Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Viivästynyt nostalgia [Η καθυστερημένη Νοσταλγία]




Alussa tuli kirje. Lähettäjä oli tuntematon, mutta kirjekuoressa oli erään Kalamatassa päämajaansa pitävän vastarintayhteisön logo. Kirjoittaja oli jäljittämässä Michalis A.:ta. Osoite oli löytynyt puhelinluettelosta, mutta hän ei ollut varma oliko kysymyksessä henkilö, jota hän etsi, sillä se oli aivan eri paikkakunta, jossa he olivat tutustuneet yli neljäkymmentä vuotta sitten. He olivat tutustuneet, hän kirjoitti, miehityksen aikana, Kalambakan alueella. Michalis – rusoposkinen, sinisilmäinen, nauravainen nuorukainen– löysi hänet iltahämärissä vaikeasti haavoittuneena. Hän oli lammaspaimenessa lähellä Kastrakia. Michalis korjasi hänet talteen, piilotti erääseen luolaan, hoivasi häntä siihen asti kunnes keksi keinon luovuttaa hänet taistelijatovereilleen. Kuka tietää, mitä voimaa kirjoittamiseen hänen kätensä vaati niin monen vuoden jälkeen. Siihen aikaan kun kirje saapui, sattui Ateenassa olemaan Michaliksen poika, joka oli tullut ulkomailta käymään äitinsä luona. Tämä vaati poikaa kirjoittamaan vastauksen, että jos olisi pitänyt vähän kiirettä, olisi ehtinyt löytää etsimänsä, joka oli neljä vuotta sitten kadonnut onnettomuudessa. Poika täydensi heidän puhelinnumeroansa ja pyysi lisätietoja kirjeen kirjoittajasta, sillä isän katoamisen jälkeen hän kalusi joka lähteen minkä taisi täyttääkseen tyhjiön, jonka peruuttamattomasti poistunut oli jättänyt jälkeensä. Paitsi fyysistä läsnäoloa, poika oli käsittänyt kuinka paljon isä puuttui häneltä. Kuitenkin aikaisemmin hän oli tuuminut, että heillä olisi edessään paljon aikaa puhumiseen. Leski oli jälleen yksin, kun neljäkymmenluvun haavoittunut soitti. Enemmän itkettiin kuin puhuttiin, kumpikin omista syistään. Mies, lohduttomana, koska poikkileikattu jalka esti hänet toteuttamasta vuosikymmenien ajan muhinutta kaipaustaan kohdata vielä toisesta näkökulmasta sen, joka ei ollut epäröinyt pistää elämäänsä peliin jonkun tuntemattoman puolesta. Nainen lohduttomana, sillä vieraan kiitollisuus katkeroitti hänen oman menetyksensä tunnetta. Miehen ehdotuksen matkustaa Ateenaan hän torjui vedoten korkeaan ikäänsä ja liikkumattomuuteensa. Eikä taas Michaliksen poika pitänyt toivottua matkaa Kalamataan sen arvoisena. Vuosikymmenien jälkeen sillä ei ollut kannatusta, kun kerran ei enää ollut ketään ketä etsiä eikä ketään jonka kanssa olisi menetyksen jakanut. 

Μετάφραση στα Φινλανδικά: Leena Mari Peltomaa

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Η ΔΙΑΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΤΟΥΛΑ ΤΙΓΚΑ ΣΤΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ




Το Μουσικό Σχολείο Τρικάλων επισκέφθηκε η διακεκριμένη τρικαλινή πεζογράφος κ. Τούλα Τίγκα.. Στον χώρο της βιβλιοθήκης οι μαθητές του α3 τμήματος του Γυμνασίου είχαν την ευκαιρία να συνομιλήσουν με τη συγγραφέα, γενικά για τη λογοτεχνία και ειδικότερα για θέματα που σχετίζονται με τα δικά της βιβλία και την προσωπικότητά της.
Οι νεαροί μαθητές είχαν ολοκληρώσει σχετική προεργασία, η οποία άρχισε στην αρχή του σχολικού έτους. Συγκεκριμένα είχαν χωριστεί σε ομάδες, καθεμία από τις οποίες επέλεξε να διαβάσει και να επεξεργαστεί ένα βιβλίο της συγγραφέως με τον εξής τρόπο: όλα τα μέλη διάβασαν το βιβλίο κρατώντας σημειώσεις σχετικά με τους χαρακτήρες και την πλοκή, όπως διδάχτηκαν κατά τη διάρκεια του μαθήματος της Λογοτεχνίας. Στη συνέχεια, πορευόμενοι ομαδοσυνεργατικά, αντάλλαξαν σε συναντήσεις τους απόψεις για το βιβλίο, συγγράφοντας στο τέλος κείμενο με την υπόθεση του έργου. Ακολούθως κάθε ομάδα παρουσίασε το κείμενό της στην ολομέλεια της τάξης, δεχόμενη ερωτήσεις και σχόλια από τις υπόλοιπες. Η διαδικασία αυτή είχε πολλαπλούς διδακτικούς στόχους: την ενίσχυση της δεξιότητας για ομαδοσυνεργατική εργασία, τη σφυρηλάτηση στενότερων σχέσεων μεταξύ των συμμαθητών, την ανάγνωση και επεξεργασία ενός ολόκληρου μυθιστορήματος με συγκεκριμένη μέθοδο και κριτήρια, την προώθηση της κριτικής ικανότητας και της φιλαναγνωσίας.
Η συνάντηση με την κ. Τίγκα ξεκίνησε με πολύ σύντομη εισήγηση της συγγραφέως, η οποία στη συνέχεια απάντησε σε ερωτήσεις των μαθητών, διατυπωμένες με καταιγιστικό ρυθμό. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι δεν έμεινε θέμα άθικτο. Ερωτήσεις για εργοβιογραφικά στοιχεία και για τη μέθοδο εργασίας, τη δόμηση των χαρακτήρων, τις πηγές έμπνευσης, τα προσωπικά αναγνώσματα, την αξία της διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο σχολείο και της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων από τους νέους ειδικότερα και από τους ανθρώπους όλων των ηλικιών γενικότερα, όλες αυτές υφάνθηκαν με τον διάλογο σε έναν συνολικό προβληματισμό για το λογοτεχνικό φαινόμενο.
Βαθύς γνώστης της λογοτεχνίας η βραβευμένη συγγραφέας, η οποία τιμά την πόλη μας με την καταγωγή της και τις αναφορές σε αυτήν σε έργα της, με αμεσότητα, ταχύτητα και λιτότητα ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των μαθητών, οι οποίοι με το ήθος, το βάθος και το εύρος των ερωτήσεών τους και τη γενικότερη ωριμότητά τους (αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετοί κρατούσαν παράλληλα σημειώσεις) τίμησαν από την πλευρά τους το σχολείο τους, το Μουσικό Σχολείο Τρικάλων, ένα σχολείο που καλλιεργεί ισομέγεθες ενδιαφέρον για τα γράμματα και τις τέχνες.
Σε μια εποχή δίσεκτη από πολλές πλευρές, τέτοιες εμπειρίες με νέους ανθρώπους, οι οποίοι διαμορφώνουν ακόμη το γνωστικό πεδίο το ύφος και το ήθος τους, παρέχουν ελπίδα για καλύτερες μέρες.

Αγαθοκλής Αζέλης

Φιλόλογος







Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα. Πειραματική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων.







Το τελευταίο θεατρικό έργο του διακεκριμένου Ισπανού συγγραφέα, το δράμα «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» γράφτηκε μεταξύ του 1933 και του 1936, ολοκληρώθηκε δε ένα μήνα πριν ο Λόρκα δολοφονηθεί από τους φαλαγγίτες του στρατηγού Φράγκο. Πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για νοητή συνέχεια των δραμάτων του «Ματωμένος Γάμος» και «Γέρμα», των οποίων τη θεματική αναπτύσσει περαιτέρω, συγκροτώντας μια τριλογία.
Πρόκειται για μια τραγωδία που εκτυλίσσεται στην ισπανική επαρχία. Η χήρα Μπερνάρντα Άλμπα, ασκεί δεσποτική συμπεριφορά στη μητέρα της που υποφέρει από νοητική υστέρηση, στις δύο παραδουλεύτρες και τις πέντε κόρες της, οι οποίες νιώθουν έντονη την επιθυμία να παντρευτούν. Η μεγαλύτερη σε ηλικία και άσχημη τριανταεννιάχρονη Ανγκούστιας, τέκνο από διαφορετικό γάμο, αρραβωνιάζεται από την αυταρχική μητέρα της με τον πολύ νεότερό της Πέπε ελ Ρομάνο. Εκείνος όμως θα ερωτευτεί την όμορφη Αντέλα η οποία θα ανταποκριθεί. Το παράνομο ζευγάρι παρακολουθεί η Μαρτύριο, άλλη αδελφή, η οποία λόγω ζήλειας τους καταδίδει στη μητέρα της. Εκείνη πυροβολεί ανεπιτυχώς τον Πέπε, ενώ η Αντέλα, νομίζοντας τον αγαπημένο της νεκρό και νιώθοντας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να διαφύγει από τη μητρική καταπίεση, καταφεύγει στην αυτοχειρία. Η Μπερνάρντα, περήφανη όσο και σκληρή, φροντίζει για τον στολισμό της νεκρής και επιβάλλει στην οικογένεια τη σιωπή. Η Αντέλα πρέπει να θεωρηθεί ότι πέθανε αγνή, αυτή ήταν η μεγάλη έγνοια της μάνας της, εγκιβωτισμένη στη θλίψη της απώλειας.
 Η Μπερνάρντα Άλμπα είναι γυναίκα κατάλοιπο μιας παραδοσιακής τυπολατρικής κοινωνίας της ισπανικής επαρχίας. Μια γυναίκα η οποία την ημέρα της κηδείας του δεύτερου συζύγου της κηρύσσει οκταετές πένθος για το σπίτι της, η οποία δεν διστάζει να θυσιάσει την κόρη της εν ονόματι της προστασίας της τιμής της οικογένειάς της, η οποία ουσιαστικά είναι και εκείνη θύμα του ίδιου της του τρεφόμενου με μίσος, ψέμα και βία δεσποτισμού, αφού η άνευ ορίων τυραννία της οδηγεί και την ίδια στην καταστροφή, στο πρότυπο των ηρώων της κλασικής ελληνικής τραγικής παράδοσης οι οποίοι υπερβαίνουν το μέτρο και διαπράττουν ύβρη. Η ηρωίδα του Λόρκα καταδικάζεται κι εκείνη στη συντριβή και τη σιωπή. Το έργο εμπεριέχει οξεία κοινωνική κριτική, ο δε συγγραφέας φαίνεται να θεωρεί ότι τα στηλιτευόμενα ήθη βαίνουν προς το τέλος τους.
Αναφέρθηκε στην αρχή ότι «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» αποτελεί την κατακλείδα της τριλογίας του Λόρκα. Όμως η πληθωρική ποιητική γλώσσα του «Ματωμένου Γάμου», με τις πλούσιες μεταφορές και τα πολυάριθμα μοτίβα, δίνει τη θέση της σε μια σχεδόν ασκητική γλώσσα, ασκητική σαν την πίκρα του θέματος και της πλοκής. Αυτή η ασκητική γλώσσα προσδίδει μεγαλύτερη τραγικότητα στην εξέλιξη του μύθου. Σύμφωνα με τον μελετητή του Λόρκα W. Floeck, με το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα ο Λόρκα δημιούργησε ένα έργο στο οποίο «το παραδοσιακό και το μοντέρνο, η κοινωνική υπευθυνότητα και το αισθητικό πρόταγμα οδηγούνται σε μια ευτυχή ισορροπία».
Αυτό το σημαντικό θεατρικό έργο σε διασκευή και διασταύρωση με στοιχεία από τη ζωή της αγροτικής Θεσσαλίας κατά την εποχή της συγγραφής του ισπανικού έργου, ανέλαβε με έμπνευση, μετά από μακρόχρονη επίπονη προετοιμασία, να προσφέρει στο τρικαλινό φιλότεχνο κοινό η Πειραματική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων, καθηλώνοντας τους θεατές και δίνοντας το δικαίωμα να μιλήσει κανείς για πολύπλευρο αριστούργημα σκηνοθεσίας, υποκριτικής, σκηνογραφίας, μουσικής επένδυσης. Καμία πλευρά της παράστασης δεν αφέθηκε λιγότερο φροντισμένη. Οι ηθοποιοί με ενσυναίσθηση απέδωσαν ολοκληρωμένους διακεκριμένους χαρακτήρες και όχι συμβολικές αφαιρετικές περσόνες, η σκηνοθεσία κατόρθωσε να συνδέσει αρμονικά τα εμβόλιμα θεσσαλικά κομμάτια με το ισπανικό υπόβαθρο του έργου, εγχείρημα το οποίο υποστήριξε και η σκηνογραφία, οι φωτισμοί υπογράμμιζαν την τραγικότητα της πλοκής, η μουσική, σε μεγάλο βαθμό ζωντανή, αποδείχτηκε ταιριαστή με το ύφος και το ήθος της παράστασης. Δικαίως έμεινε καθηλωμένο το κοινό, κι αν μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά, οι δύο άκρως αντιθετικοί ανθρωπότυποι, η τυραννική μορφή της Μπερνάρντα μου προκαλούσε δέος και ασφυξία σε όλη τη διάρκεια του έργου, η δε κραυγή απωλείας της απελευθερωμένης πλέον από τον φόβο και πέραν του καλού και του κακού πορευόμενης Αντέλας μου διαπέρασε την ψυχή.
Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι με τη σημερινή πρεμιέρα το Δημοτικό Θέατρο Τρικάλων, το οποίο μας έχει συνηθίσει σε υψηλής ποιότητας παραστάσεις, επαναπροσδιορίζει τον αισθητικό και παιδευτικό του ρόλο στην πόλη μας.

Αγαθοκλής Αζέλης