Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011


Βάσω Κάκλα, Προλογίζοντας τον ποιητή Αγαθοκλή Αζέλη.



Ο Κώστας Μαυρουδής, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της εποχής μας, εξέδωσε πέρυσι τη βραβευμένη ήδη ποιητική συλλογή με τίτλο Τέσσερις εποχές. Σε αυτήν προσεγγίζει την αίσθηση της χρονικότητας, της παροδικότητας, ανακαλεί το παρελθόν στο παρόν ενώ συνάμα παρουσιάζει την καταδίκη του εκάστοτε παρόντος να διαρκεί στιγμιαία, με τη ληξιαρχική πράξη παρελθοντοποίησης στο χέρι. Οι τέσσερις εποχές του χρόνου ενσωματώνονται σαν ψηφίδες σε έτη και αιώνες. Ο Αγαθοκλής Αζέλης φαίνεται να έχει ξεκινήσει εδώ και χρόνια μια τετραλογία άλλου είδους, αν κάποτε ολοκληρωθεί. Αυτό που ο Μαυρουδής σηματοδοτεί με εποχές του χρόνου, ο Αγαθοκλής φαίνεται να το απλώνει στο εικοσιτεράωρο. Άρχισε πριν τρία χρόνια με την ποιητική συλλογή «Νύχτες στο θρυμματισμένο Ενυδρείο», την οποία θα χαρακτηρίζαμε ως ποίηση της νύχτας, όπως αυτό φαίνεται και στο συνοδευτικό κείμενο που παρουσιάζει το βιβλίο:

«Το ενυδρείο λειτουργεί διακοσμητικά και κατευναστικά κατά τη διάρκεια της ημέρας. Όταν σβήνουν όμως τα φώτα, διάγει και έναν δεύτερο, απόκρυφο βίο. Μεταμορφώνεται σε εκκολαπτήριο ποιημάτων, σαν αυτά της παρούσας συλλογής. Θεμελιώδης αγωνία των ποιημάτων, η αναζήτηση ή η δημιουργία του 'Αλλου ως συνοδοιπόρου και συνομιλητή στο λαβύρινθο της ενδοσκόπησης αλλά και η κατασκευή μιας φόρμας που θα καθιστά επιτρεπτή την άρθρωση του άφατου, ώστε να ξεπεραστεί το παραγάδι της αυτολογοκρισίας.Στο τέλος κάθε νύχτας το ενυδρείο θρυμματίζεται, αφήνοντας πίσω του, σαν απονέρια, κάποια σπαράγματα λόγου, πρώτη ύλη για τον φιλόπονο αναγνώστη που θέλει να χαράξει πάνω τους τις δικές του διαδρομές...»

Αυτό το πρώτο του βιβλίο, αφιερωμένο στην ποίηση της νύχτας, φαίνεται να ακολουθεί η ποιητική συλλογή «Εωθινές Επιγνώσεις», με ποιήματα της μετά τη νύχτα ώρας, που ανήκουν στο λυκαυγές. Εδώ αλλάζει το ποιητικό κλίμα. Αν στο πρώτο βιβλίο καταγράφονται, έστω επεξεργασμένα, τα βιώματα, στο δεύτερο, το οποίο θα παρουσιαστεί σήμερα, εγχαράσσονται οι επιγνώσεις που ακολουθούν το βίωμα. Γράφει χαρακτηριστικά ο ποιητής για το νέο του βιβλίο:

«Αν ισχύει ότι η μέρα ανήκει στη δράση και η νύχτα στο στοχασμό, το εωθινό τους μεταίχμιο αφιερώνεται στον αναστοχασμό που οδηγεί σε επιγνώσεις. Η νύχτα είναι ίσως ο χρόνος που το ποιητικό υποκείμενο διαλέγει στα αποθηκευμένα θραύσματα της μέρας τα στοιχεία που μέσα από τον αναστοχασμό και τις επιγνώσεις θα οδηγήσουν στη σύνθεση της ποιητικής του μυθολογίας, η οποία θα αποτελέσει τη γέφυρα για τη μετάβαση στην εκάστοτε επιούσα. Την απόπειρα διαμόρφωσης μιας τέτοιας υποκειμενικής μυθολογίας αποτελούν και οι τυπωμένες «Εωθινές Επιγνώσεις», με την προσδοκία να επιδώσουν στον εταίρο τους ένα όχημα με το οποίο θα χαράξει τη δική του, λυσιτελή ή μη, Οδύσσεια.»

Άραγε θα ακολουθήσουν άλλα ποιήματα, άλλο βιβλίο; Και θα συνεχίσει τη μέχρι τώρα πορεία γύρω από το εικοσιτετράωρο; Ο χρόνος θα δείξει! Στη λογοτεχνία δεν χωρούν αβέβαιες προβλέψεις. Αυτό που μέχρι τώρα είδαμε στα ποιήματα του Αγαθοκλή Αζέλη είναι κείμενα τα οποία αποτελούν οχήματα που δεν κινούνται δεσμευμένα σε νοηματικές ράγες, στα οποία μπορεί να επιβιβαστεί κάθε αποφασισμένος αναγνώστης για να χαράξει το δικό του διανοητικό ταξίδι. Αρκεί να αποποιηθεί ο αναγνώστης την ερώτηση «τι εννοεί ο ποιητής;», την οποία, καθώς γνωρίζω, ο ίδιος ο Αγαθοκλής αποτρέπει τους μαθητές του στο μάθημα της λογοτεχνίας να τη θέσουν. Αρκεί ο αναγνώστης στη θέση της ματαιωμένης ερώτησης να αναρρωτηθεί, τι μπορεί να κάνει τον ίδιο να εννοήσει και να συναισθανθεί ο ποιητής με κάθε του ποίημα.

Γνωρίζοντας το πρόσωπο Αγαθοκλής Αζέλης ως φίλο και συνάδελφο, διαβάζοντας ποιήματά του προκύπτει μέσα μου η απορία: Πώς χωράνε στον ίδιο άνθρωπο ταυτόχρονα ένας πολύ αναλυτικός, σαφής και κοινωνικός δάσκαλος, κι ένας τόσο πυκνωτικός, κρυπτικός και μοναχικός ποιητής.


(Ομιλία στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Αγαθοκλή Αζέλη «Εωθινές Επιγνώσεις», η οποία έλαβε χώρα στις 22-12-2011 στο βιβλιοπωλείο ΚΗΡΗΘΡΕΣ στα Τρίκαλα.)
Γιώργος Κόκκινος: Παρουσίαση του βιβλίου του Αγαθοκλή Αζέλη  Εωθινές Επιγνώσεις, Πλανόδιον 2011.

                                                                   (Τρίκαλα, 22 Δεκεμβρίου 2011)



        Ποιος είμαι; Γιατί βρίσκομαι εδώ; Yπό ποια ιδιότητα; Από ποια προοπτική μιλώ; Ευτυχώς ή δυστυχώς, η διερώτηση, η αναστοχαστική περίσκεψη δεν με εγκαταλείπει ποτέ. Μάλλον μοιάζει επαγγελματικό κουσούρι η συζήτηση για τις προϋποθέσεις και την αφετηρία της γνώσης. Κουσούρι, αλλά εξαιρετικά χρήσιμο, γιατί σπάζει την στερεότυπη αντίληψη της αξιακής ουδετερότητας και της αμεροληψίας του ομιλητή Ας εξηγηθώ λοιπόν αυτοπαρουσιαζόμενος...

Βρίσκομαι εδώ γιατί αισθάνομαι συνοδοιπόρος του τιμώμενου. Από δρόμους δύσβατους, άλλοτε παράλληλους και άλλοτε τεμνόμενους, ακολουθούμε δύσκολες διαδρομές μέσα στο δάσος των συμβόλων αναζητώντας νόημα, την απωλεσμένη ιερότητα των πραγμάτων, την επαναμάγευση του κόσμου, την αυθεντική ύπαρξη, τη συνέπεια λόγων και έργων.

Βρίσκομαι εδώ ως «συναθλητής» του Αγαθοκλή, από πίστη στον κοινό αγώνα και από ανάγκη να μιλήσω γι’ αυτόν και το έργο του. Χωρίς να απεμπολώ την επαγγελματική ιδιότητά μου, αλλά αδρανοποιώντας την για λίγο ή μάλλον βάζοντάς την να υπηρετήσει άλλες πειθαρχίες, θέλω  να αναδείξω εκείνη τη διάσταση του σύνθετου έργου του φίλου μου, που δεν έχει να κάνει με την ιστοριογραφία ούτε με την αλληγορική σχολιογραφία ούτε με την καφκική σάτιρα των χρονογραφημάτων του ούτε καν με την ιστορική μάθηση και την εκπαίδευση, αλλά μόνο με την καταβύθιση στον κόσμο των εσωτερικών του δαιμόνων. Δαιμόνων ή μάλλον εκπεπτωκότων αγγέλων που με τις αλλόκοτες πτήσεις τους σχηματίζουν τα υπέροχα και ενίοτε τόσο κρυπτικά, τόσο ερμητικά ιερογλυφικά της ποίησής του.

Σε άλλη περίσταση θα ήταν καλό να αναμετρηθώ και με την ιστοριογραφική παραγωγή του Αγαθοκλή:

α) τη διδακτορική του διατριβή για τη δομική κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος στο μεταίχμιο 19ου και 20ού αιώνα,

β) την πολύμοχθη εργασία του για την έκδοση του μνημειώδους έργου του δασκάλου του Gunnar Hering Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936,

γ) το πρωτοποριακό βιβλίο που έγραψε με τον Γαβρίλη Λαμπάτο με τον τίτλο Από το βουνό στον άμβωνα σχολιάζοντας τη διαδρομή ζωής και τις παρακαταθήκες του πατέρα Μιχαήλ Κοσβύρα,

δ) το σχολικό εγχειρίδιο που συνέγραψε για την τρίτη τάξη του Λυκείου και βέβαια

ε) τα εμβληματικά για τον πλούτο, την πολυμέρεια και τις κριτικές διδακτικές προσεγγίσεις που προτείνουν σχολικά βοηθήματα για το μάθημα της ιστορίας. Κατά τη γνώμη μου, είναι κατά πολύ ανώτερα των ίδιων των σχολικών βιβλίων.

Θα αρκεστώ προσώρας μόνο σε μια διαπίστωση: ενώ στα ιστοριογραφικά του έργα ο Αζέλης παραμένει σε γενικές γραμμές αγκιστρωμένος στις συμβάσεις της ιστορικής γραφής, εάν εξαιρέσουμε τη σημαντική μεταστροφή στην θεματολογία, που αποδεικνύει λόγου χάρη το βιβλίο για το αφήγημα ζωής του πατέρα Κοσβύρα, απεναντίας στο ποιητικό του έργο, σε έναν άλλωστε  εξ ορισμού πιο ευεπίφορο σημειωτικό κώδικα,  προβληματοποιεί συστηματικά τη σχέση σημαίνοντος – σημαινομένου.     

Με τον Αγαθοκλή με συνδέουν πολλά υπόγεια και υπέργεια ρεύματα:

Κοινά βιώματα: η ζορισμένη παιδική ηλικία, ο εαυτός ως θύμα ταξικών αδικιών ή πολιτικών καταναγκασμών, η μνήμη του κυνηγημένου, του απόβλητου, του πραγματικού ή φαντασιακού μετανάστη, ένα αίσθημα εσωτερικής εξορίας, η εσωτερίκευση του αποκλεισμού με τη μάσκα της ενοχής και της μνησικακίας, η μόρφωση ως δίοδος διαφυγής ή ως μοναδική επιλογή για την υπεραναπλήρωση των τραυμάτων και την κοινωνική καταξίωση, οι έντονες ψυχικές μεταπτώσεις. (Ελπίζω ότι δεν διολίσθησα στον μελοδραματισμό).

Οι ίδιοι δάσκαλοι: άλλοι από αυτούς θαλερές πλέον σκιές στον Άδη, άλλοι γενναίοι μοναχικοί αυτοεξόριστοι σε κόσμους μη απαλλοτριώσιμους, και άλλοι, τέλος, δονκιχωτικοί ιδαλγοί που εξακολουθούν με ευγένεια και σεμνότητα να δίνουν μάχες οπισθοφυλακής μέχρι τελικής πτώσεως. Ευτυχία και ευθύνη να είμαστε μαθητές τους!

Μεγάλοι έρωτες: η ιστορία και η λογοτεχνία, αυτές οι «μοιραίες γυναίκες» στη ζωή μας. (Ας με συγχωρήσουν οι σύζυγοί μας). Και πιο μοιραία ακόμα η γερμανόφωνη λογοτεχνία, ο Τόμας Μαν, ο Μούζιλ, ο Κάφκα, ο Γιόζεφ Ροθ, ο Τσβάϊχ, ο Χέρμαν Μπροχ και γενικότερα ο πολιτισμός της Μεσευρώπης.

Κοινές αγάπες: τόσο για την υψηλή όσο και για τη λαϊκή κουλτούρα. Ο Μπαχ, ο Μπετόβεν, ο Μάλερ και ο Σατί από τη μια, το τάνγκο, το φάντος, το δημοτικό και το ρεμπέτικο από την άλλη.

Η συνείδηση του τραγικού και ταυτόχρονα η πίστη στο θαύμα και στη ρομαντική δημιουργική τρέλα

Η συναίσθηση της ευθύνης και η έγνοια της αποστολής.

Η αίσθηση ότι ζούμε σε καιρούς αναντίστοιχους με την βιοθεωρία, την ηθική και τις ευαισθησίες μας, σε καιρούς ιδιοτέλειας και αυτοπάθειας, ναρκισσισμού και θρασύδειλης μετριότητας, σε ένα περιβάλλον «αισχρότητας αυτού που υπάρχει και κυριαρχεί». Για τον λόγο αυτό άλλωστε, αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας σαν ένα μοναχικό και ντροπαλό λύκο που περιπλανιέται στην στέπα ή και –σε διόλου ροκ εκδοχές- σαν ένα καλοκάγαθο παιδί που -σε πείσμα της διαμαρτυρίας ή και της ηθικής του εξέγερσης- συμμορφώνεται τελικά με τις συμβάσεις, με τους κανόνες του παιχνιδιού, κρύβοντας διακριτικά τους εσωτερικούς γκρεμούς, τα νοητικά χάσματα, τις συναισθηματικές του εκρήξεις, τον «σεληνιασμό» του, το όνειρό του να γίνει ένας «αγγελικός δυναμιτιστής» της πραγματικότητας που μας προσβάλλει, όπως ο Λωτρεαμόν, ο Ρεμπώ ή οι υπερρεαλιστές. Ειδικά όμως στην περίπτωση του Αγαθοκλή, η φρόνηση στο επίπεδο του βίου, η ελεγχόμενη διακινδύνευση, αντισταθμίζεται από την πυρετώδη, σχεδόν εμμονική, άσκηση στο επίπεδο της γραφής, η οποία μετατρέπεται  σε ένα «κινητήριο μηχανισμό εξερεύνησης» του αόρατου, του αδιόρατου, του κρυμμένου. Εν τέλει, σε πολυσήμαντη εμπειρία ελευθερίας. Στη ζωή του Αγαθοκλή, ο στίχος δεν λειτουργεί μόνο σαν σπαθί ή σαν σάλπιγγα, αλλά και σαν δοκιμαστικός σωλήνας. Τον βάζει σε περιπέτειες, γιατί σαν καλός μαθητευόμενος μάγος ή σαν αλχημιστής ο ποιητής δεν γνωρίζει ποτέ αυτό που θα προκύψει, τι κόσμο θα δημιουργήσει η έμπνευση και η εργασία του. Η τέχνη του είναι αμφίσημη κι ο ίδιος απέναντί της αμφίθυμος. Παρά ταύτα, η ένωσή του μαζί της δεν αμφισβητείται. Έχει τα γνωρίσματα μιας οντολογικής συνθήκης, ενός πεπρωμένου.

Μας συνδέει, τέλος, το ήθος του πολεμιστή που σπανίως όμως περιβάλλεται με τη λεοντή του νικητή και συνήθως αρκείται στην ασκητική ηθική της ήττας, από τις γόνιμες στάχτες της οποίας, ωστόσο, αναθρώσκει η ελπίδα της ανατροπής.

Στο σημείο αυτό κρίνω αναγκαία μια σύντομη διευκρίνιση. Δεν αναφέρομαι στις εκλεκτικές μας συγγένειες από συνειδητή ή ασύνειδη φιλοδοξία να μοιραστώ εμμέσως πλην σαφώς τα τρόπαια της αξιοσύνης του τιμώμενου. Αναφέρομαι σε αυτές διότι θεωρώ ότι τα στοιχεία που ανέδειξα μέχρι στιγμής αποτελούν δομικά υλικά της ποιητικής του ταυτότητας. Στην περίπτωση του Αγαθοκλή αρτίωσαν ένα έργο αισθητικής πληρότητας, από το οποίο σαν άλλη Αφροδίτη αναδύεται ένας συγκροτημένος τρόπος θέασης και απόλαυσης του Κόσμου, μια χειροποίητη αρχιτεκτονική του βίου. Απεναντίας, στη δική μου περίπτωση παραμένουν ασυντόνιστες δυνάμεις και σπανίως μόνο εκβάλλουν σε επιστημονικές στρατηγικές.

Ας περάσουμε όμως τώρα στην ουσία του θέματος.

Η ποίηση του Αγαθοκλή δεν είναι στενά αυτοβιογραφική, δεν υπέχει θέση μαρτυρίας. Είναι το alter ego ενός μυθιστορήματος μαθητείας, ενός Bildungsroman, που σε παλαιότερες εποχές θα προέκυπτε αβίαστα από τη γραφίδα του. Δηλαδή ενός αφηγηματικού πεζογραφήματος βιωμάτων και ιδεών, στο πλαίσιο του οποίου ο περιπλανώμενος στον αντίξοο κόσμο ήρωας αποκτά την αυτογνωσία του ολοκληρώνοντας την προσωπικότητά του και χωρίς να απολέσει τη μοναδικότητα και την αυθεντικότητά του. Αυτό που ένας συγγραφέας μυθιστορήματος μαθητείας θα μπορούσε να περιγράψει με μια πολύπλοκη διάταξη σκηνών και επεισοδίων, ο ποιητής Αζέλης το μετασχηματίζει άλλοτε σε καταιγιστική συνάρθρωση εικόνων, ήχων και συμβόλων, ενώ άλλοτε σε υπαινιγμό, κωδικοποιημένο μήνυμα ή αλληγορία.   

Αναρωτιέμαι εάν υπάρχει ένας βαθύς σύνδεσμος που καθιστά ομογάλακτες την ιστοριογραφία με την ποιητική τέχνη στο νοητικό και ψυχικό σύμπαν του Αγαθοκλή.

Επιτρέψτε ορισμένες πιθανοφανείς απαντήσεις.

 Όπως η ιστορία είναι μια κατάβαση στον Άδη που έχει στόχο την ανάσταση των νεκρών στον λόγο του ιστορικού, στην ιστορική αφήγηση, κατ’ ανάλογο τρόπο και η ποίηση του Αζέλη είναι κατ’ εξοχήν μια συνομιλία με τους αγαπημένους νεκρούς, μια αναμέτρηση με το οδυνηρό παρελθόν. Ιστορικός και ποιητής τολμούν να κατεβούν στους «κάμπους των ασφόδελων», «στον Άδη που φωλιάζουν κούφιοι νεκροί φαντάσματα θνητών αποσταμένων» (Οδύσσεια, λ, 475-476, μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη).

Γράφει ο Ζυλ Μισλέ στην Ιστορία της Γαλλίας στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα αναφερόμενος στα κρατικά αρχεία: «Όταν πρωτομπήκα σε αυτές τις κατακόμβες χειρογράφων [...] δεν περίμενα πολύ και άρχισα να διακρίνω μέσα στη φαινομενική σιωπή των διαδρόμων μια κίνηση και ένα μουρμουρητό που δεν ήταν εκείνα του θανάτου. Αυτά τα χαρτιά και οι περγαμηνές που για τόσο καιρό κείτονταν εγκαταλελειμμένα, δεν ζητούσαν τίποτε άλλο παρά να επιστρέψουν στο φως της ημέρας. Δεν ήταν χαρτιά, ήταν ζωές ανθρώπων [...] Όλοι αναστήθηκαν και μίλησαν και περικύκλωσαν τον ιστορικό με ένα στρατό που μιλούσε εκατό γλώσσες... Και καθώς ανέπνεα τη σκόνη τους, τους είδα να σηκώνονται. Σήκωναν από τον τάφο άλλος το χέρι, άλλος το κεφάλι, όπως στη Δευτέρα Παρουσία του Μικελάντζελο ή στον Χορό του Θανάτου. Αυτό τον σπασμωδικό χορό που χόρεψαν γύρω μου προσπάθησα να αναστήσω σε τούτο το έργο».

Μια τέτοια συμβολική εικόνα παραπέμπει ευδιάκριτα τόσο στη «Νέκυια» της Οδύσσειας όσο και στον προφήτη Ιεζεκιήλ. Την ξαναβρίσκουμε διακριτικά στην ποίηση του Αγαθοκλή όπου οι αγαπημένοι νεκροί ζωντανεύουν και επανέρχονται. Ο ποιητής ασθμαίνοντας ανοίγει κουβέντα μαζί τους, τους αφουγκράζεται, τους συμβουλεύεται, βιάζεται με την ανάκληση της μνήμης να δικαιώσει τον αγώνα και τις επιλογές τους. Σαν άλλος Οδυσσέας προσφέρει αίμα στις αγαπημένες σκιές για να ενσαρκωθούν και πάλι. Η τοποθέτηση αυτή συνηχεί τουλάχιστον με την προσφυή εκτίμηση ενός αγαπημένου φίλου μας, του Αντώνη Καζάκου, ο οποίος έγραψε στον Αγαθοκλή τα εξής αξιολογώντας ένα πρόσφατο δημιούργημά του εκτός συλλογής: πρόκειται για «ένα επιτύμβιο, ένα επίγραμμα ίσως, χαραγμένο σε σιωπηλή επιτύμβια στήλη, που μόλις συγκρατεί την αναπνοή του για να μην ξεσπάσει σε γοερό αναξιοπρεπή θρήνο».

Η δεύτερη ποιητική συλλογή του Αζέλη, για την οποία συζητάμε απόψε, δεν είναι μια στήλη θριάμβου που αποθεώνει τη δημιουργικότητα, την αρχιτεκτονική αρτιότητα, την εκφραστική τεχνική, την ενορατική δύναμη, τη μοναδικότητα του βιώματος ή του οράματος. Είναι μάλλον ένα σύμπλεγμα σκοτεινών συμβόλων, ένας τύμβος, ένας τάφος, η επίγνωση της μάταιης σκυταλοδρομίας των αλληλοδιάδοχων γενεών, η πικρή επίγευση του ματαιωμένου και διαψευσμένου αγώνα, του ίδιου του άστοχα νοηματοδοτημένου χρόνου. 

Αν η δικαίωση των νεκρών είναι ο πρώτος αρμός που συνδέει την ποίηση με την ιστοριογραφία του Αγαθοκλή, ο δεύτερος αρμός είναι η αποστροφή του βλέμματός του από τα ερείπια που στοιβάζει η «πρόοδος» και η στροφή του προσώπου του στο παρελθόν, στα κοιτάσματα οδύνης, αλλά και παρηγοριάς, απόγνωσης και λυτρωτικής αναστάσιμης προσδοκίας που συσσωρεύονται στις ψυχές μας. Με άλλα λόγια, ο Αγαθοκλής ακολουθεί την επιλογή του Angelus Novus, του Άγγελου της Ιστορίας στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας,  του τελευταίου αυτού έργου του τραγικού μεσσιανιστή αυτόχειρα Walter Benjamin. Υπάρχει όμως και ένας τρίτος αρμός: στα ποιήματά του αντανακλάται μια μορφή ιστορικής συνείδησης που παραπέμπει στην ίδια την ανθρωπολογική συνθήκη, στη θουκυδίδεια παθολογία, στην κοινή ανθρώπινη φύση, στη νιτσεϊκή αιώνια επαναφορά, στον αέναο κύκλο του αίματος. Είναι το μόνο σημείο που ο Αγαθοκλής αποδεικνύεται πιστός μαθητής του Σεφέρη. Υπάρχει και ένας σχεδόν αδιόρατος τέταρτος αρμός: η δεσπόζουσα σημασία της έννοιας της συνέχειας, της διαδοχής, της σκυταλοδρομίας των γενεών, της «αφθαρσίας της ύλης», όπως γράφει• στοιχείο που περιθωριοποιεί την ρήξη και την τομή. Άλλωστε, κάθε ρήξη νοείται στο σύμπαν του ως τραύμα.

Στο δίλημμα των πρωτόπλαστων «δεσμά χωρίς πόνο ή οδυνηρή ελευθερία» ο Αζέλης παραδόξως προκρίνει το πρώτο σκέλος, τα «δεσμά χωρίς πόνο». Γιατί όμως; Και επειδή δεν αντέχει τη βία, τον αποχωρισμό, την πτώση, την εξαλλαγή και την ασυνέχεια, αλλά και κυρίως επειδή δεν μπορεί να φαντασιωθεί την ελευθερία ως παγιωμένη κατάσταση, ως διάρκεια, ως καθημερινό εδεμικό βίωμα, αλλά μόνο ως αστραπή, ως έκρηξη του χρόνου, ως δημιουργικότητα, ως επώδυνο τοκετό, ως ουτοπία. Η ελευθερία ως δαιμονικός εισβολέας, η ελευθερία ως ανατροπή εγκαθιδρυμένων ισορροπιών και ιεραρχιών, η ελευθερία ως συντριβή, σε τελική ανάλυση η ελευθερία που γεννά αμφιθυμία είναι, κατά τη γνώμη μου, το αδιόρατο υποκείμενο της ποίησης του Αζέλη.       

Δύο είναι οι σκιές των ποιητικών προγόνων που κανοναρχούν την ποίησή του: ο αισθαντικός οραματιστής των «Ελεγειών του Ντουίνο», ο Ρίλκε, από τον οποίο προέρχεται και ένα από τα βασικά ερμηνευτικά κλειδιά του έργου του, αυτό της θύρας, του κατωφλιού, του μεταίχμιου, της μυητικής τελετουργίας, της μετάβασης από τον ένυλο στον άυλο κόσμο• και ο Πάουλ Τσέλαν, ο εμβληματικός ρουμανογάλλος αυτόχειρας, που εκδικήθηκε τους φονιάδες των γονιών του, την ίδια την αποικισμένη από την τρομαχτική εθνικοσοσιαλιστική ιδιόλεκτο γερμανική γλώσσα, προσφέροντάς της εφιαλτικές εικόνες, συγκοπτόμενους ρυθμούς και μεταφυσικές λάμψεις που οδηγούν τη γλώσσα του τυράννου στην ακρότατη αισθητική εκλέπτυνση και στη φιλοσοφική βαθύνοια.

Η ποίηση του Αζέλη δεν είναι αφηρημένη και νοησιαρχική, ακόμα κι όταν αυτός δημιουργεί ποιήματα ποιητικής. Όντας ελεγειακή, προϋποθέτει τη βιωμένη εμπειρία, την απώλεια, τη σκλήρυνση του χρόνου και την ανάκληση της μνήμης. Τα ποιήματά του είναι σημαίνοντα μιας αλυσίδας σημαινομένων που η αποκωδικοποίησή τους προσδίδει νόημα στην ατομική περιπέτεια, στον πραγματικό και τον θεωρητικό βίο, στην ανάγκη και την επιθυμία, στον πόθο και τη σποδό του.

Κάθε ποίημα του Αζέλη αποτελεί την ενσάρκωση μιας κατάστασης ψυχικής και διανοητικής έκτακτης ανάγκης, διακινδύνευσης και διακυβεύματος. Ο Αγαθοκλής γράφει ποιήματα για τον πόνο της νοσταλγίας που υπερνικά την απαντοχή, για τον φόβο της επιθυμίας και το ανεσταλμένο συγκινησιακό φορτίο της, για τη ματαιωμένη άνοιξη, για την ελευθερία που εξακολουθεί να φτεροκοπά συντριμμένη στα ερείπια.

Θιασώτης της μικρής φόρμας και της νευρώδους γραφής, εραστής του διασκελισμού του στίχου και ταυτόχρονα της ακραίας νοηματικής και συναισθηματικής συμπύκνωσης, συνθέτει αριστοτεχνικά μικρούς αστερισμούς εικόνων λειτουργώντας σαν μαχητής σε ανταρτοπόλεμο. «Χτυπάει και φεύγει», θα λέγαμε, περικλείοντας σε μια αστραπή νοήματος τη μέγιστη δυνατή συγκίνηση, τη μέγιστη δυνατή αποξένωση του αναγνώστη από τα ειωθότα του διάχυτου κομφορμισμού, με σκοπό την εσωτερική του αναμόρφωση, αν όχι την αναζωογόνηση του απολιθωμένου κόσμου.

Αν θελήσουμε να διακρίνουμε τα κείμενα της συλλογής σε επιμέρους κατηγορίες, οδηγούμεθα στην κατασκευή τριών βασικών:

πρόκειται πρώτον, για ποιήματα εγωκεντρικά αλλά όχι εγωπαθή, δηλαδή ποιήματα αναμέτρησης με τις βιοτικές επιλογές, αποστροφές εις εαυτόν, θραύσματα φιλοσοφικών ενατενίσεων ή μεταφυσικών ενοράσεων, συνήθως χωρίς αναγωγή στην ιστορία ή στον αρχαιοελληνικό και τον βιβλικό μύθο, μακριά δηλαδή από την καβαφική και τη σεφερική παράδοση. Μοναδικές εξαιρέσεις τα ποιήματα «Θερμοπύλες 2010 μ.Χ.», «Ισόβια», «Μάθημα ιστορίας», «Προϊούσα συνύφανση», «Υποθήκες»•

δεύτερον, για ποιήματα ποιητικής, όπως οι «Ρωγμές»•

και τρίτον, για ποιήματα με θεματικό κέντρο την τραυματική, την στοιχειωμένη μνήμη, όπως το έξοχο «Πεφιλημένοι», που μέσα του ανασαίνει ο ρυθμός των Ελεγειών του Ντουϊνο, ή η εμβληματική «Κατεδάφιση», όπου πάντως ανευρίσκεται μια ομολογημένη διακειμενική αναφορά στον Σεφέρη. Μια ακόμη, διάχυτη, αλλά όχι και ομολογημένη διακειμενική αναφορά διαπερνά, κατά τη γνώμη μου, την «Κατεδάφιση» παραπέμποντας σε αντίστοιχη επεξεργασία του αγαπημένου του συντοπίτη ποιητή Ηλία Κεφάλα. Αναφέρομαι στο ποίημα του τελευταίου με τον τίτλο «Η παλιά πόρτα» από τη συλλογή Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε (Ροές, 2010).

Τα ποιήματα του Αζέλη, με την ιδιαίτερη ατμόσφαιρά τους, ανακαλούν στη μνήμη μου εικόνες από τόσο ετερόρριζες κινηματογραφικές ταινίες: του Δαμιανού, του Παπατάκη, του Αγγελόπουλου, αλλά και του Ντράγιερ και του Μπέργκμαν. Κάτι βαρύ, ασήκωτο σαν το προπατορικό αμάρτημα, ορεινό, ομιχλώδες, ιερουργικό, απειλητικό βασιλεύει μέσα τους. Κάτι από ένοχα μυστικά καταχωνιασμένα σε σκουριασμένα μπαούλα ή στο ίδιο το υποσυνείδητο. Μια ανατριχίλα, μια κατάρα, μια μεταφυσική παρουσία, η ασταμάτητη βροχή ή το πετρωμένο χιόνι είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το σκηνικό για μια καταστροφή που βαδίζει πάνοπλη καταπάνω μας. Μια καταστροφή που η αφετηρία της συνδέεται με τον απαγορευμένο καρπό, την απόλαυση της γνώσης, τη γεύση της ελευθερίας, την επιθυμία της πρόσκαιρης αισθησιακής ευδαιμονίας. Με την έννοια αυτή, ο Πάνας και ο Διόνυσος δεν είναι αμέτοχοι στο δράμα. Αν δεν το δημιουργούν, κατ’ ελάχιστον ρίχνουν ξύλα στη φωτιά.

   Επιλέγω να μη σας μιλήσω απόψε για τον ερωτικό Αζέλη, για τη διονυσιακή του δηλαδή πλευρά. Αναπληρώνω, ωστόσο, την ηθελημένη αποσιώπηση με μία παρατήρηση και με μία σύντομη ανάγνωση.

Η παρατήρηση πρώτα: στην ποίηση του Αζέλη η επιθυμία υπερβαίνει το αντικείμενό της και την ίδια της την εκπλήρωση. Μου δίνεται μάλιστα η εντύπωση ότι η επιθυμία είναι το ενεργειακό κοίτασμα που τροφοδοτεί τη συνείδηση του ποιητή ώστε να αμφισβητείται συνεχώς ο κοινωνικός εφησυχασμός και η ναρκισσιστική επανάπαυση.

Η ανάγνωση τώρα: θα με ανεχτείτε –ελπίζω- να σας διαβάσω ένα από τα καλύτερα ερωτικά ποιήματα της συλλογής του: τιτλοφορείται «Νυχτερινές αναπολήσεις». Το λατρεύω για την αμεσότητα, την πυκνότητα και την εκφραστική του λιτότητα.



Είσαι ένα δίκοπο μαχαίρι

Κι εγώ το θηκάρι σου

Εφαρμόζεις μέσα μου

Δεν με κόβεις, δεν σε σφίγγω

Γίνεσαι ακίνδυνη

Αν και πάντα ετοιμοπόλεμη



Είμαι ένα δίκοπο μαχαίρι

Κι εσύ το θηκάρι μου

Εφαρμόζω μέσα σου

Δεν σε κόβω, δεν με σφίγγεις

Γίνομαι ακίνδυνος

Αν και πάντα ετοιμοπόλεμος.



Είμαστε δυό μαχαίρια

Που διασταυρώθηκαν κι έγιναν δίκοπα

Μα σαν στοιχειωμένες πτυσσόμενες

Μπάμπουσκες, πότε τό ΄να

Γίνεται θήκη, πότε τ’ άλλο.





            Κυρίες και κύριοι,

Φίλες και φίλοι,

Σας ευχαριστώ πολύ για την υπομονή σας.

Τον ευχαριστώ και τον ίδιο τον Αγαθοκλή που με τιμά με την εμπιστοσύνη και τη φιλία του.

Τον ευχαριστώ πάνω από όλα για την αισθητική απόλαυση που μου χαρίζουν τα δώρα της ποίησής του.

Ελπίζω η ερμηνευτική μου προσέγγιση να μην πρόδωσε το έργο του και να μη διέψευσε τις προσδοκίες σας.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

π. Μιχαήλ Κοσβύρας, Από το βουνό στον άμβωνα




Ομιλία στην Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Καλαμπάκας

π. Μιχαήλ Κοσβύρας, Από το βουνό στον άμβωνα. Ο μετασχηματισμός μιας ορεινής κοινότητα. Εισαγωγή και επιστημονική επιμέλεια, Γαβρίλης Λαμπάτος-Αγαθοκλής Αζέλης. Ταξιδευτής, Αθήνα 2009.


Σεβασμιώτατε, σεβαστοί εκπρόσωποι των αρχών, κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι!

Παίρνοντας με τη σειρά μου το λόγο, θα εστιάσω στη μέθοδο και τη θεματική/περιεχόμενο των χειρογράφων του πατέρα Μιχαήλ Κοσβύρα που εκδίδονται στο βιβλίο που παρουσιάζουμε απόψε.



Α . Η ΜΕΘΟΔΟΣ



Το κείμενο που εκδίδεται στο παρόν βιβλίο είναι σπονδυλωτό. Η βά-

ση του είναι τα απομνημονεύματα του πρωτοπρεσβύτερου Μιχαήλ

Κοσβύρα από την Αγναντιά Καλαμπάκας, τα οποία έγραψε κατά την

έβδομη δεκαετία της ζωής του και έχουν δύο σκέλη. Το πρώτο σκέ-

λος αναφέρεται κυρίως στον καθημερινό βίο των ανθρώπων της

Αγναντιάς κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Το δεύτερο, το οποίο

είναι σαφώς μεγαλύτερο σε έκταση, αναφέρεται κυρίως στην Εθνική

Αντίσταση και στον Εμφύλιο. Συμπληρώνεται από ένα νεότερο κεί-

μενο (23-5-2005 και εξής) για την εποχή του Εμφυλίου και τη μετεμ-

φυλιοπολεμική, το οποίο γράφτηκε μετά από τη συγγραφή τού κυ-

ρίως σώματος, στο οποίο επιχειρείται η καταγραφή στοιχείων που

αναδύθηκαν στη μνήμη αργότερα, και, τέλος, από μια σύντομη αυτο-

βιογραφία (χρόνος συγγραφής από 20-5 έως 10-12-1996).

Πρόκειται για κείμενο που γράφτηκε με σχέδιο και στόχο. Στον λι-

τό του πρόλογο ο συγγραφέας ορίζει με σαφήνεια τους λόγους που

τον οδήγησαν στη συγγραφή, τους στόχους και τη μέθοδό του. Βασι-

κό κίνητρο/αιτία υπήρξε η γενική άγνοια για την ιστορία του χωριού.

Συνακόλουθος στόχος είναι η καταγραφή σχετικών ιστορικών στοι-

χείων: α) με την κατάθεση των πληροφοριών που έχει συλλέξει ο

συγγραφέας για εποχές ή γεγονότα που ο ίδιος δεν εβίωσε, β) με την

αφήγηση γεγονότων τα οποία ο ίδιος έζησε. Το εγχείρημά του έχει

έναν βασικό διδακτικό στόχο: να διδαχθούν οι μέλλουσες γενεές από

τα λάθη που διέπραξαν οι παλαιότερες, ώστε να μην περιπέσουν κι

εκείνες σε ανάλογα. Από προσωπική συνέντευξη που είχαμε με τον

συγγραφέα, ερωτώντας τον για το κίνητρο που τον οδήγησε στη συγ-

γραφή τόσες δεκαετίες μετά τα γεγονότα και μήπως τον ώθησε η ανά-

γνωση άλλων βιβλίων ανάλογου περιεχομένου, ο συγγραφέας ήταν

κατηγορηματικός: δεν είχε διαβάσει τότε σχετική βιβλιογραφία. Το κί-

νητρο που τον οδήγησε στη συγγραφή ήταν η ανάγκη, γράφοντας, να

βάλει σε μια τάξη τη σκέψη του και να κατανοήσει τα συνταρακτικά

γεγονότα εκείνης της εποχής. Συνάμα, ώθηση στη συγγραφή του

έδωσε η κατανόηση ότι βίωσε μια μεγάλη αλλαγή συνθηκών ζωής,

την οποία ήθελε να θέσει υπόψη και στον ιδεατό αναγνώστη του: Χα-

ρακτηριστική είναι η παρακάτω αφήγησή του, σε συνέντευξη με τον

γιο του Νίκο,στην οποία δείχνει ότι αντιλαμβάνεται τον μεγάλο μετα-

σχηματισμό που συντελέστηκε στην Ελλάδα: «Τι αποφάσισα να γράψω

ούτε κανένα σκοπό είχα ούτε τίποτα, έτσι, με ήρθε αυτόνομα μια σκέ-

ψη και λέω: δεν κάθομαι να γράψω, ενώ τώρα έχουμε μια μεγάλη αλ-

λαγή! Αν σκεφτούμε, για χιλιάδες χρόνια ζούσαμε μια κατάσταση τέ-

τοια, με τα βόδια, με τα ζώα, με αυτά και στην εποχή τη δική μας έγι-

νε μια αλλαγή, απότομη. Ε! αυτή η αλλαγή, λέω, δεν κάθομαι να γρά-

ψω εγώ πώς ζούσαμε και πώς αμέσως μετά τον πόλεμο άλλαξε η κα-

τάσταση ολόκληρη! Για να ξέρει ο κόσμος. Από κει είχα την ιδέα να

γράψω. Την αλλαγή της καταστάσεως. Αυτό με ανάγκασε. [...] και σκεπτόμενος την αλλαγή που έγινε μπήκα και στην κατάσταση της επαναστάσεως.

...Δεν είχα σκοπό να γράψω, να εκθέσω, να κάνω. Ούτε για εκδόσεις

είχα σκοπό. Η αλήθεια αυτήν είναι. Ήθελα να γράψω τα γεγονότα, η

αλλαγή πώς έγινε. Πώς ζούσαμε και πώς γυρίσαμε μετά. Και να μά-

θουν και οι νέοι τι κατάσταση ήταν μπροστά προπολεμικά, ποια ήταν η

κατάσταση εκεί και ποια είναι σήμερα. Τότε είχαμε τα ζώα και τώρα

έχουμε μηχανή. […] Τώρα υλοποιηθήκαμε, τότε ήμασταν λίγο πνευματοποιημένοι.»

Επομένως τα κίνητρα τελικά είναι δύο: η ανάγκη κατανόησης των

γεγονότων από τον ίδιο και η επιθυμία διάσωσης της εμπειρίας για

τις επερχόμενες γενιές.

Ο συγγραφέας προφανώς κάνει μια κριτική επιλογή των πηγών

και των πληροφοριών του. Θα χρησιμοποιήσει για τη συγγραφή του

μόνο «αληθινές πληροφορίες». Εντύπωση προκαλεί η έλλειψη απο-

λυτοφροσύνης και η αντίληψη της σχετικότητας της αλήθειας των

πραγμάτων και επομένως της αφήγησης: «Επικαλούμενος την βοή-

θειαν του Θεού, να μπορέσω να γράψω με περισσότερη ακρίβεια και

λιγότερα λάθη την ζωήν του παρελθόντος». Σε αυτό έρχεται να συνα-

ντήσει τη λαϊκή σοφία του Μακρυγιάννη, στην περίφημη αναφορά

του στο διάλογο με τον Δεριγνύ.

Η αφήγηση χωρίζεται σε δύο μεγάλες ενότητες. Στην πρώτη κα-

ταγράφονται γλαφυρά στοιχεία καθημερινού βίου και λαϊκού πολιτι-

σμού κατά την προπολεμική περίοδο, ενώ στο δεύτερο τα απομνη-

μονεύματά του από τη δεκαετία του 1940 και συγκεκριμένα τα γεγο-

νότα που σχετίζονται με την Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο και τη

δική του συμμετοχή σε αυτά. Η σκέψη του συγγραφέα μπορεί να χα-

ρακτηριστεί συστηματική. Έτσι π.χ. ξεκινώντας την αφήγησή του σχε-

τικά με τις συνθήκες ίδρυσης του χωριού του, θέτει δύο θεμελιώδη

ιστορικά ερωτήματα: πότε και γιατί ιδρύθηκε, ας έμειναν τα ερωτή-

ματα αναπάντητα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το στοιχείο της σύ-

γκρισης: της προπολεμικής με την μεταπολεμική εποχή, η διαφορά

των οποίων προσθέτει ένα επιπλέον κίνητρο στον συγγραφέα για να

επιδοθεί στο έργο του. Διαθέτει πάντως ένα διεισδυτικό βλέμμα που

διακρίνει και καταγράφει τις διαφορές και αναλαμβάνει τον ρόλο του

αφηγητή που θα αφηγηθεί και για λογαριασμό των αναρίθμητων

συγχρόνων του που οι φωνές τους έμειναν βουβές, σιωπηλοί μάρ-

τυρες μιας εποχής μεγάλων γεγονότων και τομών.

Η ερευνητική ματιά του συγγραφέα πιστοποιείται από το ίδιο το

κείμενο: «Κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε να μας πληροφορήσει

πότε έγινε το χωριό σ’ αυτήν την τοποθεσίαν και ποιες συνθήκες το

επέβαλαν», γράφει στην αρχή της αφήγησής του ο συγγραφέας, ανα-

δεικνύοντας και τη μέθοδό του: ερωτήσεις προς κάθε κατεύθυνση,

δηλαδή προς κάθε διαθέσιμη πηγή. Η διάκριση της φήμης («λέγεται

ότι υπήρχε στη θέση Παλαιοχώρι στην Γκόλνα μικρό χωριό που ονο-

μαζόταν Τουρίτσα») από τη διασταυρωμένη άποψη που οδηγεί σε κά-

ποια τεκμηριωμένη γνώση, είναι συνήθως παρούσα, περνώντας συ-

χνά από την αυτοψία: «Αυτό διαπιστώνεται και από τα (παλαιά) ερεί-

πια που υπάρχουν εκεί». Όπου λείπει η βεβαιότητα, παρατίθεται η

προσωπική εκτίμηση, ρητώς δηλωμένη ως τέτοια: «Πότε όμως, δε

γνωρίζομε. Πιθανόν αυτοί να έκτισαν και την εκκλησία, τον Άγιο Κων-

σταντίνο που σώζεται...». Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προσπάθειά

του να διερευνήσει την εικασία και να της δώσει διαστάσεις αλήθει-

ας, εφόσον βρίσκει τα στοιχεία, τα οποία επίσης παραθέτει: «Επίσης,

λέγεται ότι υπήρχαν και εις την θέσιν Μπιάλα ολίγα σπίτια. Αυτό το βε-

βαιώνει το νεκροταφείο που βρίσκεται κατά μήκος του μουλαρόδρο-

μου που πήγαινε προς το νερόμυλο και προς την Οξύνεια». Το προη-

γούμενο παράθεμα καταδεικνύει και το πόσο ο συγγραφέας κινείται

στο επίπεδο του χρόνου των γεγονότων κατά την αφήγησή του, χωρίς

να διολισθαίνει στο σφάλμα να συγχέει τον χρόνο των γεγονότων με

εκείνον της αφήγησης. Χαρακτηριστική είναι και η προτεραιότητα που

επιδαψιλεύει στην επιστήμη σε σχέση με την παράδοση και τις όποι-

ες δικές του εκτιμήσεις: «Πολλά λέγει η παράδοση γι’ αυτό, αλλά

ακόμη δεν έγινε καμία προσπάθεια από την αρχαιολογική υπηρεσία

δια να διαλύσει την περιέργεια». Επίσης δείχνει να αξιοποιεί συνθετι-

κά κάποια αναγνώσματα εκκλησιαστικής ιστορίας, για να βγάλει ειδι-

κότερα συμπεράσματα για την ονοματοδοσία του τοπωνυμίου

«Οστροβός» στη νυν Αγναντιά, ως σλαβικό κατάλοιπο.

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας μας αποτελεί προϊόν

συγκερασμού πολλών γλωσσικών στρωμάτων, πράγμα που ερμη-

νεύεται από την καταγωγή, τη μόρφωση και το επάγγελμά του. Έτσι

αναγνωρίζονται στο κείμενο διαλεκτικά στοιχεία (σύνταξη και λεξιλό-

γιο) της περιοχής των Χασίων, συνάμα όμως ο καμβάς του κειμένου

είναι γραμμένος σε απλή δημοτική, επηρεασμένη σε κάποιον βαθμό

από την εκκλησιαστική γλώσσα. Χαρακτηριστικά συντακτικά στοιχεία

της ντοπιολαλιάς είναι η περιστασιακή χρήση της γενικής αντί για την

αιτιατική και αντιστρόφως, της αιτιατικής αντί για τη γενική. Διαλεκτι-

κό λεξιλόγιο συναντάμε ιδιαίτερα, όταν γράφει για τις συνήθειες της

καθημερινής ζωής.





Β . ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ



Το τμήμα του απομνημονεύματος που αναφέρεται στον Μεσοπόλεμο

είναι ένα σπάνιο λατομείο πληροφοριών για διάφορους τομείς της

καθημερινής ζωής του ορεινού όγκου: στοιχεία λαϊκού πολιτισμού

και καθημερινού βίου ακολουθούνται από ιδιαίτερα σημαντικές δη-

μογραφικές πληροφορίες ή άλλες που έχουν να κάνουν με τα ήθη

και την ηθική μιας μικρής κοινωνίας, τις οικογενειακές σχέσεις κλπ.

Πιο συγκεκριμένα και με τη σειρά (κατά το δυνατόν) που παρου-

σιάζονται τα στοιχεία στο απομνημόνευμα, αξίζει να επισημανθούν

πρώτα οι πληροφορίες που παρέχονται για τη ναοδομία σε ένα αρκε-

τά μακρύ χρονικό διάστημα, καθώς και για την οργάνωση των κοι-

μητηρίων γύρω από την εκκλησία. Για το μεταπολεμικό διάστημα μά-

λιστα παρέχονται ακόμη και συγκεκριμένες πληροφορίες για το κό-

στος συγκεκριμένων οικοδομικών εργασιών, στοιχεία σημαντικά για

την οικονομική ιστορία.

Ακόμη κι όταν είναι επιγραμματικές, ορισμένες πληροφορίες

έχουν μεγάλη αξία, όπως η σιτοδεία στην Αγναντιά ως συνέπεια του

ναυτικού αποκλεισμού της Ελλάδας κατά το 1917, ακόμη και για λε-

ηλασίες στις οποίες προέβησαν τα στρατεύματα της Αντάντ στην πε-

ριοχή. Ανάλογη σημασία έχει και η αναφορά στις συνέπειες της επι-

δημίας ισπανικής γρίπης, η οποία ξεπερνώντας τα όρια των πυκνο-

κατοικημένων πόλεων, έφτασε και στο ορεινό χωριό αποδεκατίζο-

ντας τον πληθυσμό και αφανίζοντας ολόκληρες οικογένειες.

Η περιγραφή της καθημερινότητας της αγροτικής ζωής δείχνει

μια οικονομία που δεν έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά από την επο-

χή του Ησιόδου, όπως αυτή περιγράφεται στο έργο του «Έργα και

ημέραι». Ο ίδιος ο συγγραφέας επισημαίνει εμπειρικά ότι σε όλα τα

χωριά ο τομέας της τεχνικής πλευράς της αγροτικής οικονομίας ήταν

παρόμοιος, ενώ τη μεγάλη αλλαγή την επέφερε ο πόλεμος της δεκα-

ετίας του 1940. Αφού επισημάνει την έλλειψη γεωργικών μηχανημά-

των, αποκαλύπτει μια οικονομία κατά το δυνατόν αυτάρκη. Έτσι ο γε-

ωργός κατασκευάζει μόνος του το ξυλάλετρο, ενώ μόνο το υνί το

προμηθεύεται από τον σιδερά. Εκτός από τα καλλιεργούμενα είδη, τις

μεθόδους καλλιέργειας, συγκομιδής και στοιχειώδους επεξεργασίας

των προϊόντων, της μεταφοράς και της αποθήκευσης και τα εργαλεία

που χρησιμοποιούνταν, πληροφορούμαστε και διάφορα στοιχεία ορ-

γάνωσης, όπως τη συνεταιρική καλλιέργεια, τα προβλήματα που

προέκυπταν από την πενιχρή συνήθως παραγωγή, η οποία οδηγού-

σε συχνά τους ανθρώπους στο δανεισμό για να διασφαλίσουν το

αλεύρι της χρονιάς.

Ιδιαίτερη αξία έχει και η συστηματική και γλαφυρή περιγραφή των

πρωτόγονων οικιστικών συνθηκών στην Αγναντιά. Χαρακτηριστική

είναι η συμβίωση ανθρώπων και ζώων στο ίδιο οικιστικό σύνολο και

η έλλειψη στοιχειώδους υποδομής, όπως τζάμια στα παράθυρα και

χώροι και συνθήκες υγιεινής, όπως τρεχούμενο νερό μέσα στο χωριό,

τουαλέτες και δυνατότητα μπάνιου, ενώ αναφορά κάνει και στη μεγά-

λη θνησιμότητα, η οποία οδηγεί και σε ανάλογες κοινωνικές συμπερι-

φορές: Οι περισσότεροι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, λόγω της

θνησιμότητας έκαναν περισσότερους από έναν γάμους. Χαρακτηριστι-

κά η μητέρα του συγγραφέα έκανε τρεις γάμους, ο πατέρας τρεις, αλλά

και ο πατριός τρεις. Ενδιαφέρουσες πινελιές συλλογικών νοοτροπιών

της εποχής εμφιλοχωρούν αυθόρμητα σε σημεία που δεν περιμένει

κανείς. Ακόμη και για το καθημερινό γεύμα υπάρχουν πληρο-

φορίες, για τα κουζινικά σκεύη, το τελετουργικό κ.λπ.

Καθώς ένα μέρος της οικονομίας της Αγναντιάς στηριζόταν στην

κτηνοτροφία, δεν θα μπορούσαν να λείπουν από τον προσεκτικό πα-

ρατηρητή-αφηγητή πληροφορίες γι’ αυτήν. Για την κτηνοτροφία δίνει

μια εικόνα μεγάλης δυσκολίας, ανάλογης με της γεωργίας. Ο γεωρ-

γός, όπως και ο κτηνοτρόφος, είναι έρμαιο της τύχης και των καιρι-

κών συνθηκών. Παρουσιάζεται η δυσκολία διασφάλισης της διατρο-

φής των ποιμνίων κατά τη μακρά διάρκεια του χειμώνα, η θνησιμό-

τητά τους και η πενιχρή τους παραγωγικότητα. Τέλος αναφέρεται και

στην αμπελουργία και την παραγωγή κρασιού και τσίπουρου, τα

οποία σε μεγάλο βαθμό πουλούσαν για να διασφαλίσουν ένα μέρος

από το αλεύρι της χρονιάς.

Αρκετές σελίδες αφιερώνει ο συγγραφέας στην ψυχαγωγία, την

οποία ως επί το πλείστον τη συνδέει με το γαμήλιο γλέντι. Με την ευ-

καιρία παρουσιάζει πολύ αναλυτικά τα τοπικά έθιμα του γάμου.

Ασφαλώς θα εντυπωσιάσει τον απληροφόρητο αναγνώστη το ότι η

γαμήλια τελετή δεν γίνονταν στην εκκλησία αλλά στο σπίτι, «των θυ-

ρών κεκλεισμένων», όπως χαρακτηριστικά γράφει.

Ενδιαφέρον δείχνει ο συγγραφέας και για την εκπαίδευση, πα-

ρουσιάζοντας τις συνθήκες και τις εξελίξεις κατά το Μεσοπόλεμο,

επισημαίνοντας συνάμα με την οξυδέρκεια και τη λακωνικότητα που

συχνά επιλέγει και τους λόγους για τους οποίους μέσα σε μια εικο-

σαετία μόνο δύο παιδιά από την Αγναντιά πήγαν στο γυμνάσιο: «Το

γυμνάσιον ήταν σχεδόν απρόσιτον για πολλούς λόγους, πρώτο για οι-

κονομικούς και δεύτερο για συγκοινωνιακούς».

Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου αφιερώνεται στην Εθνική

Αντίσταση και στον Εμφύλιο Πόλεμο, περίοδος που προφανώς εν-

διαφέρει τον συγγραφέα περισσότερο, καθώς σχετίζεται με την προ-

σωπική του συμμετοχή και επιλογές ζωτικής σημασίας, για τις οποί-

ες αισθάνεται την ανάγκη της δικαίωσης. Εδώ φαίνεται έντονα ο απο-

μνημονευματικός χαρακτήρας του κειμένου: «θα γράψω πολύ λίγα,

διότι η πάροδος του χρόνου θα με εμποδίσει να θυμηθώ πολλά». Κα-

θώς αναφέρθηκε ο κύριος Νημάς στα σχετικά με την

Εθνική Αντίσταση και τον Εμφύλιο, εδώ θα αναφερθούμε επι-

γραμματικά στις θεματικές του κειμένου. Στο πρώτο τμήμα αυτής της

ενότητας αναφέρεται στην καθημερινή ζωή την εποχή της Κατοχής,

στη γένεση της Εθνικής Αντίστασης στην περιοχή γύρω από την

Αγναντιά, στις εσωτερικές συγκρούσεις ανάμεσα στις αντιστασιακές

ομάδες, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στην μεγάλης σημασίας μάχη

της Οξύνειας εναντίον των Ιταλών, η νίκη στην οποία τόνωσε το ηθι-

κό των Ελλήνων της Κατοχής και ενέτεινε τη διάθεση για αντίσταση.

Εκτός από τη σημαντική μάχη περιγράφεται γλαφυρά και η κατάστα-

ση των αμάχων που αναγκάζονται να εκτοπιστούν για να αποφύγουν

τα αντίποινα. Εντυπωσιακές είναι ορισμένες σύντομες πινελιές που

αναφέρονται στην αλλαγή της ψυχοσύνθεσης των ανθρώπων, ως

συνέπεια της εμπειρίας: «Ένα μήνα κάναμε τότε στο δάσος και γυρί-

σαμε στα σπίτια που και πάλι φεύγαμε, όταν υπήρχε φόβος, αλλά εί-

χαμε συνηθίσει». Αναλυτικά αναφέρεται στις ενδοεαμικές διώξεις

εις βάρος των θεωρούμενων ως αντιφρονούντων, θύμα των οποίων

διετέλεσε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Πάντως ακόμη κι όταν αφηγεί-

ται οδυνηρά βιώματα, είτε προσωπικά είτε εθνικά, αποφεύγει να γε-

νικεύει. Έτσι οι ανθρώπινοι χαρακτήρες διαγράφονται με πλαστικό-

τητα, χωρίς τυποποίηση και γενίκευση, με τις διαφοροποιήσεις που

φέρνει στη συμπεριφορά η συγκυρία. Έτσι οι άνδρες δακρύζουν, δεί-

χνουν συμπόνια, ανθρωπιά στον αντίπαλο. Γενικά απουσιάζει η τυπο-

ποίηση των αντίπαλων στρατοπέδων με τη μανιχαϊστική προσέγγιση

καλού-κακού: «Τότε χτύπησαν τον Δριτσέλη και τον έσπρωξαν στο

μπουντρούμι δεμένο. Εμένα με άφησαν απ’ έξω με την αιτία ότι δεν

είχαν άλλο φόρτωμα να με δέσουν. Ήταν γνωστός μου και με λυπή-

θηκε, ήταν και η ώρα που διέλυσαν και πήγαν για φαγητό». Ακόμα

και για τους κατακτητές υπάρχουν λέξεις που δείχνουν ότι αναζητεί

κάποια ανθρωπιά στα πρόσωπά τους. Έτσι περιγράφοντας τον

εμπρησμό της Αγναντιάς από τους Γερμανούς καταλήγει: «20 Ιουλίου

μπήκαν μέσα στο χωριό. Κατά ώρα δέκα, φάνηκαν οι πρώτοι καπνοί

και μετά από λίγη ώρα το χωριό λαμπάδιασε. Έμειναν λίγα σπίτια που

δεν πήραν φωτιά. Τα βάλανε, αλλά έσβησαν. Ίσως ήταν καλοί και δεν

επίμεναν. Τις βραδινές ώρες έφυγαν προς την Οξύνεια.»

Στο δεύτερο σκέλος αυτής της ενότητας αναφέρεται αναλυτικά

στην εκδήλωση του Εμφυλίου Πολέμου στην περιοχή του χωριού

του, ενώ διεκτραγωδεί και τη δεινή θέση του άμαχου πληθυσμού:

«Εμείς βρισκόμασταν μέσα σε δύο πυρά, γιατί κάποτε ερχόταν στρα-

τός και κάποτε αντάρτες. Ποια στάση να κρατήσομε; Αυτόν το χειμώ-

να, 1946-1947, τον περάσαμε με πολύ φόβο». Αφηγείται πώς μέσα σε

αυτό το κλίμα φόβου οργανώνεται ο ίδιος πάλι αρχικά στο Δημοκρα-

τικό Στρατό και αργότερα στις ομάδες ΜΑΔ και ΜΑΥ. Παραστατική εί-

ναι και η αφήγηση της καθημερινής ζωής κατά την περίοδο του Εμ-

φυλίου και των μαχών στις οποίες συμμετείχε ο ίδιος, με αποκορύ-

φωμα τη μάχη στην Οξύνεια και εκείνη στη Λαγκαδιά. Τελειώνοντας

την αφήγηση του Εμφυλίου κλείνει τη σχετική ενότητα με τον επανα-

πατρισμό των εκτοπισμένων χωρικών και τις δυσυπέρβλητες δυσκο-

λίες της έναρξης μιας νέας ζωής στο χωριό τους, καθώς και με τον

κατάλογο των τριάντα συγχωριανών του, θυμάτων κατά τη διάρκεια

της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου, ανεξαρτήτως πα-

ράταξης, για τους οποίους βρίσκει ανεξαιρέτως λόγια συμπάθειας.

Με την ευκαιρία κάνει και μια κριτική αποτίμηση. Διακρίνει την

«επανάσταση» σε δύο περιόδους. Η πρώτη αρχίζει από το 1943 και

λήγει με τα Δεκεμβριανά. «Κατά την περίοδον αυτήν, που στην αρχή

φαίνονταν αναγκαία η επανάστασις, διότι αν και έκρυβε μέσα τα

ύπουλα σχέδια των αρχηγών, μην γνωρίζοντας οι άνθρωποι την ακο-

λούθησαν ευχαρίστως και με ενθουσιασμό, τελευταία έχυσε το πικρό

δηλητήριο των ύπουλων σκοπών των, νομίζοντας ότι είναι αγνή και

απελευθερωτική». Τη δεύτερη περίοδο την τοποθετεί μεταξύ 1946

και 1949 και τη θεωρεί «καθαρά κομματική και ξενοκίνητη και έγινε

με περισσότερο πάθος, γιατί δεν μπορούσε να είναι καμουφλαρισμέ-

νη όπως πρώτα και γι’ αυτό έγιναν περισσότερα θύματα». Ο συγγρα-

φέας δεν συγγράφει ακαδημαϊκή ιστορία, καταθέτει απομνημονεύ-

ματα, τα οποία χτίζονται στη βάση των βιωμάτων και της κοσμοαντί-

ληψής του, πράγμα εγγενές στα απομνημονεύματα.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στα χρόνια μετά τον Εμ-

φύλιο. Ο λόγος του είναι λιτός αλλά παραστατικός: «Όπως γράψαμε

και παραπάνω, τον Σεπτέμβριο του 1949 επαναπατρισθήκαμε. Όταν

βγήκαμε στο χωριό, η ζωή ήταν πολύ σκληρή. Όλα ερειπωμένα. Κό-

ψαμε τα χόρτα από τις αυλές και μπήκαμε μέσα στις καμένες καλύ-

βες που είχαμε αφήσει. Τρόφιμα για συντήρηση είχαμε μόνο αυτά τα

λίγα που μας έδινε η “ΟΥΝΡΑ”. Ήταν ανεπαρκή. Η ενίσχυση από το

κράτος ήταν λίγα σανίδια και πισσόχαρτο, να φτιάξομε τις καλύβες,

να ξεχειμωνιάσομε. Δουλειά για ημερομίσθιο πουθενά. Σπείραμε λί-

γα χωράφια, όσα μπόρεσε ο καθένας, γιατί δεν είχαμε και ζώα. Μας

έδωσαν σε άλλον τρία και σε άλλον πέντε πρόβατα. Ψεύτικη ζωή».

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στην πρωτοβουλία του να ιδρύσει αυτο-

σχέδιο σχολείο για τα παιδιά του χωριού, με δικαιολογία που φανε-

ρώνει έναν βαθιά προβληματισμένο άνθρωπο: «Περίπου ογδόντα

παιδιά σχολικής ηλικίας γύριζαν στους δρόμους. Ούτε το σχολείο

υπήρχε, ούτε δάσκαλος. Τότε χωρίς να ρωτήσω και να συνεννοηθώ

με κανέναν, πήρα μια πρωτοβουλία να μαζέψω κάπου τα παιδιά και

να τα κάνω μαθήματα. Όχι για να μάθουν τα πρέποντα, αλλά για μια

απασχόληση τουλάχιστο». Στην εκπαίδευση αναφέρεται αναλυτικά

όχι μόνο σε αυτή τη συγκυρία αλλά και αλλού. Ο αλφαβητισμός και η

Εκκλησία είναι δύο θεμελιώδη σημεία αναφοράς στη ζωή του και οι

πληροφορίες που παρέχει για την εκπαίδευση αποτελούν πολύτιμο

υλικό για τον εξειδικευμένο ιστορικό.

Ακολούθως ο συγγραφέας αναφέρει ορισμένες αναμνήσεις του

από τη ζωή κατά την προπολεμική περίοδο, γράφοντας για τα σχολι-

κά του βιώματα, την ενδυμασία, την παιδική εργασία, την κτηνοτρο-

φία και ειδικότερα την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, το

φαινόμενο της ληστείας. Τέλος, σε νέα καταγραφή του 2005 γράφει

ένα νέο κεφάλαιο, στο οποίο παρουσιάζει γεγονότα που παρέλειψε

στο προηγούμενο χειρόγραφό του και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδια-

φέρον, καθώς παρέχει πολύ σημαντικές πληροφορίες για την καθη-

μερινή ζωή κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου και τα προβλή-

ματα που αντιμετώπιζαν άνθρωποι που βρίσκονταν μεταξύ των δύο

αντίπαλων στρατοπέδων.

Κλείνοντας αναφέρεται στα προβλήματα που αντιμετώπισε όταν

μεταπολεμικά αποφάσισε να γραφτεί στο Εκκλησιαστικό Φροντιστή-

ριο των Τρικάλων, για να εκπληρώσει το όνειρο της ζωής του, να γί-

νει ιερέας. Συναγωνιστές του από το κυβερνητικό στρατόπεδο κατά

την περίοδο του Εμφυλίου προσπάθησαν να τον εμποδίσουν κατηγο-

ρώντας τον ως κομμουνιστή. Αφού αναφερθεί στον τρόπο με τον

οποίο αντιμετώπισε αυτά τα προσκόμματα, γράφει επιγραμματικά για

τη χειροτόνησή του και την υλοποίηση της παιδικής του επιθυμίας,

να γίνει εφημέριος στην Αγναντιά: «... δεν ήλθα να καταλάβω ενορία,

αλλά να υπηρετήσω στο χωριό όπου μεγάλωσα και πέρασα και κα-

λές και κακές ημέρες και να ολοκληρώσω την εκκλησία, την οποία

είχα όνειρο από παιδί ακόμα και προτού γίνω ιερεύς και ήμουνα επί-

τροπος. (...) και έτσι με την βοήθεια του Θεού πέτυχα αυτό που πο-

θούσα».

Σε ένα ξεχωριστό κείμενο, το οποίο τιτλοφορεί «Το ημερολόγιον

της ζωής μου», γραμμένο το 1996, ο π. Μιχαήλ Κοσβύρας παρου-

σιάζει ένα πυκνό και πλούσιο σε πληροφορίες αυτοβιογραφικό κεί-

μενο, με όλα τα στάδια της ζωής του. Κάποιες από τις πληροφορίες

υπάρχουν και στο απομνημόνευμα, άλλες παρουσιάζονται αποκλει-

στικά σε τούτο το κείμενο. Μάλιστα το χωρίζει σε ενότητες: Η παιδι-

κή μου ζωή, κατά την σχολική ηλικία, η στρατιωτική ζωή, μετά τον

Εμφύλιο, στο δρόμο για την ιεροσύνη, τα παιδιά μου. Μέσα από την

εξιστόρηση της οικογενειακής του διαδρομής μπορούμε να κατα-

νοήσουμε τους τρόπους μέσα από τους οποίους συντελείται η κοι-

νωνική κινητικότητα στη μεταπολεμική Ελλάδα. Οι σπουδές των

παιδιών καθώς και η εργασία στο Δημόσιο εξασφαλίζουν συνθήκες

διαβίωσης πολύ καλύτερες από αυτές των προηγούμενων γενιών.

Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας μπορούμε να παρακολουθή-

σουμε «στρατηγικές» που ακολούθησαν σημαντικά τμήματα του

πληθυσμού, προκειμένου να βελτιώσουν την οικονομική και κοινω-

νική τους θέση. Πρόκειται για ένα κείμενο που το ατομικό στοιχείο

συνδέεται με το ευρύτερο κοινωνικό αναδεικνύοντας με γλαφυρό

τρόπο τη συγκυρία και παρέχοντας μεγάλης σημασίας στοιχεία για

τον ιστορικό.

Θα θέλαμε σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε την έλλειψη συλ-

λογής υλικού με τις μεθόδους της προφορικής ιστορίας, η οποία θα

διέσωζε σημαντικά στιγμιότυπα και δομές του παρελθόντος, τα οποία

δεν καταγράφονται καθόλου σε άλλου είδους πηγές. Αν μάλιστα έχου-

με πλήθος απομνημονευμάτων ή συναφών κειμένων για την εποχή

της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου, απουσιάζουν ανάλογα κεί-

μενα που θα κατέγραφαν την καθημερινή ζωή κατά την περίοδο πριν

τον αστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.



Επίλογος



Κυρίες και κύριοι,



Ο τίτλος του βιβλίου μπορεί να γεννά μονοσήμαντους συνειρμούς, στην ουσία όμως εκφράζει το πολυδιάστατο της ζωής και του έργου του Παπα-Μιχάλη. Το βουνό, εκτός από τόπος καταγωγής, δεν συμβολίζει μόνο τη συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση, προπάντων συμβολίζει ένα παραδοσιακό, αρχέγονο κόσμο που χάνεται, ένα κοινωνικό και οικονομικό μοντέλο που αποτελεί παρελθόν για μας. Το συμβολικό βουνό είναι η αφετηρία και ο συμβολικός άμβωνας η άφιξη, ο νέος κόσμος που περικλείεται από τον πραγματικό άμβωνα-όραμα ζωής του Παπα-Μιχάλη και συνάμα από το αστικό, το πνευματικό, το καινούργιο. Γι΄αυτό κρίθηκε απαραίτητος και ο υπότιτλος: ο μετασχηματισμός μιας ορεινής κοινότητας.



Κλείνοντας την κατ’ ανάγκην επιγραμματική τούτη παρουσίαση, θα ήθελα να αναφερθώ στην προϊστορία τούτης της έκδοσης. Πριν από σχεδόν μια δεκαετία, όταν για 4 χρόνια διηύθυνα τα Γενικά Αρχεία του Κράτους-Αρχεία Νομού Τρικάλων, ο αγαπητός συνάδελφος Νίκος Κοσβύρας μου εμπιστεύτηκε ένα αντίγραφο των χειρογράφων του πατέρα του, η ανάγνωση του οποίου με συνεπήρε και έσπευσα να παρουσιάσω τα πρώτα πορίσματα στο Συμπόσιο Τρικαλινών Σπουδών του ΦΙΛΟΣ Τρικάλων που προανέφερε ο κ. Νημάς. Η συζήτηση που προκάλεσε εκείνη η ανακοίνωση γέννησε μέσα μου τη σκέψη ότι θα άξιζε να δημοσιευτεί το χειρόγραφο, ώστε να μπορεί να το διαβάσει τόσο η επιστημονική κοινότητα όσο και το ευρύ κοινό. Τελικά αυτή η σκέψη/επιθυμία υλοποιήθηκε πριν ένα μήνα, αφού βοήθησαν διάφορες ευνοϊκές συγκυρίες, όπως η βούληση της οικογένειας του Παπα-Μιχάλη, ιδιαίτερα η επιμονή και η βούληση του γιου του Νίκου, η καλή προαίρεση του ιδιοκτήτη του εκδοτικού οίκου Ταξιδευτής κ. Παπαδόπουλου να αναλάβει και να υλοποιήσει τούτη την καλαίσθητη έκδοση, η μετά λόγου γνώσεως συναίνεση του αγαπητού φίλου, πανεπιστημιακού καθηγητή Γιώργου Κόκκινου να συμπεριλάβει το βιβλίο στην εκλεκτή σειρά που διευθύνει στον Ταξιδευτή, με τίτλο: Έκκεντρη ιστορία – ιστορία από το περιθώριο, και last but not least, η προθυμία του αδελφικού μου φίλου και μόνιμου συνεργάτη και συνοδοιπόρου Γαβρίλη Λαμπάτου, ενός από τους καλύτερους γνώστες της ιστορίας του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα, να διαθέσει μακρύ και πολύτιμο χρόνο για να συγγράψουμε μαζί την εισαγωγή αυτού του βιβλίου και να υπομνηματίσουμε το κυρίως κείμενο.



Κυρίες και κύριοι,

επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω την εισήγησή μου με λόγο πιο προσωπικό, ακόμη κι αν δεν συνηθίζεται στις βιβλιοπαρουσιάσεις. Το χρώμα και η διαύγεια, κυριολεκτικά και μεταφορικά, του βλέμματος του παπα-Μιχάλη μου θυμίζει τον πρόωρα εκλιπόντα πατέρα μου, κατά σύμπτωση συνονόματο, Μιχαήλ, ο οποίος επίσης συμμετείχε στα μεγάλα γεγονότα εκείνης της εποχής. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα λοιπόν κατά κάποιον τρόπο συναντώνται.

Μολονότι η ματιά, η μέθοδος, στην ιστορία οφείλει να θέλει να μένει όσο γίνεται ανεπηρέαστη, αντικειμενική, πίσω από την ανάγκη να ασχοληθεί κανείς με συγκεκριμένα ιστορικά θέματα, υποφώσκουν βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις. Ίσως λοιπόν επεδίωξα την έκδοση του βιβλίου του παπα-Μιχάλη αναζητώντας στις σελίδες του και τα ίχνη του δικού μου πατέρα, όπως κι εσείς διαβάζοντάς το μπορεί να αναζητήσετε τα ίχνη προσφιλών σας προσώπων. Ας αφιερώσω λοιπόν, κλείνοντας, τη δική μου συνεισφορά και την αποψινή μου ομιλία στον αείμνηστο πατέρα μου, αλλά και στην προβολή των δύο Μιχάληδων στο μέλλον, όπως το προσεγγίζουν τα εγγόνια τους και περισσότερο συμβολικά ο Μιχάλης του Νίκου και η δική μου Μιχαέλα.



Σας ευχαριστώ!