και διαφάνεια το σκεπτικό του συγγραφέα. Έτσι όπως εξελίσσεται η αφήγηση, στα δικά μου μάτια ακροβατεί ανάμεσα σε ένα συναξάρι κι ένα ποίημα και το βήμα του αφηγηματικού υποκειμένου μια τραβάει προς τη μία μεριά και μια προς την άλλη. Ο αφηγητής αφηγούμενος την περιπέτεια της ζωής του (με την αριστοτελική έννοια, «ες εναντίον των πραττομένων μεταβολή», δηλ. αλλαγή σε ενέργειες αντίθετες προς τις μέχρι τότε) αναγνωρίζει και γνωρίζει τελικά τον εαυτό του, οδηγώντας τον με τον ποιητικό τρόπο του δράματος στην προσωπική κάθαρση και μαζί του και τον προσεκτικό αναγνώστη. Αν όμως το αρχαίο δράμα στηρίζεται σε μύθο με προδιαγεγραμμένο τέλος, το δράμα του δικού μας συγγραφέα συνίσταται στον αγώνα ενάντια στο προδιαγεγραμμένο: ο δικός μας ήρωας, με εφόδια τον μύθο και τον ορθό λόγο μετατρέπει τον μονοσήμαντο κοινωνικό χρησμό που καταδικάζει τους κοινωνικά κολασμένους σε αποκλεισμό, σε δελφικό χρησμό, ο οποίος επιδέχεται ερμηνεία, η οποία συνίσταται σε στόχο, πρόγραμμα ζωής, ενσυναίσθηση. Ιδού μια εκδοχή του κοινωνικού χρησμού, όπως αυτός θα ήθελε τον συγγραφέα μας, τον οποίο διατυπώνω με δικά του λόγια:



«Ένας Γολγοθάς ήταν ολόκληρη η ζωή μου. Πολλές φορές ένιωθα μπροστά μου ένα αδιαπέραστο τείχος, να βρίσκομαι σε ένα κλοιό και να μη μπορώ να ανασάνω, να με πνίγει το αδιέξοδο και η απόγνωση. Συνειδητοποιούσα τη φτώχεια μου, την ανέχειά μου, το αίσθημα να μην έχεις ένα δικό σου άνθρωπο να σου δώσει μια δραχμή να ζήσεις και ένιωθα αθεράπευτα απογοητευμένος από τον κόσμο αυτό».



Όμως ο εκκολαπτόμενος επιστήμονας και χαρισματικός δάσκαλος δεν έμεινε σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Περνώντας δια πυρός και σιδήρου, ανάμεσα στην περιφρόνηση, την απόλυτη ένδεια που τον έφτανε σε μάχες με τον θάνατο από ασιτία και συνακόλουθες ασθένειες, ανάμεσα σε εμπόδια που επιχείρησε να του θέσει η κακοβουλία του εκάστοτε περίγυρου, με εφόδιο τις καλές ανθρώπινες-οικογενειακές καταβολές της παιδικής του ηλικίας και την απροσποίητη καλοσύνη κάποιων ανθρώπων που συνάντησε στο δρόμο του, κατόρθωσε να κερδίσει τη μάχη, όχι της επιβίωσης απλώς, αλλά εκείνη που οδηγεί ξεχωριστούς ανθρώπους να ξεχωρίσουν, να διακριθούν, να γίνουν αυτό που μπορούν, να προσφέρουν έργο αγαθό και στο τέλος να αποτελέσουν παρήγορο σημείο αναφοράς, πόλο σταθερό προσανατολισμού για νεότερους ανθρώπους, που βιώνουν τηρουμένων των αναλογιών, το δικό τους Γολγοθά, ανθρώπους αβοήθητους που θα γίνονται όλο και περισσότεροι στη μαρτυρική εποχή που ανατέλλει.



Ας συνεχίσω με ένα ακόμη παράθεμα από τον πρόλογο του βιβλίου:



«Διαβάζοντας κανείς αυτό το αυτοβιογραφικό αφήγημα θα δει πώς ένα παιδί, που γεννήθηκε στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, που έζησε τον εφιάλτη του εμφυλίου στα πρώτα χρόνια της ζωής του και κατόπιν τις συνέπειες της περιθωριοποίησής του ως κομμουνιστικού μιάσματος, χωρίς τα στοιχειώδη δικαιώματα που έχει κάθε παιδί στην κοινωνία, χωρίς κανένα οικονομικό στήριγμα, με έναν πατέρα απόντα και σχεδόν ανύπαρκτο στη ζωή του, μπόρεσε και απόδρασε από την πορεία μιας ήδη προδιαγεγραμμένης μοίρας, νικώντας όλα τα αρνητικά συναισθήματα που δημιουργεί η στέρηση, η ανέχεια και ο αποκλεισμός. Και όλα αυτά, χωρίς να ανταλλάξει την ελευθερία του με καμιά ανόσια δέσμευση και βεβαιότητα, χωρίς μασκαράτες και υποκρισίες, χωρίς ποτέ να αρνηθεί τη ζωή και να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να δημιουργεί. Έχοντας ως μόνο όπλο τις αξίες της πολιτιστικής του κληρονομιάς και τις προσδοκίες της μάνας του, έδειξε ότι το πεπρωμένου του ανθρώπου είναι ο καθρέφτης του εσωτερικού του κόσμου, κάτι που ο σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος το είπε με τρεις μόνο λέξεις: «Ήθος ανθρώπω δαίμων», δηλαδή το ήθος σου (ο χαρακτήρας σου) είναι ο προσωπικός σου Θεός, αυτό, δηλαδή που ο κόσμος λέει ο «Άγιός» σου, η μοίρα σου.

Στην αρχαία Ελλάδα πολλοί άνθρωποι έκαναν μεγάλα ταξίδια προκειμένου να επισκεφτούν το μαντείο των Δελφών για να μάθουν για το μέλλον τους. Στην κυρία είσοδο υπήρχαν αναρτημένες δύο επιγραφές «Γνώθι σ’ αυτόν» και «Μηδέν άγαν», οι οποίες υπενθύμιζαν στον επισκέπτη ότι, πρώτον, αν θέλεις να μάθεις για το μέλλον σου, γνώρισε πρώτα τον εαυτό σου, γιατί η γνώση αυτή θα σε διαφωτίσει για τα παρόντα και για τα μελλούμενα και, δεύτερον, να αποφεύγεις την υπερβολή και να υιοθετείς στη ζωή σου το μέτρο, που συνδέεται με την αρμονία ανάμεσα στις αντιθέσεις, με άλλα λόγια το «Παν μέτρον άριστον». Με τον τρόπο αυτό οι Πυθίες, που ήταν οι διαμεσολαβήτριες ανάμεσα στο θεό του Φωτός και τους ανθρώπους, παρέπεμπαν για τη γνώση του μέλλοντος πρωτίστως στη γνώση του ίδιου τους του εαυτού, στην ωριμότητα των ιδεών και των πράξεών τους και άφηναν ανοιχτά τα λόγια του χρησμού στις ερμηνείες των ενδιαφερομένων.»



Κλείνοντας τον πρόλογό του, ο συγγραφέας επισημαίνει σε μια ουσιαστικά υποθήκη του:

«Το μέτρο όμως και η αυτογνωσία είναι γνώση εξίσου άπιαστη με τη γνώση του κόσμου, με τον οποίο έχουμε ως ένα βαθμό αλληλεξάρτηση, γι’ αυτό και είμαστε καταδικασμένοι να αρκούμαστε στις μικρές αχτίνες φωτός που μπαίνουν –ή αφήνουμε να περάσουν- μέσα από τις γρίλιες της προσωπικής, αλλά και της συντροφικής μας ύπαρξης.»



Και τι δεν περνάει όμως από τις γρίλιες της ύπαρξης του συγγραφέα μας! Το βιβλίο του διαρθρώνεται σε δεκαπέντε κεφάλαια, που γίνονται δεκαεπτά, αν υπολογίσουμε τον πρόλογο και τον επίλογο. Παρόλο που έχω ήδη μιλήσει αρκετά, θεωρώ απαραίτητο να κάνω μια σύντομη αναφορά στα περιεχόμενα. Όπως οι παλιοί χρονικογράφοι άρχιζαν την αφήγησή τους από καταβολής κόσμου, έτσι κι ο κ. Ράπτης αρχίζει από καταβολής της οικογένειάς του, όσο το επιτρέπουν οι πληροφορίες που συλλέγει σε όλη τη ζωή του, καθώς αυτές οι καταβολές συναιρούνται, όπως πιστεύει, στον ίδιο και συνδιαμορφώνουν, ως παρελθόν, το μέλλον του. Το δεύτερο κεφάλαιο το αφιερώνει στην τοπική και οικογενειακή του ιστορία κατά την τραγική εποχή του εμφυλίου πολέμου. Η συμμετοχή του πατέρα του στο δεύτερο αντάρτικο θα σπιλώσει το αμέτοχο παιδί με την κατηγορία του μιάσματος και θα του δημιουργήσει αμέτρητα εμπόδια στην πορεία της ζωής του για μια εικοσαετία περίπου. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται με συναρπαστική γραφή στην οικογενειακή και σχολική ζωή του συγγραφέα κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια, στα οποία παίρνει τις συναισθηματικές και νοητικές βάσεις που θα του ανοίγουν κλειδωμένες πόρτες στη μετέπειτα ζωή του. Ιδιαίτερα παραστατική και συγκινητική η αφήγηση του βιώματος της σχέσης με τον παππού και με τη μάνα του, πρόσωπα χαρισματικά και τα δύο, με το χάρισμα της ετεροσυναίσθησης. Το τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο  αναφέρονται στα δύσκολα γυμνασιακά χρόνια, αρχικά στην Καλαμπάκα και μετά στα Τρίκαλα. Πρόκειται για σελίδες πολύ σημαντικές και για την ιστορία της ελλαδικής εκπαίδευσης, καθώς από τη μια μεριά παρουσιάζουν γλαφυρά πλευρές της σχολικής και μαθητικής καθημερινότητας, από την άλλη όμως δείχνουν τον καταλυτικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν εκπαιδευτικοί με αγάπη για του λειτούργημά τους και για τους μαθητές, οι οποίοι λύνουν με προσωπικό ρίσκο γόρδιους δεσμούς και ανοίγουν το δρόμο σε αποκλεισμένους ή ανοίγουν νέους δρόμους για το σχολείο. Το έκτο κεφάλαιο αναφέρεται στον «Γολγοθά των σπουδών», στον αγώνα του συγγραφέα να περάσει στο πανεπιστήμιο και να σπουδάσει, σε μια εποχή που η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν παρέχονταν δωρεάν και η πρόσβαση αλλά και η παρακολούθηση ήταν πολύ δύσκολη για παιδιά φτωχών οικογενειών. Όμως η απόφαση του συγγραφέα μας ήταν ειλημμένη κι απέμενε να βρεθεί ο τρόπος, λαβυρινθώδης είναι η αλήθεια, για να υλοποιηθεί. Με μυθιστορηματικές, θα έλεγε κανείς, δυσμενείς συνθήκες, κατόρθωσε να περατώσει τις σπουδές του και να ανοίξει προοπτική στη ζωή του.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα ο κ. Ράπτης είχε την τύχη να γνωρίσει σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού ευρύτερα, μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις, στις οποίες αναφέρεται διεισδυτικά στο έβδομο κεφάλαιο, ενώ το επόμενο το αφιερώνει σε μνημεία της ιδιαίτερης πατρίδας του, με έμφαση στο μοναστήρι Σταγιάδων και τις εμβληματικές μορφές των μοναχών πατέρων Δωρόθεου και Γεννάδιου, οι οποίοι έσπειραν σπόρο ήθους και στοχασμού μέσα του. Το ένατο κεφάλαιο αναφέρεται στα δίσεκτα χρόνια της χούντας, ενώ το επόμενο στα χρόνια των μεταπτυχιακών σπουδών του στη Βρετανία, όπου έκανε και τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα στην επιστήμη. Ο κ. Ράπτης έκανε μια πρωτοποριακή διδακτορική διατριβή στα μαθηματικά, η δε βρετανική πανεπιστημιακή κοινότητα εξήρε το επίτευγμά του και τον ενέταξε στους κόλπους της, χωρίς να κάνει διακρίσεις λόγω καταγωγής. Ειδικά για όποιον δεν έχει βιώσει το βίωμα μεταπτυχιακών σπουδών και εργασίας σε πανεπιστήμιο της προοδευμένης Ευρώπης είναι αποκαλυπτικά όσα παρουσιάζει ο κ. Ράπτης για τις διαφορές ήθους προς τα καθ’ ημάς. Συνοψίζονται σε μια ενδιαφέρουσα φράση: «Όταν ήμουν στη Βρετανία, οι συνεργάτες μου προσπαθούσαν να με πείσουν ότι είμαι πιο έξυπνος από ό,τι εγώ νομίζω. Αντίθετα, στο Ελληνικό πανεπιστήμιο προσπαθούν να με πείσουν ότι είμαι πιο βλάκας από ό,τι εγώ νομίζω για τον εαυτό μου».

Στο ενδέκατο κεφάλαιο ο συγγραφέας παρουσιάζει τα βιώματά του από την πανεπιστημιακή του καριέρα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο αρχικά, για δεκαπέντε χρόνια, και στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στη συνέχεια, τυπικά διδάσκοντας τη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση, ουσιαστικά οργανώνοντας συνάμα την επιμόρφωση εκπαιδευτικών. Ιδιαιτέρως εύστοχες είναι οι παρατηρήσεις του για τις δυσλειτουργίες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, στηλιτεύοντας μεταξύ άλλων την προϊούσα κομματικοποίηση των πανεπιστημίων, η οποία έχει διαβρώσει τη λειτουργία τους. Το δωδέκατο κεφάλαιο, τιτλοφορούμενο «Απολογισμός της προσωπικής συνεισφοράς», το οποίο συνοψίζει την παιδαγωγική φιλοσοφία του κ. Ράπτη, είναι ανάγκη να διαβαστεί με προσοχή από όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας κι από όλους τους γονείς παιδιών σε σχολική ηλικία. Εδώ υποστηρίζει μεταξύ άλλων την ανάγκη για υπέρβαση του επιφανειακού και επιζήμιου τεχνοκρατικού μοντέλου εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, για χρήση των νέων μέσων μετά από την κατάλληλη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, θεωρώντας ότι «η συμβολή των προγραμματιστικών, αλληλεπιδραστικών, υπερμεσικών, προσομοιωτικών και μοντελοποιητικών ιδιοτήτων του υπολογιστή στη γνωστική ανάπτυξη των μαθητών έχει βέβαια φανεί πως είναι μεν πολύ σημαντική, όμως αυτή ισχύει υπό τον όρο ότι το πλαίσιο της σχολικής εργασίας έχει χαρακτηριστικά αποκεντρωμένης, διερευνητικής, διαθεματικής και συνεργατικής μαθησιακής δραστηριότητας, πράγμα που μόνον ένας καλός εκπαιδευτικός μπορεί να το σχεδιάσει και να το υποστηρίξει στην πράξη.» Χαρακτηρίζει δε τον δάσκαλο ως καταλύτη κάθε εκπαιδευτικής αλλαγής και επομένως απολύτως αναγκαία την επιμόρφωσή του.

Τα επόμενα δύο κεφάλαια εμπεριέχουν πολιτικούς στοχασμούς. Το δέκατο τρίτο, με τη μορφή συζήτησης με τον πατέρα του συγγραφέα, το δέκατο τέταρτο εστιάζοντας στην προσπάθεια εκδημοκρατισμού της μετεμφυλιακής Ελλάδας και στη μεγάλη κρίση την οποία βιώνει την τελευταία διετία η χώρα μας.

Το τελευταίο, βαθυστόχαστο, κεφάλαιο ο συγγραφέας το αφιερώνει στον μεγάλο του δάσκαλο, τον Ηράκλειτο, ο στοχασμός του οποίου φαίνεται να διαμόρφωσε βαθιά και τη σκέψη και τη μέθοδο του κ. Ράπτη. Πρόκειται συνάμα για μια πρόταση δημιουργικής αρχαιομάθειας, μακριά από την κυρίαρχη τυποποιημένη ανούσια αρχαιολατρία.

Φτάσαμε στον επίλογο του παρουσιαζόμενου βιβλίου και στον επίλογο της παρούσας βιβλιοπαρουσίασης. Ο συγγραφέας μας φαίνεται να κάνει έναν απολογισμό του απολογισμού ζωής που είναι το βιβλίο του. Την κατακλείδα αυτού του απολογισμού διάλεξα για κατακλείδα της ομιλίας μου, χωρίς δικά μου σχόλια:



«Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι τρεις μας μοίρες. Το παρόν χτίζει το μέλλον, βασισμένο στο παρελθόν. Αυτή είναι η μοίρα μας.

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου τη Λάχεσι, που καθώς μοίραζε τους κλήρους, εμένα μου έπεσαν δυο μήτρες-γυναίκες, η μάνα μου και η Αθανασία (σημ. συντ. η σύζυγος-συνοδοιπόρος του συγγραφέα). Δυο γυναικείες μορφές, που στα όνειρά μου μπλέκονται σαν να’ ταν μία.

Γεννήθηκα στην κατοχή, έζησα τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου, στα μετέπειτα χρόνια ήμουν το αποπαίδι μιας «εθνικόφρονος» κοινωνίας, ένα «μίασμα» κομμουνιστικό, όπως συνήθιζαν να λένε. Και η Λάχεσι, ο δικός μου δαίμων, έδινε εντολές στην Κλωθώ να κλώθει το νήμα της ζωής μου. Η Άτροπος θα κόψει το σχοινί «όταν έρθει η ώρα». Το μονοπάτι όμως το καθόριζα εγώ μαζί με τη Λάχεσι, έτσι όπως το περιέγραψε και ο Δημόκριτος: «Απαραίτητη προϋπόθεση κάθε επιθυμητού συμβάντος είναι η τόλμη, όμως το αποτέλεσμα το καθορίζει η τύχη». Και η Κλωθώ θα κλώθει, μέχρι που να τελειώσει η τλούπα με το μαλλί.

Όπως ο τέλειος κόσμος δημιουργήθηκε από τυχαία σκουπίδια, έτσι και η ζωή μου προέρχεται από τις κινήσεις ενός παιδιού –του Χρόνου μου- που έπαιζε … ζάρια, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει στο χρόνο ο Ηράκλειτος, ο οποίος με δυο λόγια απλά και μεταφορικά, μας λέει:

«Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιληίη»!

Δηλαδή:

« Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει κότσια. Του παιδιού η βασιλεία»!



Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι. Σκύψτε με προσοχή στο βιβλίο του κ. Αριστοτέλη Ράπτη. Διαβάστε το με υπομονή και βραδύ ρυθμό επανειλημμένα. Είμαι βέβαιος ότι θα λειτουργήσει και στο δικό σας στοχασμό σαν τροχιστήρι, είμαι πια βέβαιος ότι κάποια βιβλία, εκτός από καλύτερους στοχαστές, έχουν τη δυνατότητα να μας κάνουν και λίγο καλύτερους ανθρώπους!

Σας ευχαριστώ!



Αγαθοκλής Αζέλης