Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Απόστολος Παληός: Ένας διεθνούς φήμης πιανίστας στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων

Το βιογραφικό του είναι δυσανάλογα μεγάλο προς την ηλικία του. Έχοντας κάνει λαμπρές μουσικές σπουδές και εμφανίσεις, με σημαντικό δισκογραφικό έργο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τύχη αγαθή τον έστειλε στο Μουσικό σχολείο Τρικάλων, στο οποίο διασταυρώνονται κατά καιρούς οι διαδρομές σπουδαίων ανθρώπων, τους οποίους το κοινόν της πόλης μας δεν έχει αξιοποιήσει ούτε τιμήσει αρμοδίως. Ξεχωριστός ανάμεσά τους ο κ. Απόστολος Παληός, ο οποίος μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα σε εμφανίσεις σε εκλεκτές και εκλεκτικές αίθουσες στο εξωτερικό και στη χώρα μας, στη διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας, στη μελέτη για τη διδακτορική του διατριβή και στη διδασκαλία στο Μουσικό Σχολείο της πόλης μας.
Συμβαίνει με ποιοτικούς, ισορροπημένους, ξεχωριστούς ανθρώπους, να διάγουν βίο χαμηλόφωνο, ίσως διότι έχοντας κατακτήσει το είναι, δεν νοιάζονται για το φαίνεσθαι. Έτσι ο κ. Παληός εντάχθηκε σεμνά στο προσωπικό του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, πολλοί δε αργήσαμε να τον γνωρίσουμε και να τον αναγνωρίσουμε. Σκέφτηκα λοιπόν να αξιοποιήσω την, καθυστερημένη έστω, γνωριμία μαζί του για μια συνέντευξη εφ’ όλης της (μουσικής) ύλης, η οποία ελπίζω να μείνει ως παρακαταθήκη για την πόλη μας κι ακόμη περισσότερο για τους μαθητές μας, και συνάμα να δείξει κάποιες πτυχές της αξίας του Μουσικού Σχολείου της πόλης μας, το οποίο αγωνίζεται να διατηρήσει μια εστία ανθρωπιστικής και καλλιτεχνικής παιδείας σε ένα κλίμα μυωπικής αποσάθρωσης των δημιουργικών δυνάμεων των παιδιών στο πλαίσιο ενός ψυχοβόρου εκπαιδευτικού συστήματος.
[Ο κ. Απόστολος Παληός χαρακτηρίστηκε ως "ένας αληθινός καλλιτέχνης, ένας από τους πλέον συναρπαστικούς πιανίστες που έχει να επιδείξει η Ελλάδα. Ένας πολύ ιδιαίτερος μουσικός με σπάνιες ποιότητες, αυθεντικότητα, μουσική ευφυία και καλλιτεχνική ακεραιότητα" (περιοδικό Μουσικός Τόνος). Διπλωματούχος  του πιάνου με άριστα παμψηφεί, διάκριση και πρώτο βραβείο, καθώς και με  πτυχία αρμονίας, αντίστιξης και φούγκας στην Ελλάδα, συνέχισε τις πιανιστικές του σπουδές στη Μουσική Ακαδημία Ηαnns Eisler του Βερολίνου στην τάξη του Georg Sava και στη Μουσική Ακαδημία Felix Mendelssohn Bartholdy της Λειψίας με καθηγητή τον Markus Tomas, από όπου αποφοίτησε το 2006 με σολιστικό δίπλωμα master με άριστα παμψηφεί και διάκριση. Συνάμα μελέτησε κοντά στους μεγάλους Aldo Ciccolini, Μurray Perahia, Cyprien Katsaris και Γιώργο Χατζηνίκο, σπούδασε δε επειπλέον διεύθυνση ορχήστρας και μουσική δωματίου. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου εισήχθη πρώτος, και υποψήφιος διδάκτωρ μουσικολογίας. Έχει κερδίσει βραβεία και διακρίσεις σε πολλούς διεθνείς διαγωνισμούς πιάνου, μουσικής δωματίου και σύνθεσης στην Ελλάδα  στην Γερμανία, στην Ιταλία και στην Ισπανία, ενώ τιμήθηκε με τον έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών και κέρδισε το Βραβείο Gina Bachauer από το Ίδρυμα World in Harmony. Τον Δεκέμβριο του 2007 η Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής τού απένειμε το βραβείο του καλύτερου νέου Έλληνα καλλιτέχνη της χρονιάς. Έχει εμφανιστεί σε πολλές συναυλίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Γερμανία, Αυστρία, Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ, Ισπανία, Ρωσία, Νορβηγία, Κύπρο, Τουρκία, Ρουμανία) και σε μερικές από τις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, όπως στην Φιλαρμονική (Philharmonie) του Βερολίνου, στο Κοnzerthaus της Bιέννης και στο Carnegie Hall της Ν. Υόρκης. Η δισκογραφία του περιλαμβάνει ηχογραφήσεις πιανιστικών έργων της ρομαντικής περιόδου, νορβηγική μουσική για πιάνο καθώς και έναν δίσκο για την σειρά Greek Classics της δισκογραφικής εταιρίας Naxos με έργα για πιάνο του Λ.Μαργαρίτη και του F. Petyrek. Είναι καθηγητής πιάνου στο Τμήμα Μουσικής Επιστήμης και Τέχνης του Πανεπιστημίου Μακεδονίας και στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων.]

Ακολουθεί η συνέντευξη


- Μπορείτε να μου ορίσετε συνοπτικά την έννοια της μουσικής;

 Θα το πω, όπως το σκέπτομαι ενστικτωδώς: Οποιαδήποτε οργάνωση ήχων, η οποία δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα ικανό να διεγείρει συναισθήματα στα έμβια όντα είναι μουσική.

 - Η μουσική είναι κατά τη γνώμη σας απαραίτητη για τον άνθρωπο;

Θεωρώ πως είναι τόσο απαραίτητη όσο και η διαδικασία της αναπνοής! Αρκεί να φανταστεί κανείς πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς ήχους, βουβός, βυθισμένος στην απέραντη σιωπή και έχει την απάντηση…

- Γνωρίζω ανθρώπους για τους οποίους η μουσική ακρόαση αποτελεί ανάγκη και άλλους, για τους οποίους δεν ισχύει, αλλά ακούνε μουσική μόνο περιστασιακά, ακόμη ακόμη αν τύχει μόνο. Πώς αιτιολογείται αυτή η διαφορετική στάση;

Η διαφοροποίηση στην ανάγκη για μουσική ακρόαση είναι ένας συνδυασμός πραγμάτων. Κάποιοι άνθρωποι διαθέτουν από τη φύση τους μια πιο καλλιτεχνική ψυχοσύνθεση. Από εκεί και πέρα η συχνότητα και το είδος της μουσικής ακρόασης είναι θέμα ερεθισμάτων που προσλαμβάνει το κάθε άτομο σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του και ιδιαίτερα στην παιδική και εφηβική ηλικία, όπου διαμορφώνεται κυρίως η σχέση με την τέχνη. Σημαντικό ωστόσο είναι ο άνθρωπος να μην απομακρύνεται από τη μουσική ακρόαση απορροφημένος από την αμείλικτη καθημερινότητα.

- Τι είναι αυτό που δημιουργεί το μουσικό γούστο και τις μουσικές προτιμήσεις σε έναν άνθρωπο; Ακούω μερικές φορές από ανθρώπους να ισχυρίζονται ότι ακούν για πρώτη φορά ένα μουσικό θέμα και τους φαίνεται πολύ οικείο, το αγαπούν αμέσως. Άλλοι πάλι μπορεί να νιώσουν απέχθεια γι΄ αυτό.

Και στο σημείο αυτό η εξήγηση είναι ένας συγκερασμός εγγενών και εξωγενών παραγόντων. Από τη μία ο χαρακτήρας κάθε ατόμου, από την άλλη η παιδεία και γαλούχησή του σε συγκεκριμένα ακούσματα. Πρέπει βέβαια να έχουμε πάντα υπόψη μας μια μεγάλη αλήθεια. Ότι η αγάπη και ανάγκη για μουσική εκπορεύεται πρωτίστως εκ των έσω, εκ βαθέων ψυχής!

- Στην ποίηση λέγεται ότι ποιητικότητα είναι αυτό που δεν μπορεί να μεταφραστεί σε μια ξένη γλώσσα κατά τη μετάφραση ενός ποιήματος. Υπάρχει σε ένα μουσικό κομμάτι κάτι, το οποίο έχει μεν γράψει ο συνθέτης του, όμως δεν μπορεί να μεταφραστεί από τον σολίστ σε μουσική πράξη;

Θα λέγαμε ότι ο αντίστοιχος όρος στη μουσική είναι η περίφημη μουσικότητα. Δηλ. ενώ ο συνθέτης έχει σημειώσει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις υποδείξεις που αφορούν την εκτέλεση του έργου, είτε αυτές αφορούν το ρυθμό είτε τις δυναμικές αποχρώσεις είτε την απόδοση των φράσεων, δε θα συμβεί ποτέ δύο εκτελεστές να ερμηνεύσουν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ένα μουσικό κομμάτι, όπως δύο ηθοποιοί δεν θα αποδώσουν υποκριτικά πανομοιότυπα τον ίδιο ρόλο. Από ένα σημείο και ύστερα στην Τέχνη υπεισέρχεται το προσωπικό στοιχείο, η διαφορετικότητα στην αντίληψη του κάθε καλλιτέχνη, πάντοτε ωστόσο στα πλαίσια του σεβασμού στις κατευθυντήριες γραμμές, που έθεσε ο δημιουργός. Και αυτή ακριβώς η διαφορετικότητα προσδίδει μαγεία στην ερμηνευτική προσέγγιση της Τέχνης.

- Αποτελεί η μουσική κοινή γλώσσα για όλους τους λαούς, όπως κάποιοι ισχυρίζονται, ή γνωρίζει εθνικά ή πολιτισμικά όρια;

Αποτελεί κοινή γλώσσα στο βαθμό που αποτελεί και μια οποιαδήποτε ξένη γλώσσα κοινή γλώσσα για όλα τα έθνη. Αν τη σπουδάσεις θα την κατανοήσεις και μέσω αυτής θα κατορθώσεις να διεισδύσεις στην γενικότερη κουλτούρα του κάθε λαού. Φαινομενικά για έναν Ινδό είναι δύσκολο να αντιληφθεί τη λόγια ευρωπαϊκή μουσική δημιουργία όπως και για το δυτικό άνθρωπο είναι δυσνόητος ο μουσικός πολιτισμός πρωτόγονων φυλών της Αφρικής. Μόνο η αμοιβαία εκμάθηση μπορεί να οδηγήσει σε ένα ουσιαστικό σημείο επαφής, που θα ξεφεύγει από το πρωτογενές επίπεδο αόριστων και επιδερμικών εντυπώσεων.

- Αρκετά συχνά εκφράζεται στο δημόσιο λόγο ένας φόβος για την ενδεχόμενη ομοιομορφοποιητική επενέργεια  της παγκοσμιοποίησης στη μουσική. Συμμερίζεστε αυτόν τον φόβο;

Για εμένα η λέξη παγκοσμιοποίηση είναι η πιο υπέροχη και ταυτόχρονα η πιο επικίνδυνη λέξη. Αν ο όρος χρησιμοποιείται με τη διάθεση η μουσική δημιουργία όλων των εθνών να γίνει αμοιβαία κοινό κτήμα όλων, τότε πρέπει να αποτελεί όραμα και στόχο. Όταν όμως ο όρος λαμβάνει την αρνητική χροιά της εμπορευματοποίησης μιας συγκεκριμένης μουσικής κουλτούρας και της επέκτασής της στον παγκόσμιο χώρο με σκοπό την αύξηση των κερδών δισκογραφικών εταιριών – κολοσσών, τότε ορθά κατά τη γνώμη μου η λέξη δαιμονοποιείται.

- Μπορείτε να ορίσετε τον επαρκή ακροατή και την ιδεατή  μουσική παιδεία; Είναι απαραίτητη προϋπόθεση αυτή για να γίνει κανείς επαρκής ακροατής;

Η παιδεία ως έννοια άλλοτε παρέχεται από θεσμοθετημένους φορείς έστω και ελλιπώς και άλλοτε αναζητείται από το κάθε άτομο ξεχωριστά ως αδήριτη εσωτερική ανάγκη. Για να είναι κάποιος επαρκής μουσικός ακροατής δεν είναι ανάγκη να έχει σπουδάσει τη μουσική. Είναι δυνατό κάποιος άνθρωπος να «ανακαλύψει» τον θαυμαστό κόσμο της μουσικής τέχνης σταδιακά σε βάθος χρόνου μέσα από την προσωπική ενασχόληση, την τακτική ακρόαση  και την ιστορική μελέτη μουσικών έργων έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ποιοτικό αισθητικό κριτήριο, που θα του επιτρέπει να κατανοεί σε ένα ικανοποιητικό βαθμό την εκτέλεση του μουσικού έργου χωρίς «ειδικές» γνώσεις.

- Τι μπορεί να προσφέρει ένα μουσικό σχολείο γενικώς και ειδικότερα σε αυτή την κατεύθυνση;

Το μουσικό σχολείο γενικότερα ως θεσμός έχει τη δυνατότητα να επιτελέσει σημαντικό έργο. Να πλάσει πιο ώριμους αυριανούς πολίτες με ευαισθησίες και ανησυχίες, οι οποίες θα διαμορφώσουν μια νέα, ποιοτικότερα σκεπτόμενη γενιά, και θα αναβαθμίσουν τον τόσο υποτιμημένο Νεοέλληνα. Από την ελληνική αρχαιότητα η μουσική αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι της μόρφωσης κάθε νέου και συντελούσε στην πνευματική του ανέλιξη. Ο κύριος στόχος λοιπόν του μουσικού σχολείου ειδικότερα πρέπει να είναι όχι μόνο να αναδείξει τα όποια ταλέντα με τις ιδιαίτερες μουσικές δεξιότητες που υπάρχουν, κάτι που είναι αυτονόητο, αλλά και να μεταδώσει στο σύνολο των  μαθητών του την πραγματική αγάπη για τη μουσική πράξη και ακρόαση, να δημιουργήσει το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα δημιουργηθεί και θα επιμορφωθεί  η επόμενη γενιά μουσικών ακροατών στην Ελλάδα, η οποία τόσο πολύ πάσχει από την έλλειψη εκπαιδευμένου κοινού.

- Επιτρέψτε μου τώρα κάποιες πιο προσωπικές ερωτήσεις, οι οποίες όμως έχουν γενικότερο ενδιαφέρον από πλευράς ανθρωπογνωσίας και προβληματικής για την κουλτούρα. Θυμάστε μήπως το πρώτο σας μουσικό βίωμα; Τι σας έφερε κοντά στην κλασική μουσική;

Το πρώτο μου μουσικό βίωμα ήταν μια κασέτα μαγνητοφώνου, που έπεσε τυχαία στα χέρια μου. Περιείχε στη μία πλευρά το τόσο αγαπητό κονσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Νορβηγού συνθέτη E. Grieg  και στην άλλη την δημοφιλή Σονάτα Appassionata  του L.V. Beethoven. Από την πρώτη στιγμή που άκουσα  τους υπέροχους ήχους των έργων αυτών οι ψυχικές μου χορδές δονήθηκαν σε απίστευτο βαθμό. Ήταν μια ανέλπιστη ανακάλυψη για εμένα από τη στιγμή μάλιστα που δεν κατάγομαι από μουσική οικογένεια και επομένως δεν είχα κλασικά μουσικά ακούσματα. Θυμάμαι πως άκουγα αυτή την «ιερή» και καθοριστική, όπως αποδείχθηκε στην πορεία που διάλεξα, κασέτα επί τρεις μήνες συνέχεια! Επομένως από το προσωπικό μου παράδειγμα φαίνεται πως τυχαία γεγονότα είναι δυνατό να επιδράσουν έντονα και να διαμορφώσουν τις προτιμήσεις μας. Για να μυηθεί κάποιος στη μουσική ο καλύτερος τρόπος πιστεύω είναι η μουσική ακρόαση είτε αυτή αφορά έναν ωραίο δίσκο είτε ακόμα καλύτερα μια ζωντανή συναυλία, η οποία λειτουργεί αμεσότερα στις αισθήσεις.

 - Μπορείτε να αξιολογήσετε το επίπεδο των μουσικών σπουδών στη χώρα μας (δημόσιων και ιδιωτικών), συγκρίνοντας με εκείνες σε χώρες του δυτικού κόσμου για τις οποίες έχετε άμεση ή έμμεση γνώση;
Ασφαλώς βρισκόμαστε ακόμη πολύ πίσω σε επίπεδο οργάνωσης σπουδών, αξιοπιστίας πτυχίων και παροχής επαρκούς γνώσης. Δεν μου αρέσει όμως να είμαι μηδενιστής. Θεωρώ πως το επίπεδο των μουσικών στην Ελλάδα έχει βελτιωθεί θεαματικά εξαιτίας των ποιοτικών σπουδών, που πραγματοποιεί η νεότερη γενιά στο εξωτερικό και στόχος πρέπει να είναι από εδώ και πέρα να αξιοποιηθεί το πολύτιμο αυτό ανθρώπινο δυναμικό με τον καλύτερο τρόπο από πολιτεία και ιδιώτες για την κατακόρυφη βελτίωση της παρεχόμενης μουσικής παιδείας.

- Ολοκληρώσατε (αν υποθέσουμε ότι ολοκληρώνονται ποτέ) τις μουσικές σας σπουδές στις Μουσικές Ακαδημίες του Βερολίνου και της Λειψίας. Ποια ιδιαίτερα θετικά γνωρίσματα θα αποδίδατε σε αυτά τα ιδρύματα, τα οποία θεωρείτε ότι απουσιάζουν στη χώρα μας;
Έχετε απόλυτο δίκαιο. Οι σπουδές στη μουσική δεν ολοκληρώνονται ουσιαστικά ποτέ. Μεγαλώνοντας και ωριμάζοντας κανείς διαρκώς ανακαλύπτει νέα πράγματα! Θεωρώ ως τα δύο κυριότερα θετικά χαρακτηριστικά αφενός τη δυνατότητα που προσφέρουν στους σπουδαστές τους τα μουσικά αυτά ιδρύματα και οι πόλεις, όπου βρίσκονται, για διαρκή παρακολούθηση σπουδαίων μουσικών γεγονότων, που αποτελούν εμπειρίες ζωής για τον καθένα, αφετέρου την πλούσια μουσική παράδοση και ιστορία που έχουν να επιδείξουν, κάτι το οποίο εγγυάται την υψηλή ποιότητα των σπουδών.

- Έχετε κερδίσει πολυάριθμα βραβεία και διακρίσεις σε διαγωνισμούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ έχετε εμφανιστεί σε συναυλίες σε πολλές από τις σημαντικότερες αίθουσες συναυλιών του κόσμου, μολαταύτα –όπως παρατηρώ- είστε ένας σεμνός άνθρωπος που προτιμά να τον ανακαλύπτουν οι άλλοι παρά να προβάλλει τον εαυτό του. Τι σας προστατεύει από την οίηση η οποία χαρακτηρίζει άλλους διακεκριμένους καλλιτέχνες;

Καταρχάς σας ευχαριστώ για το σχόλιο σας περί σεμνότητας. Η αλήθεια είναι, πως απεχθάνομαι την οίηση και ο λόγος είναι η απόλυτη συναίσθηση μου  για τον πραγματικό ρόλου του καλλιτέχνη, ο οποίος οφείλει να παραμένει ταπεινός και να μην εκπίπτει στο ολίσθημα να τοποθετεί τον εαυτό του πάνω από τη μουσική Τέχνη. Ο καλλιτέχνης υπηρετεί την Τέχνη και όχι η Τέχνη τον καλλιτέχνη, αν και δυστυχώς συχνά συμβαίνει το αντίθετο.

- Διδάσκετε πιάνο στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, ενώ δίνετε συχνά συναυλίες και εκπονείτε διδακτορική διατριβή. Πώς μπορεί να συνδυάσει ένας άνθρωπος τόσο πολλές και διαφορετικές ενασχολήσεις; Νιώθετε ότι υποβάλλεστε σε θυσίες για να αντεπεξέλθετε;

Ασφαλώς για κάθε απόφαση και επιλογή στη ζωή υπάρχει και το ανάλογο αντίτιμο. Αυτό το αντιλήφθηκα εκ των πραγμάτων από μικρή ηλικία και είμαι διατεθειμένος να το «υποστώ». Ο δρόμος του καλλιτέχνη είναι συχνά πολύ μοναχικός, αλλά οι πολυάριθμες χαρές, που προσφέρει η ενασχόληση με τη μουσική εν τέλει τον αποζημιώνουν.

- Τι θα συμβουλεύατε ένα παιδί, στο οποίο αρέσει η μουσική, ώστε να κατορθώσει να αποκτήσει καλή γνώση στο όργανο που μαθαίνει χωρίς να κουραστεί στη διαδρομή και να παραιτηθεί από την προσπάθεια, καθώς οι μουσικές σπουδές είναι μακροχρόνιες;

Να έχει επιμέλεια, πειθαρχία, επιμονή και υπομονή, να επιδίδεται σε μια συνεχή αναζήτηση εσωτερικών κινήτρων, που θα το κινητοποιούν, να θέτει υψηλούς στόχους δίχως όμως αυτοί να γίνονται αυτοσκοπός και να ανακαλύψει την αγνή χαρά που προσφέρει η μουσική χωρίς όρους και όρια. Ειδικότερα για τα πιο ταλαντούχα παιδιά η συμβουλή μου προς αυτά είναι να αποφύγουν τον κίνδυνο να αντιμετωπίζουν τη μουσική ως μέσο ματαιόδοξης προβολής, αλλά να ασχοληθούν μαζί της πάνω από όλα για το μαγευτικό ταξίδι που αυτή προσφέρει ακόμα κι αν δεν ευτυχήσουν να φτάσουν ποτέ στην «Ιθάκη».

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011


Η αιδέ, της αιδούς (ακολουθούν και άλλες πτώσεις;)

Το επίμονο κουδούνισμα του τηλεφώνου με ανάγκασε να εγκαταλείψω προσωρινά τη μεσημβρινή ραστώνη, πιο πολύ για να κάνω τον ηχητικό εισβολέα να σωπάσει, παρά για να μπω σε ενδεχόμενες επικοινωνιακές (με την αριστοτελική έννοια) περιπέτειες. Η ελπίδα μου να ξεμπερδέψω γρήγορα, εξανεμίστηκε μετά τις πρώτες λέξεις του καλούντος, μαζί όμως εξαφανίστηκε και η επιθυμία. Ένας παλιός αγαπημένος γνώριμος, εξαφανισμένος χρόνια τώρα από τη ζωή μου, έκανε πάλι την εμφάνισή του με τον συνηθισμένο τρόπο, σαν εισβολέας σε υπεράνω πάσης υποψίας οίκημα στο Πακιστάν. Ήταν ο γνωστός σε όλους Χανς Κρίστιαν, ο οποίος κατά την προ τετραετίας αναχώρησή του υποσχέθηκε ότι θα στέλνει ανταποκρίσεις από τα υπερπόντια ταξίδια του, σπάνια όμως έδωσε σημεία ζωής και πληροφορίες. Η φωνή του ακουγόταν, παρά το γήρας, γεμάτη δύναμη στο τηλέφωνο, δύναμη που διεμβόλιζε και τον ανύποπτο ακροατή. Ήθελε να διαμεσολαβήσει, λέει, ανήκουστες εμπειρίες, κατά εμμονή πάλι από τη μακρινή χώρα της Τριγουελάνδης, μολονότι είχε οργώσει όλη τη γη. Φαίνεται ότι σε εκείνη την εξωτική χώρα συνάντησε πολλές καταστάσεις-ξωτικά, οι οποίες εξήπταν τον οίστρο ενός παθολογικά αφηγητή, ως εκ τούτου συχνά αποβιβαζόταν στα λιμάνια της για να συλλέξει νέες αφηγήσεις και εμπειρίες, οι οποίες όσο πιο απίστευτες ήταν για μας τους απογόνους των δημιουργών του ορθολογισμού, τόσο πιο ελκυστικές τις καθιστούσε αυτό.

Στη χερσόνησο λοιπόν της Τριγουελάνδης πριν τέσσερα περίπου χρόνια έγινε εκλογή νέων καπεταναίων για τα περήφανα και περίφημα ιστιοφόρα της, τα οποία είχαν ως αποστολή να απογαλακτίσουν και να μεταφέρουν επιβάτες-τροφίμους από τους επαρχιακούς νεώσοικους στα λαμπρά ναυπηγεία κομβικών μεγαλουπόλεων της χώρας. «Όντας τριτοκοσμική χώρα η Τριγουελάνδη, με πολιτική κουλτούρα που παραπέμπει στη δική σας χώρα πριν δύο σχεδόν αιώνες –είπε ασθμαίνοντας ο Χανς Κρίστιαν- οι καπεταναίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν επιλέχθηκαν με κάποια αντικειμενικά κριτήρια ικανότητας στη ναυτοσύνη, όπως μικρός αριθμός ναυαγίων, ευελιξία στον πλου, κολυμβητική δεινότητα, ειδικές σπουδές, πολυμάθεια και άλλα αυτονόητα παρ’ υμίν! Βασικό κριτήριο ήταν πολλάκις η συχνότητα εμφανίσεων σε κεντρικό πεζόδρομο της παραλίας της εξωτικής χώρας, η γνωριμία με αυλικούς του αρχιδούκα-εκλέκτορα, και –παράξενο για μας!- η ευλυγισία δημητριακών στον εκάστοτε άνεμο που διαπερνούσε τη σοφή διοίκηση, το βουητό του οποίου στην τοπική γλώσσα ερμηνευόταν ως «ναι!», «ναι!», «ασφαλώς!»…

»Συχνά λοιπόν τύχαινε να εγκατασταθούν μούτσοι στα πιλοτήρια των πλοίων, με ύφος έμπειρων ναυτίλων, οι οποίοι για να μη ρίξουν το πλοίο τους στα βράχια το έβαζαν και έκανε κύκλους στα ανοιχτά, δίνοντας την ψευδαίσθηση της διαρκούς υπερεργασίας και της προσήλωσης στον στόχο. Καμιά φορά όμως η σύγχυση των αυλικών άφηνε αφύλακτες διόδους από τις οποίες εισέρχονταν αυτοκέφαλοι καπεταναίοι στα ντοκ της Τριγουελάνδης, οι οποίοι έσπερναν καινά δαιμόνια στα πλοία τους. Μέσα από μια τέτοια Κερκόπορτα φαίνεται να επιβιβάστηκε στην κορβέτα «Αλέξανδρος ο Τιτάνας» ο ατίθασος καπετάν Ιμόρταλ. Γι’ αυτό το θέμα έστειλε παλιότερα ανταπόκριση ο Χανς Κρίστιαν. Μας είχε ενημερώσει για τον μεταρρυθμιστικό του οίστρο, για την ενοχλητικά αναχρονιστική του εμμονή να ξεσκονίσει τον κανονισμό συμπεριφοράς και εργασίας στο πλοίο και άλλα πολλά. Αυτή η υπερκινητικότητά του, η οποία διετάρασσε την ησυχία των καφενόβιων λιμενικών διακόπτοντας την εμβάθυνσή τους στα προγνωστικά των τυχερών παιγνίων της πλούσιας χώρας, και της σκεψιακής μονοκαλλιέργειας των ανθυπάτων του αρχιδούκα-εκλέκτορα, τους οδήγησε, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, να αφαιρέσουν το ανακαινισμένο και αναδομημένο σκαρί του «Αλέξανδρου» από τα χέρια του Ιμόρταλ. Για να τον λυγίσουν όμως, του ανέθεσαν την ηγεσία ενός άλλου σπουδαίου πλοίου, της παλιότερης και ξακουσμένης νταρντάνας της Τριγουελάνδης, από όπου είχαν μεν περάσει ικανοί καπεταναίοι, όμως το πλήρωμα ήταν χωρισμένο σε καπετανάτα που συμπεριφέρονταν σαν τους Έλληνες αγωνιστές της ανεξαρτησίας κατά την εκδοχή του Σκάι. Οπότε τον Ιμόρταλ θα τον περίμενε, βάσει υπολογισμών, είτε η μοίρα του καθ’ ημάς Καποδίστρια είτε του Όθωνα. «

»Οι θαμώνες της παραλιακής είχαν στραμμένο το βλέμμα με την αγωνία φυσιοδίφη στις εξελίξεις στο σκαρί. Το πλήρωμα συμπεριφέρθηκε όντως σύμφωνα με τις προβλέψεις, όπως και πολλοί επιβάτες. Έτσι κάθε φορά βρισκόταν μια αφορμή για αντίδραση και αρνητισμό, όπως συμβαίνει στα αριστερίστικα, πρωταρχικά, έντυπα της δικής σας χώρας αλλά και γενικότερα με κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή, κάθε φορά που μια κυβέρνηση εισηγείται μια μεταρρύθμιση. Έτσι λοιπόν, για παράδειγμα, όταν θέλησε να φτιάξει βιβλιοθήκη για τους ναυτιλομένους με τη δαπάνη ενός παλιού ευχαριστημένου επιβάτη, το πλήρωμα αντέδρασε εμφατικά: Δεν θέλουμε βιβλιοθήκη που δεν τη χρηματοδοτεί ο αρχιδούκας- εκλέκτορας. Ας μη γίνει ποτέ! «

»Ο καπετάν Ιμόρταλ, ανυπότακτος από τη φύση του, δεν το έβαλε κάτω. Με όλες του τις δυνάμεις επιχείρησε να καλαφατίσει, να βάψει και να διακοσμήσει το παλιό άξιο σκαρί, ώστε να μοιάζει με κρουαζιερόπλοιο που διεξάγει υπερπόντια ταξίδια. Ούτε αυτό όμως γλύκανε τις πικρές γλώσσες. Με την τελευταία του πρωτοβουλία πάντως φαίνεται ότι το πράγμα παραπήγαινε κι έτσι προκάλεσε γενική αναστάτωση. Συγκεκριμένα, το πλοίο δεν διέθετε δικό του αποχωρητήριο, οπότε κάθε φορά που προέκυπτε η ανάγκη, το προσωπικό και οι νεαροί επιβάτες έπρεπε να διανύσουν το κατάστρωμα, με παγετό, βροχή ή καύσωνα, και να σκαρφαλώσουν σε παραπλεύρως κινούμενο καράβι, για να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους, και μάλιστα επί πληρωμή! Έτσι ο Ιμόρταλ αποφάσισε να διαθέσει έναν χώρο στο κλειστό κατάστρωμα του πλοίου του για τη δημιουργία ιδίου αποχωρητηρίου, ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη μετακίνηση τόσων ανθρώπων, κι αν τέλος πάντων θα υπήρχε κάποιο τέλος χρήσης, το έσοδο θα διατίθετο για τη συντήρηση του πλοίου. Αυτή η καινοτομία ήταν για κάποιους η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, για κάποιους άλλους η ευκαιρία για να εκδηλώσουν την απόλυτη διαφωνία τους. Έτσι λοιπόν, όταν αποπερατώθηκε το νέο αποχωρητήριο κλειστού χώρου και παράλληλα απαγορεύτηκε η μετεπιβίβαση σε παραπλέον πλοίο προς νερού τους, έλαβαν χώρα μεγάλες αντιδράσεις από το πλήρωμα και από μέρους των επιβατών. Πολλοί θεώρησαν την απόφαση αντιδημοκρατική και κεκτημένο το δικαίωμα καθενός να ανακουφίζεται κατά βούλησιν. Μάλιστα κάποιοι μεταπηδούσαν επιδεικτικά σε παραπλέον σκαρί, για να τονίσουν το δικαίωμά τους στην απείθεια. «  

»Το ζήτημα πήρε μεγάλες διαστάσεις στην Τριγουελάνδη, έφτασε μέχρι στα μέσα μαζικής ενημέρωσης της χώρας, ειδικά όταν ο καπετάν Ιμόρταλ τιμώρησε έναν απείθαρχο επιβάτη, ίσως για παραδειγματισμό. Όμως αυτή η ενέργεια προκάλεσε νέα ένταση και ο ανθύπατος αποφάσισε τη διεξαγωγή υπηρεσιακής έρευνας για καταγγελία εις βάρος του καπετάνιου ότι παραβίασε τον ναυτικό κώδικα και πρέπει να τιμωρηθεί παραδειγματικά.» «Και τι έγινε, ποιο ήταν το πόρισμα του ανακριτή; Ποια ήταν η τύχη του καπετάν Ιμόρταλ, καποδιστριακή ή οθωνική;», ρώτησα τον Χανς Κρίστιαν. Όμως αυτός ο καινοδαιμονιοσπάρτης αντί να κορέσει την περιέργειά μου και παρά τη δανέζικη καταγωγή του, απάντησε με τη σαφήνεια ρήσης από τον ομφαλό της γης. Όχι ότι με πείραξε κιόλας, από απλή φιλομάθεια ρώτησα, καθώς ήθελα να συγκρίνω με την ευλογημένη χώρα μας, ώστε να με καλοτυχήσω ακόμη μια φορά για την καταγωγή μου. Διότι στην ευλογημένη ουτοπία στην οποία διαμένουμε, ο νόμος εφαρμόζεται μέχρι κεραίας, η διαφάνεια και η αξιοκρατία είναι αδιαπραγμάτευτες, η ιεραρχική δικαιοσύνη κανόνας, ενώ αν καμιά φορά από αβλεψία προαχθεί κάποιος σε θέση ευθύνης χωρίς να το αξίζει, σπεύδει πρώτα να διαμαρτυρηθεί και αμέσως μετά να παραιτηθεί, ώστε να μην υποσκάψει το κύρος του αξιώματος. Πώς να καταλάβουμε εμείς τι μπορεί να απεργαστεί ο μικροκομματικός οίστρος συμπλεγματικών εγκαθέτων, εμείς οι απόγονοι των δημιουργών του κανόνα της δημοκρατίας, της δικαιοσύνης, της αισθητικής, εμείς οι επινοητές του εξοστρακισμού για την προστασία του κοινωνικού σώματος από τους οιηματίες αλαζόνες…


Αγαθοκλής Αζέλης

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

VICTOR AUBURTIN:ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ



Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα - δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ' το πλακόστρωτο.
Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες· για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο· για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρινής θάλασσας. Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη· θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.
Στο βασιλικό παλάτι είχαν να γίνουν και να μπουν στη θέση τους πολλά, γιατί οι νεαροί που έβραζε το αίμα τους, τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Ο Οδυσσέας κατάστρωσε ένα σχέδιο, πήρε αναφορά από τους επιστάτες του και ρίχτηκε στη δουλειά. Έστρωσε τη μεγάλη αίθουσα με καινούργιες μαρμάρινες πλάκες, για να σβήσει και την τελευταία ανάμνηση του κρασιού μα και του αίματος που χύθηκε. Τα κελάρια και οι αποθήκες είχαν αδειάσει ως τη μέση κι έπρεπε να γεμίσουν πάλι. Τα ελαιοτριβεία, παλιότερα καμάρι της βασιλικής οικονομίας, χρόνια τώρα δεν χρησιμοποιούνταν και ήθελε χρόνο και κόπο για να τα ξαναφτιάξουν.
Πίσω από το σπίτι οι μνηστήρες είχαν φυτέψει έναν μεγάλο ανθόκηπο και την φροντίδα του την είχαν αναθέσει σε έναν Σύρο κηπουρό. Εκεί καλλιεργούσαν νάρκισσους και γαρίφαλα κι εκείνα τα εκατόφυλλα ρόδα, που μόλις τότε είχε ευδοκιμήσει η καλλιέργειά τους. Μ' αυτά τα λουλούδια oι μνηστήρες στόλιζαν τα γιορτινά τραπέζια κι έφερναν μεγάλες ανθοδέσμες στη βασίλισσα, που συναγωνίζονταν για την εύνοιά της. Η Πηνελόπη δεχόταν μ' ευχαρίστηση τις προσφορές των λουλουδιών και στόλιζε μ' αυτά τα χάλκινα βάζα στα περβάζια της κρεβατοκάμαρας.
Τώρα ο Οδυσσέας ξεπάτωσε τον ανθόκηπο και στη θέση του έβαλε μια φυτεία λαχανικών με ποτιστικά κανάλια από τσιμέντο, όπως αυτά που είχε δει στην Αίγυπτο. Τα λαχανικά ευδοκίμησαν και έδωσαν πτηνοτροφή για μερικούς μήνες. Όμως τα χάλκινα βάζα της βασίλισσας θα έμεναν πια άδεια.
Στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πως θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πως εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις.
Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση.
Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους· κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρινές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε.
Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.
Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά. Επτά χρόνια, απάντησε αυτός.
Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν.
Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι.
Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο - τα μάτια του ήταν σαν τη νύχτα - τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμη ήταν παλικαράκι. Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρινές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει. Και μία φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί· έριξε πάνω της τον πέπλο, όπως τότε, ανέβηκε στη στοά και κοίταζε κάτω στη σάλα. Εκεί στέκονταν τα επίχρυσα καθίσματα σε μεγάλες σειρές πλάι στον τοίχο, το καθένα σκεπασμένο με ένα κάλυμμα από γκρίζο λινό ύφασμα.
Και μέσα στη σιωπή άκουσε την φωνή του άντρα της, που έλεγε: Εύμαιε, μην τ' αφήνεις άλλο τα γουρουνάκια έξω μες στη νύχτα· άρχισε να κάνει ψύχρα. Όταν κάποτε έφεραν στο τραπέζι ένα στρογγυλό κεφάλι κατσικίσιο τυρί, σαν κι αυτά που έχουν σ' όλα τα νησιά της Μεσογείου, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και γέλασε μόνος του. Δεν τον ρώτησε, τι τρέχει, κι έτσι άρχισε από μόνος του να διηγείται: Αυτό το κατσικίσιο τυρί μου θυμίζει τη σπηλιά του Πολύφημου. Είχε εκατοντάδες τέτοια κεφάλια σε σανίδες τριγύρω στους πέτρινους τοίχους. Και μόλις χωθήκαμε στη σπηλιά, οι πιστοί μου σύντροφοι κι εγώ, τότε είπα…
Φίλε μου, τον διέκοψε, φαίνεται ότι δεν ξέρεις πως μου την έχεις κιόλας πει αυτή την ιστορία τέσσερις φορές. Την ξέρω λοιπόν· πώς μεθύσατε τον καημένο τον γέρο, πώς του βγάλατε - δέκα ενάντια σ' έναν - το μοναδικό του μάτι, τα έχω ακούσει πιο πολύ απ' όσο θέλω. Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ.
Επτά χρόνια, απάντησε.
Χθες έλεγες δέκα· έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;
Τώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα· αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρινού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.
Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξυνό.
Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, πέθανε ο πατέρας του, ο Λαέρτης. Αυτό ήταν βαρύ χτύπημα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσε τον γέροντα, που του στάθηκε φίλος στο ρημαγμένο σπίτι.
Ακόμη ο Λαέρτης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ο Οδυσσέας μπορούσε να του μιλάει για τις περιπέτειές του. Και μια ζωηρή αφήγηση των εμπειριών και των ανακαλύψεών του την ένιωθε ανάγκη. Όμως η γριά οικονόμος, η Ευρύκλεια, ήταν κουφή και ο Τηλέμαχος είχε άλλες έγνοιες. Γι' αυτό του άρεσε του Οδυσσέα να κάθεται έξω στο αγρόκτημα, κοντά στον Λαέρτη, και να διηγείται με ζωηρές χειρονομίες για τέρατα και πριγκίπισσες, ακόμη κι όταν αντιλαμβανόταν, πως ο γέροντας έχοντας στρέψει αλλού το βλέμμα, μακάριος, δεν τον άκουγε πια.
Όταν πέθανε, ο Οδυσσέας του έχτισε κάτω στην ακρογιαλιά ένα μνημείο από λαξεμένη πέτρα, σε σχήμα πυραμίδας, που στην είσοδό της στέκονταν δυο χάλκινες κόρες. Εκεί καθόταν ώρες μόνος του, βυθισμένος στον εαυτό του. Τώρα ήταν πενήντα χρονών και τα χρυσά σγουρά μαλλιά του, που τα είχαν αγαπήσει θεές, άρχισαν να γίνονται γκρίζα.
Εκείνο τον καιρό ο Τηλέμαχος άφησε γεια στους γονείς του. Μέσα του έβραζε το ανήσυχο πατρικό αίμα και επί πλέον δεν του άρεσε η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο σπίτι· έτσι έσμιξε με κάτι πλοία φοινικικά, που είχαν πιάσει λιμάνι στο νησί, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην ανατολική θάλασσα.
Από τη στέγη του σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα πέρα απ' τον δασωμένο λόφο, ο Οδυσσέας ακολουθούσε με τα μάτια του το πλοίο. Είχε απανεμιά και το πλοίο έμεινε μέρες στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Έπειτα, όταν η επιφάνεια της θάλασσας ρυτίδωσε από τον καθάριο άνεμο, άπλωσε λαμπρά πανιά και τράβηξε για μακρινές περιπέτειες.
Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά, όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι του στην άμμο άγγιξε το μικρό κογχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. Ακόμα κι όταν μετά την θύελλα που διέλυσε την σχεδία του κολυμπούσε μέρες μέσα στη θάλασσα, το κογχύλι το είχε μαζί, στη ζώνη του.
Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε. Από πού το ΄χεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
Το έχω απ' το νησί της Καλυψώς.
Τότε καταλαβαίνω, γιατί το αγαπάς τόσο πολύ. Συγκράτησε τα νεύρα του. Όχι είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα. Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα. Γυναίκα, φώναξε πίσω της, ας μη σταματήσουμε τη συζήτηση· θ' αφήσουμε να ριζώσει ανάμεσά μας ο δαίμονας της δυσπιστίας; όμως εκείνη έκλεισε πίσω της την πόρτα σιωπηλά.
Τα βράδια, πριν πάει για ύπνο, ο Οδυσσέας άφηνε το μικρό κογχύλι στο πρεβάζι, δίπλα στο κρεβάτι νου. Κι ένα πρωί, όταν ξύπνησε, είχε εξαφανιστεί. Έψαξε παντού, ενώ η Πηνελόπη τον παρακολουθούσε σιωπηλά, κι αφού δεν το βρήκε, κάλεσε όλο το υπηρετικό προσωπικό και υποσχέθηκε μια χρυσή μνα σε όποιον θα του έφερνε το κογχύλι.
Χρειάζομαι κι άλλες αποδείξεις; είπε η Πηνελόπη. Τώρα φαίνεται πόσο προσκολλημένος είσαι σε ό, τι σου θυμίζει αυτή την πόρνη.
Τότε τον έπιασε θυμός. Δεν είναι πόρνη· με βοήθησε στα χρόνια της ανάγκης κι εγώ θα την φυλάξω την ευγνωμοσύνη που της χρωστάω.
Ευγνωμοσύνη, ξέρω για τι, είπε η Πηνελόπη μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο.
Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη την στιγμή και ηρέμησε. Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θ' αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.
Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια. Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να τα δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτυάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι την θάλασσα, καθόταν ανάμεσα στα βράχια κι αφουγκραζόταν τον δυνατό ήχο του κύματος που έσκαγε και μέσα του μεγάλωνε με έναν οδυνηρά γλυκό τρόπο ένα συναίσθημα συντροφικότητας γι' αυτό.
Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου·και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.
Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων. Και την ώρα που τα σβησμένα του μάτια έψαχναν τον ορίζοντα, ψιθύριζαν - μόνο γι' αυτόν - τα χείλη του ασταμάτητα την αθάνατη αφήγηση: για τον αγώνα των βασιλιάδων, για τα νυχτερινά ταξίδια στις στενές θαλασσινές διαβάσεις και για τα νησιά των νυμφών.

Μετάφραση: ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΑΖΕΛΗΣ

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Η ΛΕΞΗ (Ιούνιος 1990)