Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Ελένη Αναστασοπούλου, Δυσσάκος, Γαβριηλίδης 2015.





Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι, με ιδιαίτερη χαρά συμμετέχω απόψε στην παρουσίαση του βιβλίου της κας Ελένης Αναστασοπούλου ΔΥΣΣΑΚΟΣ, μιας συγγραφέως η οποία έχει δοκιμάσει με επιτυχία τις δυνάμεις της στη μικρή πεζογραφική φόρμα με τη συλλογή διηγημάτων «Σκοτωμένο νερό» και στο παιδικό παραμύθι με «Το μυστικό της Ερασμίας και του Έραλντ» και το «Ο Μπαμπαγιούμ και οι καραμέλες». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα το οποίο έχει ήδη συζητηθεί πολύ στο σύντομο χρονικό διάστημα της κυκλοφορίας του και προβλέπω ότι θα απασχολήσει επί μακρόν τον δημόσιο λόγο και το αναγνωστικό κοινό. Ο λόγος; Πρόκειται για ένα βιβλίο ιδιαίτερο ως προς διάφορες παραμέτρους.
Είναι κοινώς αποδεκτό ότι για να έχει ενδιαφέρον ένα νέο βιβλίο (και επομένως λόγο ύπαρξης) πρέπει ή να παρουσιάζει ένα νέο θέμα ή να χρησιμοποιεί εκφραστικά μέσα τέτοια που να συμπληρώνουν αν όχι να ανατρέπουν τα καθιερωμένα. Για να θυμίσω τη σκέψη του Σεφέρη στο δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη, σε ένα γραπτό έργο έχουμε ένα τι που παλεύει να εκφραστεί το οποίο αναζητεί ένα πώς για να το ντυθεί και να έρθει στο φως. Το βιβλίο της Ελένης Αναστασοπούλου κατορθώνει κατά τη γνώμη μου να καινοτομήσει στο συνδυασμό του τι και του πώς και να έχει όχι απλώς αποχρώντα λόγο ύπαρξης αλλά και να γίνει αναγκαίο ανάγνωσμα για όποιον θέλει να κάνει μια αναδρομή ή να γνωριστεί με βασικές όψεις της εξέλιξης του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια και μάλιστα μέσα σε μόλις 180 περίπου σελίδες.
Ο τίτλος ξενίζει και συνάμα προσελκύει το ενδιαφέρον. Δυσσάκος. Πριν ξεκινήσω την ανάγνωση και λάβω την εξήγηση της λέξης, προέβην στην παρετυμολόγηση, μολονότι αντιβαίνει στην επαγγελματική μου ιδιότητα: Δυσσάκος, δισάκος, δισάκι, με το δισάκι μου στον ώμο συμπληρώνει η φαντασία, αρχίζω την περιπλάνηση. Κατά περίεργο τρόπο αυτή η ακραία παρετυμολόγηση αποδεικνύεται τελικά εύστοχη, αφού το βιβλίο παρουσιάζει δύο οδύσσειες, δύο περιπλανήσεις, διαφορετικών ανθρώπων, με διαφορετικό κίνητρο, πλην όμως ανθρώπων που συνδέονται με ισχυρά δεσμά μεταξύ τους, αφού πρόκειται για συνονόματους πατέρα και γιο, Οδυσσέας και ο ένας και ο άλλος.
Ας προχωρήσουμε στην ιδιαιτερότητα της δομής. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, το οποίο έχει έναν αφηγηματικό κορμό, ραχοκοκκαλιά του οποίου είναι η αφήγηση της προσωπικής ιστορίας της Μαρίας από έναν αφηγητή (μια αφηγήτρια για την ακρίβεια), στην οποία η Μαρία εμπιστεύεται το υλικό της, με γραπτά τεκμήρια και προσωπική αφήγηση. Διαβάζοντας το βιβλίο διαπιστώνουμε ότι η αφηγήτρια μπαινοβγαίνει σε δύο τύπους αφηγητή, ομοδιηγητικό και ετεροδιηγητικό παντογνώστη αφηγητή. Η αφήγηση διακόπτεται από σύντομους διαλόγους αντιπροσωπευτικών χαρακτήρων μιας τοπικής κοινωνίας, διαλόγους οι οποίοι εύστοχα παρομοιάζονται στο σύντομο κείμενο του οπισθοφύλλου με τον χορό στην αρχαία τραγωδία. Ακόμη η αφήγηση διακόπτεται από δύο σύνολα επιστολών, το καθένα από τα οποία έχει διαφορετικό συντάκτη και διαφορετικό παραλήπτη. Πρόκειται για έναν σύνθετο συνδυασμό, ο οποίος όμως αντί να δυσκολεύει την ανάγνωση, την κάνει πιο λειτουργική, ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική. Πρόκειται λοιπόν για ένα πολυφωνικό μυθιστόρημα νέας μορφής, αφού συνδυάζει πολλές, διαφορετικού είδους φωνές.
Αφηγήτρια κεντρική του βιβλίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι η δασκάλα ενός χωριού, στην οποία έρχεται να καταθέσει εμπιστευτικά τις μνήμες της μια γυναίκα του χωριού, η Μαρία, πριν αναχωρήσει για κάποιο μεγάλο ταξίδι, για το οποίο μόλις στο τέλος του βιβλίου θα πληροφορηθούμε πιο συγκεκριμένα, καθώς το βιβλίο έχει κυκλική δομή.
Ας διαβάσω όμως την αρχή του πρώτου κεφαλαίου, το οποίο τιτλοφορείται, καταλαβαίνετε γιατί, «Η δασκάλα»:
«Ένα οχ και δυο αμάν είν’ η ζωή μου, κυρα-δασκάλα. Μεγάλο βάρος. Θα κάνω μακρύ ταξίδι κι ούτε ξέρω πότε και πώς θα γυρίσω. Μόνο εσύ μπορείς να τα φυλάξεις. Βλέπεις πολλά, καταλαβαίνεις περισσότερα και μιλάς όταν πρέπει. ΄Ακου λοιπόν και μη με διακόψεις» είπε η Μαρία, η κοιλάρφανη κόρη της Φωτούλας.
Δεν τη διέκοψα. Ήθελα, αλλά σηκώθηκε τόσος κουρνιαχτός, πατημένος από χρόνια και γεγονότα, που μου έκοψε τη μιλιά. Αυτός ο τόπος, ο μικρός, πήρε διαστάσεις μυθικές απ’ τις ιστορίες μιας γειτονιάς που άπλωσε τα σύνορά της στα πέρατα του κόσμου και οι άνθρωποί της σκόρπισαν. Έγιναν σκιές από στάχτη. Ανίσκιωτες.
[…] Θα επιχειρήσω να τα βάλω σε σειρά –όση σειρά μπορεί να βάλει κανείς στην άμμο– και να φτιάξω μια ιστορία με κόκκους και λέξεις, οι οποίες μέσα στην αυτάρκειά τους και τα περιορισμένα όριά τους θα χωρούν τη μυθολογία της ζωής της Μαρίας, της γειτονιάς, της εποχής».
Ξετυλίγεται πια για τα καλά το κουβάρι της αφήγησης μετά τη συντομότατη εισαγωγή, στην τελευταία παράγραφο της οποίας η αφηγήτρια ορίζει τη στοχοθεσία της, μοιραζόμενη σε ένα βαθμό τη στοχοθεσία της αρχικής της ηρωίδας.
Η Μαρία λοιπόν, η Μαρία της οποίας η δύσκολη ζωή αποτελεί τον καμβά στον οποίο θα υφανθεί η ιστορία της Ελλάδας κατά τη πεντηκονταετία 1963-2013, με σύντομες αναφορές προς τα πίσω, αναφορές που φτάνουν μέχρι το 1913, έτος γέννησης του γενάρχη Οδυσσέα-Δυσσέα, του πρώτου Οδυσσέα της ιστορίας μας, για τον οποίο δεν έχουμε κάνει ακόμη λόγο. Διότι θα ακολουθήσει δεύτερος, ο γιος του Οδυσσέας, γέννημα του 1933 και ο τρίτος, εγγονός του πρώτου, γέννημα του 1963, γνωστός ως Δυσσάκος ή Δισάκος, όπως τον παρορθογράφησε ο καλός του δάσκαλος, για να τον προστατέψει από τη σκληρότητα των συμμαθητών του. Δυσσέας, Οδυσσέας και Δυσσάκος με το ομηρικό τους όνομα διαπερνούν σαν άξονας τη νεοελληνική ιστορία, περιπλανώνται εκτός στενότερης ή ευρύτερης πατρίδας, ο ένας στις θάλασσες των εξοριών, από την εποχή του Μεταξά και εξής, μέχρι να κατορθώσει όμως την επιστροφή του σε μια οικογένεια που πρακτικά μεγάλωσε χωρίς τη φυσική του παρουσία, ο δεύτερος στις θάλασσες της υφηλίου, προσφεύγοντας εκεί σε διπλή φυγή, μετανάστευση και προσφυγιά μαζί, για να αποφύγει μια νέα σύλληψη από το νέο καθεστώς των ανθρώπων της χούντας και να εξασφαλίσει τα προς το ζην για τον εαυτό του και την οικογένειά του. Διότι ο Οδυσσέας, ακολουθώντας τα πολιτικά ίχνη του πατέρα του, βίωσε κι ο ίδιος, όπως και η γυναίκα του, τον δύσβατο βίο των ανθρώπων της μεταπολεμικής αριστεράς στην Ελλάδα, όσων δηλαδή έμειναν μέσα στη χώρα, περνώντας μεγάλο μέρος της ζωής τους σε φυλακές και εξορίες, χτίζοντας την προσωπική-οικογενειακή ζωή στις στενές νησίδες ελεύθερης ζωής που μεσολαβούσε. Λίγα παιδικά χρόνια μοιράστηκε ο Οδυσσέας με τον πατέρα Δυσσέα, λίγα θα μοιραστεί και με τον γιο του Δυσσάκο, για τους ίδιους λόγους που δεν εκλείπουν μέσα στις δεκαετίες που μεσολάβησαν: η συγκυρία, το πολιτικό πλαίσιο, όπως στεγνά μπορούμε να ονομάσουμε, καθόριζε συνθλιπτικά τη ζωή των ανθρώπων, οι οποίοι κατέληγαν άθυρμα στα χέρια μιας δύναμης που τους ξεπερνούσε, άθυρμα όμως έμψυχο και ψυχωμένο, με άποψη και διάθεση σύγκρουσης με αυτή την υπερδύναμη, κι όχι άθυρμα σαν αυτό που θα γίνει η ζωή και η ψυχή του τρίτου Οδυσσέα-Δυσσάκου, ο οποίος δεν συνθλίβεται από μια ωμή απειλητική εξουσία, αλλά από μια τέτοια, που αντί να αλυσοδένει τα σώματα και να λογοκρίνει τα στόματα, αλυσοδένει τις ψυχές με τις χρυσές αλυσίδες μιας επιφανειακής ευμάρειας, εξαγοράζοντας τη σιωπή των στομάτων. Όμως θα επανέλθουμε σε αυτά αργότερα. Το θέμα μας τώρα είναι ο δεύτερος Οδυσσέας, ο οποίος από το έτος γέννησης του γιου του γράφει μια ενιαύσια επιστολή προς αυτόν, καταγράφοντας αρχικά τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του, εδράζοντάς τα στη δυναμική της συγκυρίας, όσο βρίσκεται σωματικά δίπλα στην οικογένειά του, στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του, στέλνοντας μια επιστολή ετησίως στη γυναίκα του με παραλήπτη τον γιο, την οποία, μαζί με όλες τις άλλες θα μπορεί να διαβάσει όταν αρχίσει τις σπουδές στο γυμνάσιο. Θέλει με αυτές να υποκαταστήσει την απουσία του, να δώσει μια συμπύκνωση πατρικής διδαχής, ως απόσταγμα μιας ματαιωμένης διαπαιδαγώγησης.
Σας διαβάζω την πρώτη επιστολή, για να πάρετε μια γεύση:
Δεκέμβριος του 1963
Γιέ μου,
Σήμερα, Δεκέμβρης του 1963 γράφω, σβήνω μία λέξη, «γιε μου». Απ’ όταν είδα την πατούσα σου, μια αγωνία με τυραννά. Μην και δεν προλάβω να σου αφήσω την πατημασιά μου. Ένα χνάρι να πορευτείς στη ζωή μέχρι να φτιάξεις το δικό σου μονοπάτι. Κι έπιασα το μολύβι. Έμαθα να βάζω χνάρια από χαρτί στα χρόνια της απομόνωσης, τότε που το χθες και το σήμερα, το αύριο και το ποτέ ήταν ένα κουβάρι. Καμιά συνέχεια. Έβαζα το χρόνο στην αράδα, για να είμαι σίγουρος ότι ακόμα σκέφτομαι. Τώρα προσπαθώ να βάλω στη σειρά τη χαρά, την αγωνία, την ανησυχία. Αυτά βαραίνουν το χαρτί, όπως η λέξη «γιε μου». Χαίρομαι που είσαι αγόρι. Να σ’ αφήσω στο πόδι μου. Όχι για τ’ όνομα. Για τη μάνα σου. Δεν ξέρεις πώς τα φέρνει ο καιρός. Περάσαμε πολλά. Η γιαγιά πέθανε με το ανάθεμα, «κακά χρόνια κι ένα αγγόνι δεν είδα». Έμεινε ο παππούς. Με το καλημέρα, σου φόρτωσα ευθύνες. Να προλάβω τουλάχιστο…Οι καιροί είναι ανταριασμένοι. Πιο πολύ καταιγίδα και λίγο φως. Ανεμομαζώματα, διαβολοσκορπίσματα. Σκορπίζουν στα πέρατα μετανάστες. Ξεθεμελιώνονται. Όσοι μένουν καλουπώνουν τον αέρα και θεμελιώνουν στο αίμα. Αντί για κοκόρια σφάζουν ανθρώπους. Θα τους πνίξει το αίμα. Του Λαμπράκη στην Ελλάδα, του Κένεντι στην Αμερική, της Κύπρου, φαγώνονται πάλι. Πήρε τις εκλογές η Ένωση Κέντρου και πανηγυρίζουν. Μέχρι κι ο γείτονας, του Σπίνου ο γιος, έγινε δημοκράτης. Έφερε τα συχαρίκια «καλορίζικος ο γιος. Ήρθε με τη νίκη του Γέρου, κέρδισε τον ανένδοτο». Κέρδισε έναν, άνοιξε δύο. Διμέτωπο. Ένα μέτωπο προς τα δεξιά, ένα προς τ’ αριστερά. Σαν το θεό που μας έλεγε εκείνος ο σύντροφος στην εξορία. Τον διπρόσωπο Ιανό, με τις Πύλες του πολέμου. Θα μου πεις, τι σε νοιάζουν αυτά μικρό παιδί. Είναι για να ξεχωρίζεις τα χνάρια μου ανάμεσα στ’ άλλα. Ανταριασμένοι καιροί. Ευτυχώς αστράφτει καμιά φορά και φωτίζεται ο κόσμος, όπως αυτές τις μέρες με το βραβείο. Νόμπελ το λένε και το πήρε ο Σεφέρης, ο ποιητής. Μεγάλη τιμή γι’ αυτόν και τη χώρα. Όλη τη βδομάδα ακούμε το τραγούδι «το περιγιάλι το κρυφό», κανονικά το λένε «Άρνηση». Οι στίχοι είναι του Σεφέρη, αλλά μαλώνουν για μια τελεία που αλλάζει το νόημα, λένε. Τη μουσική την έγραψε ο δικός μας, ο Μίκης.
Ο πατέρας σου
Όπως φαίνεται καθαρά, η επιστολή (οι επιστολές θα έλεγα καλύτερα, αφού αυτό το μοτίβο ακολουθούν γενικά και οι υπόλοιπες), συνδέουν την προσωπική-οικογενειακή ιστορία με την ομόκεντρη εθνική και διεθνή ιστορία, μέσα από το ατομικό πρίσμα του παρατηρητή Οδυσσέα, ο οποίος δίνει ένα στίγμα μορφωμένου με τα γράμματα της φυλακής αριστερού, τα γράμματα δηλαδή που έμαθε από τους μορφωμένους συγκρατούμενους στη μακρά θητεία της πολιτικής κράτησης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι έγκλειστοι μελετούσαν για να γίνουν καλύτεροι γνωστικά, ώστε να μπορέσουν να κατανοήσουν καλύτερα και να αλλάξουν, όπως πίστευαν, τον κόσμο.
Ο Οδυσσέας Δυσσάκος όντως διαβάζει τις επιστολές όταν έρχεται το προδιαγεγραμμένο πλήρωμα του χρόνου, αρχίζοντας τις γυμνασιακές του σπουδές. Από το δεματάκι των πυκνογραμμένων επιστολών ξεπηδά η μνήμη της κοινής οικογενειακής ζωής από την εποχή της απουσίας μνήμης του παιδιού (1963-1966) και στη συνέχεια αποκαθίσταται η μνήμη της εποχής της δικτατορίας (1967-1974), όταν πια οι δυο τους ζουν χωριστά, ο δε γιος δεν γνωρίζει τον πατέρα παρά μόνο τον μετα-λόγο γι’ αυτόν, μέσα από τις αφηγήσεις.
Τι πέτυχε με τις επιστολές αυτές ο πατέρας; Αξίζει να διαβάσω ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο:
«Τα διάβασε με μια ανάσα. Δώδεκα χρόνια κλεισμένα σε φακέλους, δώδεκα φάκελοι γεμάτοι ιστορία, γεγονότα και ονόματα, με καταστάσεις και πρόσωπα που καθόρισαν τη ζωή του ερήμην του. Δώδεκα φάκελοι με παρούσα την απουσία του πατέρα του. Είχε μπροστά του το παρελθόν του και τη «συνέχεια», όπως έγραφε ο πατέρας, πατέρα δεν είχε, θύμωσε. «Αν δεν έφευγες, όλα αυτά θα μου τα έλεγες από κοντά. Οι λέξεις είναι μουγγές και τυφλές. Δεν τις ακούω. Δεν με βλέπουν. Δεν μ’ αγγίζουν. Δεν με χαϊδεύουν. Τι να την κάνω τη συνέχεια χωρίς την αρχή, χωρίς εσένα; Γιατί με γέννησες; Για ν’ αφήσεις εμένα σ’ αυτόν τον κόσμο και συ να φύγεις; Γιατί δεν έμεινες να τον αλλάξεις; Γιατί όλα αυτά; Τι πέτυχες; Μόνο για σένα νοιάστηκες» ούρλιαζε στο κενό, έπεσε πάνω στα σκορπισμένα στο κρεβάτι γράμματα και χτυπήθηκε μαζί τους, τα δάγκωσε, τα τσαλαπάτησε, τα πέταξε με μανία, όπως ένα παιδί πετάει πέτρες στο κεφάλι της αδικίας. Πάλεψε μέχρι που λαχάνιασε. Μετά ξάπλωσε, σκεπάστηκε με αυτά ως το κεφάλι και τον πήρε ο ύπνος κλαίγοντας. Ήταν η τελευταία φορά που έκλαψε. Όταν ξύπνησε, τα δίπλωσε, τα έβαλε στους φακέλους τους και τα έκλεισε σ’ ένα κουτί. Εκεί έβαλε και τα επόμενα δέκα που έστειλε ο πατέρας του μέχρι το θάνατό του, όλα αδιάβαστα. Εκτός απ’ το τελευταίο. Αυτό ήρθε συστημένο, με σφραγίδα ΕΠΕΙΓΟΝ, έξι μήνες νωρίτερα από τη συνηθισμένη και με άγνωστο όνομα. Το άνοιξε.»
Η ανάγνωση των πρώτων επιστολών επέφερε λοιπόν την άρνηση. Οι επόμενες πατρικές επιστολές έμειναν αδιάβαστες, όμως μια τελευταία, από άγνωστο αποστολέα, τη διάβασε ο Δυσσάκος. Ο άγνωστος επιστολογράφος, ο οποίος συστήνεται ως επιστήθιος φίλος και θεράπων ιατρός του πατέρα τον ενημερώνει για τη βαριά ασθένεια του τελευταίου και για την επιθυμία του να τον επαναπατρίσει ο γιος του. Αξίζει να σημειώσω εν παρόδω ότι κι αυτό το πρόσωπο υπογράφει με ομηρικό όνομα: Έκτωρ Ομηρίδης.
Ο αρνητής Δυσσάκος αποφασίζει να κάνει το μακρινό ταξίδι στη Χιλή. Σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου εκτυλίσσεται η συγκλονιστική σκηνή της αναγνώρισης, η οποία συνοδεύεται από την εκ των πραγμάτων ανακάλυψη της διγαμίας του πατέρα, ο οποίος έπαθε το εγκεφαλικό όταν ήταν έτοιμος να αναχωρήσει για τον νόστο στην πατρίδα. Ποιον νόστο και ποια πατρίδα άραγε; Να ήταν η δυσκολία του προσδιορισμού που επέφερε τον κλονισμό του σώματος; Πάντως ο Δισάκος κάθισε κοντά του σαράντα μέρες, «του μιλούσε για το χωριό, για τους δικούς του, για τους χωριανούς, για τα όνειρά του». Σαν να καταλάγιασε η άρνησή του, μπροστά στην αποδυναμωμένη σωματικότητα του πατέρα του. Όμως έμελλε να φέρει στο χωριό μόνο τη σποδό εκείνου, για να επιβεβαιώσει την προοικονομία της αφήγησης στην πρώτη σελίδα του βιβλίου: «Έγιναν σκιές από στάχτη.» Έρχεται η ώρα της μητέρας του Δισάκου για την άρνηση, όταν φτάνει ο γιος της με τη σποδό του σκιώδους συζύγου. Ούτε τον συγχωρεί ούτε κρατάει τη σποδό, ενώ ο γενάρχης Δυσσέας, περίλυπος έως θανάτου, πεθαίνει. Ο μοναδικός πλέον εναπομείνας Οδυσσέας διαβάζει τις αδιάβαστες από επιλογή επιστολές του πατέρα του. Το οριστικό του θανάτου αλλάζει, φαίνεται, τις αποφάσεις των ανθρώπων.
Στις τελευταίες αυτές επιστολές του, ο Οδυσσέας παρουσιάζει τη συνέχεια του βίου του κατά τα γυμνασιακά χρόνια του γιου του, στο πλαίσιο των εθνικών και διεθνών εξελίξεων, τελειώνοντας με την ανεκπλήρωτη επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα και την οικογένεια.
Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος του βιβλίου, στο οποίο η Μαρία εμφανίζεται περιθωριακά και περιστασιακά, ενώ από τη μέση του βιβλίου, η οποία ανάγεται στο ημερολογιακό έτος 1983, τοποθετείται στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η καταδυναστευμένη από τον πατριό της κοπέλα, απογοητευμένη από την οριστική αναχώρηση του παιδικού της φίλου Δυσσάκου από το χωριό, στον οποίο έβλεπε τη μόνη ελπίδα-στήριγμα της ζωής της, βρίσκει ως ευκαιρία να κλεφτεί με έναν άγνωστο, τον οποίο θα παντρευτεί. Ακολουθεί μια στείρα συμβατική ζωή, χωρίς συναισθήματα και μακροπρόθεσμους στόχους, επενδύοντας τις δυνάμεις της στο νοικοκυριό και σε «απομιμήσεις ακριβής κοκεταρίας για να μη δίνει δικαίωμα να τη λυπούνται». Μετά από πέντε χρόνια ατεκνίας κατορθώνει να αποκτήσει παιδί, το οποίο όμως με την πάροδο του χρόνου φαίνεται να πάσχει από ένα είδος νοητικής υστέρησης. Στον προθάλαμο ενός ιατρείου της πόλης, στο οποίο πηγαίνει τον γιο της για θεραπεία θα γνωρίσει μια πλούσια κυρία, η οποία πηγαίνει στο ίδιο ιατρείο τον δικό της γιο, ο οποίος πάσχει από ανάλογη πάθηση. Η συνάντηση των δύο κόσμων, του γόνου της αγροτικής κοινωνίας από τη μια και εκείνου της νεόπλουτης μετεξέλιξης παλαιών χωρικών παρουσιάζεται με μεγάλη παραστατικότητα. Το κοινό πρόβλημα επιφέρει την προσέγγιση των δύο γυναικών, ενώ η αφηγήτρια βρίσκει την ευκαιρία να σχεδιάσει το ατομικό και κοινωνικό προφίλ της πλούσιας γυναίκας, εξιστορώντας παράλληλα την ιστορία της οικογένειάς της και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας από τη δεκαετία του 80 και μετά, την εποχή των μεγάλων προσδοκιών και των μεγάλων ψευδαισθήσεων. Ο πατέρας της πλούσιας Εβελίνας (πρώην Βαγγελιώς) είναι γιος του κοινωνικώς και ιδεολογικώς ευέλικτου Σπίνου, ενός ανθρώπου των καταστάσεων, του οποίου τα παιδιά εξελίσσονται σε μεγαλοεργολάβους. Η παρουσίαση της μετεξέλιξης αυτής της οικογένειας είναι εντυπωσιακή στο σαρκασμό και την ευθυβολία της:
«Γρήγορα η γιαγιά ξεχάστηκε και η Βαγγελίτσα έγινε Εβελίνα. Η κυρά-Φανούλα, η μαμά, έγινε κυρία Φούλη, κι ο Θύμιος, ο μπαμπάς, έγινε Θέμης. Στο σπίτι δεν άκουγαν πια «κλαρίνα και νταούλια» αλλά ούτε φοξ τροτ και γιάγκα –προς μεγάλη λύπη της μαμάς-  ούτε καν τα αγαπημένα «κεφάτα» τραγούδια του πατέρα. Σιγά σιγά «τα παιδιά τα παιδιά τα φιλαράκια τα καλά» έγιναν τα «παιδιά του Πειραιά», και η ανεμελιά του «δεν καταλαβαίνω τίποτα» έγινε επαναστατικό αίτημα «πότε θα κάνει ξαστεριά … να πάρω το ντουφέκι μου». Εν τω μεταξύ η επιθυμία του «ε ρε και να ’χαμε το χρήμα…» έβαινε προς ικανοποίηση. Το είχε προβλέψει, κι όταν είδε πού πήγαινε το πράμα, έφυγε απ’ το χωριό, έβγαλε την μπλε στολή του χωροφύλαξ και φόρεσε τη φόρμα του εργολάβου. Αυτή είχε την ευελιξία να αλλάζει χρώμα, πότε μπλε, πότε πράσινη, ανάλογα με τις ανάγκες και τις θεμιτές απόψεις της κοινωνίας. Οι δουλειές μεγάλωσαν, έγινε μεγαλοεργολάβος. Αργότερα έφερε στην πόλη και τον αδελφό του. Εξάλλου οι αγροφύλακες δεν χρειάζονταν πια στα χωριά. Ανέβαιναν οι οικοδομές, ανέβαιναν κι αυτοί δυο δυο τα σκαλιά των κοινωνικών τάξεων. Η «ξαστεριά» ανέβηκε στο ρετιρέ και η οικογένεια του Θέμη έβλεπε αφ’ υψηλού κάστρα και ακροπόλεις. Φαινόταν ότι πλησίαζε η δικαίωση των αγώνων των λαϊκών στρωμάτων. Τα μουσικά ακούσματα δεν είχαν πια λόγο να είναι επαναστατικά, δεν μπορούσαν όμως να είναι και λαϊκά. «Τέτοια ακούνε τώρα στον κύκλο μας» έλεγε ο σύζυγος, που ήταν μέσα στα πράγματα και το σπίτι γέμιζε με μια επίφαση λαϊκής κουλτούρας, να μη βαραίνει και πολύ η ατμόσφαιρα, διανθισμένη με τις νότες απ’ το «μες σ’ αυτή τη βάρκα» ή «Απρίλη μου ξανθέ» και τη «Βάρκα στο γιαλό».
Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι η Ελένη Αναστασοπούλου δεν υπερβάλλει, ούτε ωραιοποιώντας ούτε υποσκάπτοντας ανθρώπινους τύπους και καταστάσεις. Αναδεικνύει υπαρκτές συνθήκες μέσα στη δυναμική τους εξέλιξη, σχέσεις και συναισθήματα σε διαρκή μετάλλαξη μέσα στην περιδίνηση που επιβάλλει η συγκυρία, ανασηκώνοντας το χαλί κάτω από το οποίο συνήθως τα κρύβουμε.
Κάτω από αυτό το χαλί της συγκάλυψης εξέρχεται ένας παλιός μας γνώριμος ήρωας του βιβλίου, ο Οδυσσέας-Δισάκος. Ο γιος του πολιτικού εξόριστου Οδυσσέα, έγινε υπάλληλος του γιου του Σπίνου, του ανθρώπου των καταστάσεων που λέγαμε πριν, του ακατάπαυστα υβριστή του πατρός Οδυσσέα και υμνητή της Χούντας στη μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία που διηύθυνε, στη συνέχεια δε εξαγοράστηκε στη θέση του συζύγου της κόρης του Εβελίνας-Βαγγελιώς:
«Η εταιρία ΣΠΙΝΕΡΓ ανήκε μέχρι τότε στον γιο του Σπίνου, τον πρώην χωροφύλακα. Μετά πέρασε στα χέρια του γαμπρού. Η Εβελίνα, η κόρη του αφεντικού, παντρεύτηκε, πριν προλάβει η κοιλιά να φανεί, τον γιο του Οδυσσέα, του κομμουνιστή, τον Δισάκο, τον έκανε Άκη και τον απάλλαξε απ’ το βάρος της ευθύνης της ίασης όλων των δεινών, εξάλλου δεν υπήρχαν πλέον πολλά δεινά. Ο Άκης έκανε πέρασμα απ’ τα χαμηλά στα ψηλά. Έγινε το ζωντανό παράδειγμα της δημοκρατικότητας της εποχής που ευνοούσε την κοινωνική κινητικότητα και την άλωση των τάξεων. Επιτέλους δίνονταν ευκαιρίες και στους μη προνομιούχους αυτής της κοινωνίας, αρκεί να «είχε τα μάτια ανοιχτά και κοίτα πού έφτασε», όπως έλεγαν στο χωριό για τον Δισάκο που έγινε Άκης. Κι αν κανείς ψέλλιζε «μα πουλήθηκε στον Σπίνο», η απάντηση ήταν «τον κατέκτησε και του τα πήρε όλα». Ο πεθερός είχε έτοιμη τη μεζονέτα στα προάστια, με την πισίνα και τα ψηλά τείχη. Ο Άκης είχε πολλή δουλειά, δεν είχε χρόνο να διαμαρτυρηθεί, κι έτσι συμφώνησε, προσωρινά, με την προσφορά. Ο Σπίνος είχε τον τρόπο να εξασφαλίζει το πλαίσιο στήριξης για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη των ικανοτήτων του Άκη και την προσαρμογή του στο καινούργιο περιβάλλον. Στην εποχή του «δώσ’ τα όλα», που τα πάντα γίνονται και αγοράζονται, ο Σπίνος τα έδωσε όλα στον γαμπρό για να σταθεροποιήσει και να στεριώσει το νέο τζάκι της κόρης του. Εξάλλου όπου να ’ναι ερχόταν κι ο εγγονός, και θα κληρονομούσε μαζί με το όνομα κι όλη την περιουσία».
Μέσω της γέφυρας της Εβελίνας θα συναντηθούν λοιπόν η Μαρία και ο Δισάκος-Άκης και σαν αναπόφευκτη φυγή προς τη ελευθερία, σαν ένα άλμα προς την ουτοπία οι παλιοί φίλοι, διαγράφοντας τις κοινωνικές συμβάσεις, γίνονται ζευγάρι. Για πόσο όμως; Η μεν τύχη βοηθάει με τραγικό τρόπο, αποδεσμεύοντάς τους από τα οικογενειακά «βαρίδια», όμως η ψυχή του ανθρώπου δεν πορεύεται πάντα προγραμματικά και γραμμικά. Ο μεγαλοαστός Άκης ξαναγίνεται Οδυσσέας πλάνητας, καθιστά ματαιωμένη την ουτοπία Μαρία και φεύγει κυνηγώντας την ψυχή του. Φεύγει μακριά, στο εξωτερικό, όσο πιο μακριά μπορεί, στα απωθημένα βήματα του πατέρα του. Έτσι αλλάζουν άλλη μια φορά οι ρόλοι, ο εγκατελελειμένος γιος των δεκαετιών του 60 και του 70 γίνεται εγκαταλείψας πατέρας της δεκαετίας του 90 και εξής. Διότι η Μαρία θα γεννήσει τον γιο του Δισάκου κι αναλαμβάνει εκείνη να γράφει ενιαύσιες επιστολές στον πλάνητα πατέρα, για να τον ενημερώνει για την εξέλιξη της ζωής του γιου και για τις εξελίξεις στον κοινωνικοπολιτικό περίγυρο. Μέσα σε λίγες σελίδες θα χωρέσει το απόσταγμα της εποχής από το 1994 μέχρι το 2013. Δεν θα παρουσιάσω εδώ τις ανατροπές που συμβαίνουν καθώς προχωράει η αφήγηση προς το τέλος, καθώς η Μαρία ετοιμάζει ταξίδι μακρινό για να βρει και να επαναπατρίσει τον «ιδανικό κι ανάξιο εραστή», τον φυγάδα του εαυτού του. Μήπως κι εκείνη σε μια φυγή επιβιβάζεται, προφασιζόμενη την επιθυμία να δώσει τέλος σε μια φυγή; Δεν θα υποσκάψω με αποκαλύψεις μια σοφά δομημένη αφήγηση, την οποία με τόση μαεστρία χειρίζεται η συγγραφέας μας. Ας αφήσω κάποια πράγματα πρωτοφανή στην ανάγνωση του βιβλίου.
Κλείνοντας την ομιλία μου θα ήθελα να συνοψίσω ότι ο  «Δυσσάκος» της Ελένης Αναστασοπούλου είναι ένας καθαρός καθρέφτης της νεοελληνικής κοινωνίας, αυτού του μέρους της που χωράει σε έναν καθρέφτη, έναν καθρέφτη-οθόνη, στην οποία τρέχουν τα Επίκαιρα της τελευταίας πεντηκονταετίας, χωρίς ωραιοποιήσεις και χωρίς φύλα συκής. Οι ζωντανοί χαρακτήρες, η σύνθετη γοητευτική πλοκή και η αυθεντική γλώσσα συγκροτούν ένα ποιοτικό μυθιστόρημα, το οποίο αποτελεί αναγκαίο ανάγνωσμα για όποιον ενδιαφέρεται να εντρυφήσει στην κοινωνική, εθνική, σε τελευταία ανάλυση στην ιστορική μας αυτογνωσία.

Σας ευχαριστώ.

Αγαθοκλής Αζέλης


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

«Από κατώφλι σε κατώφλι»[1]



«Αληθινά μιλάει όποιος μιλάει σκιές»[2]

Στον φίλο Θανάση Τσουκνίδα, για το κίνητρο

Όλα του φαίνονταν ξένα κι εχθρικά σε εκείνο το πέτρινο κτίριο με τη μεγάλη αυλή και τον περίβολο από κάγκελα. Μιλούσαν γλώσσα που δεν καταλάβαινε. Μικροί-μεγάλοι. Τα περισσότερα παιδιά γνωρίζονταν μεταξύ τους από τη γειτονιά. Φαινόταν να μην τα ενοχλεί που φορούσαν ομοιόμορφα ρούχα, με ένα κοτοπουλάκι κεντημένο στο μπλουζάκι. Ούτε να τους σφίγγουν τα παπούτσια, που εκείνου του ματώνανε τα πόδια. Οι κυρίες που τους φρόντιζαν φορούσανε κι εκείνες ρούχα ομοιόμορφα. Διαφορετικά από της γιαγιάς του και των άλλων γυναικών στο χωριό. Με αρκετά παιδιά μπορούσε να παίζει χωρίς να καταλαβαίνει τι λένε, στην αρχή τουλάχιστον. Όμως οι κυρίες είχαν απαιτήσεις, έτσι έδειχνε το ύφος τους. Του μιλούσαν κουνώντας του το δάχτυλο, όμως αυτός έδειχνε ανυπάκουος. Η παιδική στέγη του είχε γίνει εφιάλτης. Τον ακολουθούσε κάθε βράδυ στο σπίτι, μέχρι να την αντικρύσει πάλι το πρωί μπροστά του. Νοσταλγούσε το σκαρφάλωμα στα δέντρα του δάσους, το ψάρεμα και το κολύμπι στα παγωμένα νερά του ποταμού. Ο ορίζοντας του τοίχου τον τύφλωνε. Μόνη του έγνοια η εικόνα του βουνού. Το φαγητό που έφερναν στο κοινό τραπέζι ήταν πρωτόγνωρο και δεν ήθελε πολλά πολλά μαζί του. Έμενε ακίνητος κι έφευγε αφάγωτος. Η τραπεζοκόμος τον οδήγησε μια μέρα σέρνοντας σε μια καταπακτή, που εκείνος την ήξερε γκαλβανή. Θα τον πέταγε κάτω, στο σωρό με τα άπλυτα, αν δεν συμμορφωνόταν. Ειδικά αν δεν κοιμότανε το μεσημέρι σαν τους άλλους. Μια πιο πονετική, έκρυβε ψωμί από τα άλλα παιδάκια και του έδινε. Αυτό κάπως το γνώριζε και το έτρωγε. Το Πάσχα τα κόκκινα μαγουλάκια ξεφύσησαν ένα ποίημα στα ελληνικά. Δεν είχε τότε οικογενειακό ακροατήριο στη γιορτή και δεν ντρεπόταν το παράδοξο. Όταν έδεσε ο καρπός στις κερασιές, απολύθηκε κι ανέβηκε με τη γιαγιά του στο βλαχοχώρι της Πίνδου. Το φθινόπωρο, τον έγραψαν στην πρώτη δημοτικού. Ήταν έτοιμος λέει για τα γράμματα.


[1] Τίτλος ποιητικής συλλογής του Paul Celan.
[2] Paul Celan.


Αγαθοκλής Αζέλης