Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013


 

Η τιμή της παιδείας ή η τιμή του δημοσιογραφούντος πνευματικού ανθρώπου;
Μια απάντηση σε άρθρο του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου
 
     Μία ιδιαιτέρως διαβρωτική λειτουργία του λαϊκισμού είναι η χρήση διαδεδομένων στερεοτύπων ως μέσου πειθούς, τα οποία ικανοποιούν το «λαϊκό αίσθημα». Πρόκειται για πρακτική που δεν ξενίζει, καθώς είναι διαδεδομένη όχι μόνο στα δικά μας έντυπα ευρείας κυκλοφορίας αλλά και σε αντίστοιχα στην Ευρώπη. Όταν όμως αυτή την πρακτική την υιοθετεί ένας εγνωσμένου κύρους και παιδείας πνευματικός άνθρωπος (ο κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος) σε άρθρο του που δημοσιεύεται σε σοβαρή εφημερίδα («Καθημερινή»), τότε το πράγμα γίνεται ανησυχητικό. Διότι εάν το τιτλοφορούμενο «Η τιμή της παιδείας» άρθρο του («Καθημερινή, 14/09/2013) δεν γράφτηκε βιαστικά και δεν δόθηκε για δημοσίευση χωρίς δεύτερη ανάγνωση, τότε ο λαϊκισμός έχει διεισδύσει και στο στρατόπεδο των συστηματικών πολεμίων του.
     Το κείμενο διέπεται από μια λιβελογραφικού τύπου προσέγγιση της συμπεριφοράς «των»  καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης όσον αφορά στη σχέση τους με το βιβλίο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί «μισούν την αξιολόγηση», μάλιστα είναι «θέμα τιμής» γι’ αυτούς να τη μισούν.
     Χαρακτήρισα το άρθρο λαϊκιστικό και θα συμπλήρωνα άδικο και συκοφαντικό στη λειτουργία του, καθώς αντί να χρησιμοποιεί επιχειρήματα και τεκμήρια, χρησιμοποιεί την επίκληση στην αυθεντία και στο συναίσθημα, ενώ γενικεύει με τρόπο που καλλιεργεί συλλογικά στερεότυπα, τα οποία εύκολα αποδομούνται, όχι μόνο από έναν εκπαιδευτικό που …μισεί την αξιολόγηση για λόγους τιμής αλλά κι από έναν επιμελή μαθητή της Γ΄ Λυκείου, μολονότι στο Λύκειο, σύμφωνα με το στερεότυπο, τα παιδιά δεν μαθαίνουν γράμματα παρά, σύμφωνα με τον αρθρογράφο μας, ιδρώνουν για να μάθουν απέξω το βιβλίο και στο τέλος να το μισήσουν. Μάλιστα το άρθρο έρχεται να προστεθεί στο πλήθος των απαξιωτικών για το δημόσιο σχολείο και τους εκπαιδευτικούς του άρθρων ή σχολίων που κατακλύζουν το διαδίκτυο, γεννώντας προβληματισμό για τη σκοπιμότητά του.
     Ας προσεγγίσουμε το άρθρο όπως κάνουμε σε ένα τυπικό μάθημα έκθεσης στο Λύκειο, ξεκινώντας από τον τίτλο «Η τιμή της παιδείας». Χαρακτηρίζεται από πολυσημία και μπορεί να αναφέρεται στην τιμή με την οικονομική (π.χ. οι εκπαιδευτικοί εξαργύρωναν κουπόνια βιβλίων, βλ. παρακάτω) αλλά και με την ηθικοκοινωνική έννοια. Η παιδεία μπορεί να χρησιμοποιείται με την έννοια της μόρφωσης (ελλιπούς καθώς διαφαίνεται στο άρθρο) των εκπαιδευτικών, οι οποίοι λέει ούτε καν ένα δεύτερο εγχειρίδιο για τα διδασκόμενα μαθήματά τους δεν μπαίνουν στο κόπο να διαβάζουν και πορεύονται με το ένα που έχουν μάθει απέξω· μπορεί επίσης να σημαίνει και την εκπαίδευση ως θεσμό. Η πολυσημία του τίτλου μπορεί να λειτουργήσει σαν «παγίδα του βλέματος», όπως λέγεται στη δημοσιολογία, για να προσελκύσει ένα ευρύ κοινό. Αν διαβάσουμε ανάμεσα στις γραμμές, όταν ολοκληρώσουμε την ανάγνωση του άρθρου, ο τίτλος ίσως παίρνει και το νόημα «η τιμή της παιδείας και οι εχθροί της αξιολόγησης, και κατά συνέπειαν ά-τιμοι.
     Το άρθρο ξεκινά με ιστορική αναδρομή. Στις μαθητικές εκθέσεις αυτό γίνεται μεταξύ άλλων για να θεμελιώσουν την ερμηνεία ενός σύγχρονου φαινομένου μέσω των ιστορικών του αιτίων και της εξέλιξής του στον χρόνο. Στην ιστορική του αναδρομή ο κ. Θεοδωρόπουλος πληροφορεί το κοινό ότι «σε παλαιότερους καιρούς, ευνοϊκότερους των σημερινών, οι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης έπαιρναν κάτι κουπόνια από το υπουργείο τα οποία μπορούσαν να ανταλλάξουν με βιβλία. Βιβλία κανονικά, ξέρετε, απ’ αυτά που περιμένουν τους αναγνώστες τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο αυτοί που πήγαιναν στο βιβλιοπωλείο και ζητούσαν να τους δώσουν το αντίτιμο του κουπονιού σε ρευστό. Τυπωμένο χαρτί τα μεν, τυπωμένα χαρτιά και τα αείμνηστα πεντοχίλιαρα με τον Γέρο του Μοριά στην πρόσοψη.» Το βάρος της πληροφορίας εδώ πέφτει στο ότι «ούτε ένας ούτε δύο» καθηγητές εξαργύρωναν τα κουπόνια τους με χρήματα. Τι σημαίνει «ούτε ένας ούτε δύο»; Σημαίνει πολλοί, για να έχει αξία αναφοράς το γεγονός. Από πού όμως αντλεί το στατιστικό του δείγμα ο αρθρογράφος; θα ρωτούσε ο μαθητής της Γ΄ Λυκείου, ο οποίος γνωρίζει ότι τα συλλογικά στερεότυπα ή τα ατομικά βιώματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήρια και να υποστηρίξουν έναν συλλογισμό. Δεν θα αναφερθώ στην ειρωνεία όπως αυτή αποτυπώνεται ενδεικτικά σε φράσεις όπως «Βιβλία κανονικά, ξέρετε, απ’ αυτά που περιμένουν τους αναγνώστες τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων» ή «τυπωμένο χαρτί τα μεν, τυπωμένα χαρτιά και τα αείμνηστα πεντοχίλιαρα με τον Γέρο του Μοριά στην πρόσοψη», ή παρακάτω «λόγω κρίσης θα προτιμούσαν (οι καθηγητές) να αγοράσουν ένα κιλό γάλα ή καμιά μπριζόλα» αντί να διαβάζουν βιβλία· διότι τότε θα έπρεπε να γράψω πραγματεία και όχι άρθρο.
     Στη συνέχεια ο αρθρογράφος, αφού κάνει επίκληση στην αυθεντία του Τσαρούχη, υποβάλλει την ιδέα ότι την περίοδο της ιστορικής του αναδρομής για τους Έλληνες (και τους καθηγητές μαζί τους, καθώς συνεκδοχικώς φαίνεται) «τα είδη πρώτης ανάγκης ήταν τα Τίμπερλαντ», οπότε οδηγείται στη σκέψη ο αναγνώστης ότι ο φιλόλογος π.χ. εξαργύρωνε τα κουπόνια για να μπορεί να περπατάει με υποδήματα πολυτελείας στην τάξη ή πηγαίνοντας στην τράπεζα για να εισπράξει τον γλίσχρο μισθό του, αντί να αγοράσει ένα βιβλίο συντακτικού.
     Ακολούθως υποστηρίζει ο αρθρογράφος ότι «και το βιβλίο είναι το πιο υποτιμημένο στοιχείο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ένα και μοναδικό για κάθε μάθημα που το προσφέρει δωρεάν και ευγενώς το υπερούσιο κράτος μας. Ο καθηγητής το έχει μάθει απ’ έξω, το ξέρει από πέρυσι και πρόπερσι, το βαριέται, αλλά τον βολεύει. Ο μαθητής το βρίσκει έτοιμο, πρέπει να ιδρώσει για να το μάθει απέξω και στο τέλος φτάνει να το μισεί.» Προφανώς θεωρεί ότι ο καθηγητής διδάσκει μόνο από το ένα σχολικό εγχειρίδιο, χωρίς σημειώσεις και ασκήσεις δικές του, στον πίνακα και σε φωτοτυπίες, χωρίς τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του διαδραστικού πίνακα. Ίσως και ως προς αυτό, το στατιστικό του δείγμα ήταν οριακής αξίας. Έτσι ίσως δεν γνωρίζει καν ότι καθηγητές από εκείνους που κατά την άποψή του μισούν την αξιολόγηση μαθαίνουν ιδίοις αναλώμασι τη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων διδασκαλίας, αφού η πολιτεία δεν έχει ακόμη προσφέρει σε όλους τη δυνατότητα, όπως ίσως δεν γνωρίζει (ευκαιρίας δοθείσης) ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί με βιβλιοθήκη μεγαλύτερη από εκείνη του σχολείου τους.
     Στην επόμενη παράγραφο υπενθυμίζεται η καθιέρωση του ενός «εγκεκριμένου βιβλίου» από τον Ιωάννη Μεταξά». Καταλαβαίνει από αυτό ο αναγνώστης ότι στόχος ήταν ο έλεγχος της παρεχόμενης γνώσης. Ακολούθως γράφει «και συνεχίζεται ώς σήμερα ακόμη. Αν μη τι άλλο η παιδεία μας δείχνει πίστη και σταθερή προσήλωση στους στόχους της.» Εδώ το νόημα γίνεται ασαφές. Ποιος είναι η παιδεία η οποία δείχνει σταθερή προσήλωση και σε ποιους στόχους; Το μοναδικό εγχειρίδιο δηλαδή καθιστά το μεταξικό σχολείο ταυτόσημο με εκείνο της μεταπολίτευσης; Συνάμα ο αρθρογράφος βρίσκει την ευκαιρία να διαβάλει και γι’ αυτό τους εκπαιδευτικούς: «Και πότε οι καθηγητές κινητοποιήθηκαν μόνο για να απαιτήσουν τη δυνατότητα χρήσης πολλών εκπαιδευτικών βιβλίων βάσει της διδακτέας ύλης, με το πολύ απλό σκεπτικό ότι η παιδεία, το πρώτο αγαθό που σου προσφέρει, είναι η δυνατότητα επιλογής;» Από αυτό το παράθεμα καταλαβαίνουμε ότι ο συντάκτης θα ήθελε να έχουν προβεί «οι εκπαιδευτικοί» σε μονοθεματική κινητοποίηση με αίτημα το πολλαπλό βιβλίο και προκύπτει ότι δεν θεωρεί ως είδος κινητοποίησης τον δημόσιο διάλογο είτε στις κλαδικές ημερίδες είτε μέσω διαδικτύου. Για να μην τον αδικούμε πάντως, έπρεπε-κατά τη γνώμη μου- να γίνει περισσότερος διάλογος επί του θέματος και να αναδειχθούν τα υπέρ και τα όποια κατά. Και πάλι όμως φαίνεται να αγνοεί ο αρθρογράφος τη συμπλήρωση του μοναδικού σχολικού εγχειριδίου με περαιτέρω υλικό εκ μέρους των εκπαιδευτικών. Ίσως πάλι δεν χωράει αυτό στο στερεότυπο του εχθρικού προς το βιβλίο και την αξιολόγηση καθηγητή.
     Στην τελευταία παράγραφο ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι «να πρέπει να διαβάσεις δέκα βιβλία για να επιλέξεις αυτό που θεωρείς εσύ καλύτερο; Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα είδος αυτοαξιολόγησης και ως γνωστόν οι καθηγητές μισούν τη λέξη αξιολόγηση. Όπως και οι συνάδελφοί τους που στελεχώνουν το υπουργείο. Είναι θέμα τιμής». Περιεχόμενο και ύφος επιχειρούν να κατεδαφίσουν το επαγγελματικό ήθος των εκπαιδευτικών, το οποίο πρώτα υποσκάφθηκε συστηματικά με τους τρόπους που ανέφερα παραπάνω. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν ο αρθρογράφος αγνοεί ότι τα στελέχη του Υπουργείου, τα οποία κατά τη γνώμη του μισούν την αξιολόγηση, έχουν θεσπίσει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, η δε στάση των υπό αξιολόγηση εκπαιδευτικών δεν μπορεί να σφυγμομετρηθεί μόνο με κριτήριο τη στάση του συνδικαλιστικού τους οργάνου.
     Κλείνοντας θα ήθελα να εκφράσω τη θλίψη που ένιωσα διαβάζοντας ένα τόσο γενικευτικό αφοριστικό και χωρίς αποδεικτικό χαρακτήρα άρθρο, το οποίο ενισχύει στερεότυπα αντί να θέσει με περίσκεψη θέματα σε δημόσια συζήτηση. Θλίψη, που αντί για επιστημονικές προτάσεις (με την έννοια της επιστημολογίας) το αναγνωστικό κοινό εισπράττει κατά κόρον αξιολογικές κρίσεις. Βεβαίως, όπως έχει εκφραστεί από επιστημολογικής πλευράς, από μια αξιολογική κρίση ελάχιστα πληροφορούμαστε για την αλήθεια ενός πράγματος, είναι όμως αποκαλυπτική για εκείνον που τη διατυπώνει. Εκφράζει τα αξιολογικά του κριτήρια και τον τρόπο σκέψης του. Προσθέτω όμως ότι μπορεί συνάμα να προκαλέσει δημόσια βλάβη, αν σε εποχή που παρατηρείται μια πολύπλευρη δημόσια επιθετική αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών, συμπεριφερθεί κανείς ως «φιλοπαίγμων εν ου παικτοίς», για να χρησιμοποιήσω μια φράση του μοναδικού εγχειριδίου της Έκφρασης-Έκθεσης της Γ΄ Λυκείου.

Αγαθοκλής Αζέλης

Φιλόλογος επαρχιακού σχολείου