Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΑΞΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ «ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ



 Καλές μου λέξεις
Πόσες φορές σας δένω
Κι εσείς λυμένες

Ηλίας Κεφάλας, Σιωπητήριο του χιονιού.


Είναι στ’ αλήθεια μια σκιαμαχία, αν όχι μια μάχη με προδιαγεγραμμένη την ήττα για τον τολμητία που την προκαλεί, το να προσπαθεί, έστω και επαγγελματική φιλολογική ή λογοφιλική αδεία, να αναλύσει, έστω να προσεγγίσει με τα εργαλεία του ορθού λόγου την ποιητική δημιουργία. Κι αν, για να χρησιμοποιήσω λόγια του ποιητή μας, ο ίδιος ο δημιουργός αδυνατεί να δέσει τα δημιουργήματά του, πόσο λιγότερο μπορεί να το κατορθώσει ένας θεατής της δημιουργίας! Η ποίηση, όπως και κάθε άλλη τέχνη αποτελεί έναν κόσμο περίκλειστο και η γραφική ερώτηση «τι εννοεί ο ποιητής» χρησιμοποιείται πλέον μάλλον χάριν παιδιάς και όχι στην ουσία της. Είναι άχρηστη λοιπόν μια φιλολογική προσέγγιση ενός ποιητικού έργου; Άχρηστη δεν θα τη λέγαμε, ούτε χρήσιμη, απλώς χρηστική, μια προσπάθεια ενός εξωτερικού παρατηρητή, ο οποίος συνήθως στερείται την εσωτερική γνώση της ποίησης, να μετουσιώσει εσωτερικά της στοιχεία σε μετρήσιμα κι απτά.
Καταρχάς ως μια γενική παρατήρηση, εκτιμούμε ότι η ποίηση του Ηλία Κεφάλα ακολουθεί μια ιδιωτική οδό σε σχέση με τα μεγάλα ρεύματα των ομοτέχνων της γενιάς του ποιητή, αφομοιώνοντας την παλαιότερη ποιητική (και γενικότερα πνευματική, θα λέγαμε, δημιουργία) πάνω στην οποία θα χτίσει εκείνος το δικό του οικοδόμημα.
Δεν μπορούμε να αποφύγουμε μια σύντομη αναφορά σε ορισμένα «εξωποιητικά» επικοινωνιακά στοιχεία, τα οποία δίνουν το πρώτο στίγμα του ποιητή και, όπως υποστηρίζει η επιστήμη της κειμενικής γραμματικής, δημιουργούν το πρίσμα, μέσα από το οποίο «διαβάζουμε» μια ποιητική συλλογή ή ένα κείμενο γενικότερα. Ο τίτλος «Τα μνήστρα της αβύσσου» είναι δηλωτικός σε δύο επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο υπενθυμίζει ίσως το πλατωνικό «μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω», δηλ. ότι η ανά-γνωση  (και όχι ανάγνωση) της ποίησης είναι μια υπόθεση για μυημένους ή για ανθρώπους που διαθέτουν την πρόθεση να μυηθούν. Έτσι θα ερμηνεύαμε την επιλογή της ασυνήθιστης λέξης «μνήστρα» για τον τίτλο, μη οικείας μάλλον και για τον μέσο φιλόλογο: εξομολογούμαι ότι χρειάστηκε να ανατρέξω σε λεξικό! Ο τίτλος λοιπόν μας υποδεικνύει ότι ο ποιητικός λόγος απαιτεί έρευνα και αναστοχασμό και ότι δεν εξαντλείται στη λεκτική επιφάνεια. Μας φέρνει κατά νου τη ρήση Γερμανού λογίου του 19ου αιώνα, ο οποίος επέκρινε το κοινό στο οποίο καταλόγιζε την απαίτηση να κατανοήσει μέσα σε λίγη ώρα αυτό το οποίο η μεγαλοφυία επώαζε χρόνια ολόκληρα.
Σε δεύτερο επίπεδο ο τίτλος γεωδετεί τη διάθεση στην οποία θα κινηθεί η συλλογή: μελαγχολική και ενδεχομένως πεσσιμιστική. (Τα μνήστρα, τα δώρα αρραβώνος δηλαδή, της αβύσσου. Μνηστεύεται λοιπόν το ποιητικό υποκείμενο μέσω της ποίησης έναν κόσμο-άβυσσο; Ό,τι κι αν είναι πάντως, είναι χωρίς επιστροφή). Ανάλογες σκέψεις κινεί και η αφιέρωση «Στους επόμενους· στ’ αχνό περίγραμμα της πιθανότητάς τους», ενώ το μότο από τον Πλωτίνο «Φυγήν μόνου προς μόνον» «κλειδώνει», αυτό το κλίμα.
Στη συλλογή η φυγή, ή ο θάνατος, ή ο θάνατος ως φυγή, ή η φυγή ως θάνατος αποτελεί αν όχι ένα είδος καμβά πάνω στον οποίο κεντιέται ο ποιητικός λόγος, τουλάχιστον μια κυρίαρχη έννοια, η οποία μπορεί να συνδέεται και με την έννοια του χρόνου, γενικά ιδωμένη με άγχος:
Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το ποίημα «ΠΡΩΙΝΗ ΟΜΙΧΛΗ»:

«Αλλά και άλλες ψυχρές οπτασίες προσποιούμενες
ζωντανούς θάμνους ή τέρατα
με ζέση υποδύονται το φευγαλέο και το άστατο.
Μέσα στις αφανείς παρουσίες προστίθενται:
τα αθέατα «τσιρπ» του κοκκινολαίμη
τα χάλκινα «γκονγκ» του γερο-κόρακα
που βυθομετρούν με δέος τον χρόνο –
την πιο μαύρη και αποτρόπαιη χαράδρα.».

Κι αν στο προηγούμενο ποίημα ο χρόνος απλώς βυθομετρείται, στο ποίημα με τίτλο «ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ» ο ποιητής προχωράει προς τον βυθό:

«Κάποια στιγμή πικράθηκα και μίσησα τον χρό-
νο. Όποια στιγμή τον ένιωθα, του γύριζα την
πλάτη, όποια στιγμή τον συναντούσα σαν κλέ-
φτης πάντα έφευγα κι όλο τον προσπερνούσα.
Με την ιδέα ότι ήμουν λιγάκι πιο μπροστά κι
ότι κάποια στιγμή θα γλίτωνα από εκείνον βαυ-
καλιζόμουν άστατος. Αργά, πολύ αργά κατάλα-
βα πως, με το λάθος μου εκείνο, αυτός ήταν που
κέρδιζε το στοίχημα, αυτός, που του γινόταν το
παιγνίδι, ήταν.

Αξίζει να σημειωθεί και σε αυτό το ποίημα η συνύπαρξη των εννοιών του χρόνου-θανάτου και της φυγής.
Προς το θάνατο όμως δείχνουν και τα στοιχεία της φύσης, όπως στο ποίημα «Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΡΥΑΚΙΟΥ»

«αφουγκραστείτε τα κι εσείς μαζί μου
κι ακούστε τα
με δείχνουν με το δάχτυλο και λένε
να – θα πεθάνεις
μα θα πεθάνεις δίχως άλλο λένε
έρχεται ώρα –τώρα-
να –τώρα – τώρα – θα πεθάνεις.»

Μολονότι η ποιητικότητα του λόγου ξορκίζει το θάνατο και τον κάνει αν όχι ευπρόσδεκτο, τουλάχιστον εύηχο, για να θυμηθούμε και τη συλλογή «Το θα και το να του θανάτου» του Αντώνη Φωστιέρη».
Πάντως η προσπάθεια του ανθρώπου να λησμονηθεί ή να απωθηθεί η ειμαρμένη είναι παρούσα στο ποίημα με τίτλο «ΚΛΑΜΑΤΑ»:

«Το ξέρει ο άνθρωπος πως θα χαθεί. Μα ελπί-
ζει πως αυτό θα γίνει σε κάποια άγνωστη και
μακρινή στιγμή, τόσο βαθιά στο ομιχλιασμένο
μέλλον, που φαίνεται σαν να μην πρόκειται ποτέ
να ‘ρθει.
Όμως φθάνει το κλάμα γρήγορο και με τη
μυστική, κρουστή του γλώσσα, μέσα σε δάκρυα
και στεναγμούς, μηνά το πόσο γρήγορα θα ΄ρθει
κι αυτό και όλα τ΄άλλα.

Αλλού ο δημιουργός παρουσιάζεται συμφιλιωμένος με τη μελανή κηλίδα στη ζωή του ανθρώπου όπως έλεγε ο Πασκάλ, «νοσταλγός του αδυσώπητου θανάτου» στο ποίημα «Ο ΚΟΥΚΟΣ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ». Εδώ ίσως ο θάνατος παρουσιάζεται και ως μέτρο της ζωής:

«-άλλωστε
για πόσες στιγμές αξίζει κανείς να ζει
μόνο για μια – την ύστατη
είπεν ο κούκος της Κίνας που ήξερε
και σβήνοντας τη φωνή του
άναβε –κι έδιωχνε- τη μέσα του ζωή.»

Με τον πιο λιτό και συγκλονιστικό τρόπο παρουσιάζεται ο θάνατος, ακατονόμαστος, στο ποίημα «ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ»:

«Μ’ αυτό το δέντρο-δάχτυλο σηκώνει η γη τον δείκτη της
ζητώντας να μιλήσει.»

Αν ο θάνατος παρουσιάζεται με εξαιρετική συχνότητα ως το άφευκτο μέλλον, πυκνές είναι και οι αναφορές στο παρελθόν. Με εντυπωσιακή πυκνότητα παρουσιάζεται στη συλλογή η έννοια της μνήμης και της συμπληρωματικής της λήθης, είτε με τη λέξη της είτε εννοούμενη. Στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής, με τίτλο «ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ» έχουμε τα πρώτα παραδείγματα:

Το άρωμα της μελαγχολίας ανακαλώ του ξακουσμένου
και αναθυμάμαι τους παλιούς λαμπρούς του στίχους.
Λίγα νερά στην κοίτη εμπρός μου. Μα ωστόσο
πέρα από τις κηλίδες των νερόκρινων η ομίχλη
σιγοφέγγει στους λοφίσκους.
Οι ανταύγιες του δειλινού γλιστρούν στα δάχτυλά μου.
Το φθινόπωρο σχεδόν απτό, φεγγοβολάει παντού. Η νύχτα
 δεν αργεί. Τα ειπωμένα λόγια δεν πεθαίνουν ποτέ,
 μόνο βαθαίνουν με το πέρασμα του χρόνου

Εδώ παρουσιάζεται μάλιστα ο λόγος ως σωζόμενος χάρη στη μνήμη (ο ποιητικός άραγε;) κι ως αντίδοτο του θανάτου, έστω κι ως αντίδοτο της λήθης.

Η μνήμη παρουσιάζεται, αν όχι ως κεντρικό θέμα, τουλάχιστον ως συστατικό στοιχείο του ποιητικού γίγνεσθαι του ποιητή μας.. Σταχυολογούμε χαρακτηριστικά δείγματα στίχων και μεγαλύτερων ενοτήτων, που δίνουν εντυπωσιακές πρωτότυπες εικόνες.
I.
«τώρα που η ομίχλη ανάστροφα τη μνήμη μαγνητίζει
Και ο ποταμός ανάβρα γίνεται ουράνιου φωτός»
(ΕΡΗΜΟΠΟΥΛΙ)

II.
Απ΄όπου κι αν περνάς τώρα σταμάτησε
στρέψε τη σκέψη σου πάλι σε μένα
σαν κόχη της καρδιάς που χαίρεται
σαν εγκοπή της λήθης που νικιέται
(ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΝΑΣ)

III.
«Απόλυτα μόνος ήμουνα
τρυγώντας το εν συλλήψει ποίημα,
όταν αιφνίδια
το ξαφνικό λεπίδι πέρασε της μνήμης.
χαράζοντας τα μάτια από μέσα
            ζήτησε
τον δικό του φόρο αίματος να πάρει,
την ασυμπλήρωτη φόρτιση δακρύων και
            προσαρμογών.
(ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ)

IV.
«Ιδού μπροστά μου
οι ξεχασμένες βροχές
εναποθέσαν παράφορα
την παλαιά νοσταλγία.
Μ’ εκσφενδονίσεις το φώς
εννοεί τις αλκυονίδες
και η μνήμη τυφλή
δίκην δαχτύλου
τα βουλιαγμένα ψαύει
και τα παράξενα
τη μακρινή πατρίδα
γυρεύει
την ποθεινή.
(ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ)

V.
Ο κήπος γέμισε πυκνή ομίχλη
Κι η ομίχλη γέμισε παλιές αγάπες
Ώ φως βαλσαμωμένης νύφης του χειμώνα
Κι αίμα της μνήμης απολιθωμένο
Παλιά φαντάσματα βογκούν στο σπίτι
Κι εξαχνωμένο τρέμει το φεγγάρι
 (ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ)

VI.
Τρέμει το χιόνι
Τρέμει το νερό
Και η λήθη τρέμει
Τρέμω μαζί κι εγώ
(ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΤΡΕΜΕΙ)

VII.
Συνθλίβονται στο χιόνι οι αποστάσεις.
Νήματα λέξεων γίνονται κουβάρια νοημάτων
που τα σπέρνω ατέρμονα στην ανόργωτη μνήμη
Τι θα μείνει απ΄ όλα αυτά που σκέφτομαι,
Τι θα σωθεί στον χρόνο,
(ΠΡΩΙΝΗ ΟΜΙΧΛΗ)


VIII.
Εκείνη πια είναι εδώ κι ας μη με βλέπει.
Η μνήμη κλαίει στο μαγγανοπήγαδό της
ανασύροντας επετείους.
(ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΠΟΧΩΝ Ή Η ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ)

IX.
Άφαντο δέντρο· κι η μνήμη
στο βάθρο του το ξαναστήνει απεγνωσμένα.
 (ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΕΙΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ).

Χρόνος, θάνατος, μνήμη, όπως ακροθιγώς παρουσιάστηκαν, αλλά και φυγή, θλίψη και μοναξιά, αποτελούν θεμελιώδεις θεματικούς άξονες, βασικές εκφάνσεις του ποιητικού κόσμου της συλλογής «ΤΑ ΜΝΗΣΤΡΑ ΤΗΣ ΑΒΥΣΣΟΥ» του Ηλία Κεφάλα, ή τουλάχιστον αυτό αντιληφθήκαμε περιηγούμενοι τα ποιήματά της, εν γνώσει, όπως είπαμε, του δεδομένου ότι κάναμε μία από τις πιθανές διαδρομές, ενώ, για να κλείσουμε με ένα στίχο του αείμνηστου Ανδρέα Εμπειρίκου, «Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος».

Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η Φρειδερίκη



Ο ταϊφάς της νύφης κίνησε με τα πόδια ν' ακολουθήσει τον δασικό δρόμο, δεκατέσσερα χιλιόμετρα, μέχρι την Τραγόπετρα, κοντά στον αυχένα της Κατάρας, για να επιβιβαστεί στο λεωφορείο που θα τους οδηγούσε στο χωριό του γαμπρού. Μάνα, κόρη-μελλόνυμφη προχωρημένης ηλικίας, αδελφός, σύζυγος αδελφού με βρέφος τυλιγμένο στο φουστάνι και δύο κοριτσάκια έξι και εννέα ετών κρατημένα από το χέρι. Η προίκα φορτωμένη στους ώμους. Απόντες ο πατέρας κι ο μικρότερος αδελφός, αρκετά χρόνια αδικοσκοτωμένοι. Ίσως στην απουσία τους οφειλόταν που η Φρειδερίκη προσκολλήθηκε στην οικογένεια του μεγάλου αδελφού και δεν ήθελε να ακούσει για γάμο και παιδιά, μολονότι δεν έλειψαν οι προτάσεις. Συνάμα όμως ήταν πικραμένη που ο αδελφός παντρεύτηκε πριν να κάνει το χρέος του προς εκείνη. Η νύφη της έγινε το εύκολο εξιλαστήριο θύμα. "Μπορντέλο μας το έκανες το σπίτι", της έλεγε μετά από κάθε γέννα -κι ήταν πολλές- ή αποβολή.  Όμως αυτό που χρόνια με τον τρόπο της απέφευγε, έφτασε απροσδόκητα να συναντήσει τη Φρειδερίκη. Ήρθε μια προξενήτρα από άλλο χωριό, να τη ζητήσει για τον χήρο συγγενή της. Μετά από πολλές αντιρρήσεις και διαπραγματεύσεις για την προίκα, έκλεισε η συμφωνία. Και τώρα να ο ταϊφάς στον δρόμο. Με τα πολλά έφτασαν στο χωριό του προορισμού, όπου τους πρόλαβε η προξενήτρα. "Καλύτερα να φύγετε, γιατί μετάνιωσε ο γαμπρός", τους είπε ζορισμένη και τους έφερε τον ουρανό σφοντύλι. Με τι πρόσωπο να γυρνούσαν πίσω! Μετά από πολλές διαπραγματεύσεις ο γαμπρός μαλάκωσε. "Αφού ήρθε λοιπόν, ας μείνει." Έκαναν και μαζί παιδιά, δούλεψαν σκληρά και μακροημέρευσαν. Μετά από δεκαετίες, στο μνημόσυνο του άντρα της, στο οποίο παραβρέθηκε η μετεξέλιξη του ταϊφά που λέγαμε πιο πάνω, με απώλειες, προσθήκες κι απογόνους, είπε απρόσμενα στη νύφη της. "Φαγώθηκες να με ξεφορτωθείς στην ξενιτειά. Εμένα μου έφτανε μια αγγόνα στο πατρικό μου.[i] Αφού τό' χες να φύγεις στην πόλη!" Κανείς δεν έκανε πως άκουσε. Κανείς δεν ξανάκουσε.


[i] Αγγόνα = γιατάκι, μέρος για ύπνο.

Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ ΕΔΩ;

Ο άνεμος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο
Ανάλαφρα κινούσε την κουρτίνα
Απ΄ το κιγκλίδωμα του κρεβατιού
Κάποιος παρατηρούσε μια στολή
Αγγέλου στην κρεμάστρα
Βαριά και αρυτίδωτη αυτή
Να περιμένει ποιον και πότε
Να τη βάλει

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Ο Κόλας



Ήταν και όμορφος και λεβέντης. Κοινωνικός και γλεντζές. Άλλωστε οι αρκετές για τη διάρκεια της ζωής του φωτογραφίες το πιστοποιούν: ή βρίσκεται με παρέα ή χορεύει, πρωτοχορευτής, κρατώντας το μαντίλι. Αυτά τα διαπίστωσε ο ανεψιός του όταν άνοιξε το μοναδικό αντικείμενο που άφησε πίσω, ένα χειροποίητο ορθογώνιο κουτάκι, στο οποίο η γιαγιά Ελένη είχε φυλάξει τα ίχνη του. Όμως η βασική τους γνωριμία είχε γίνει από μια φωτογραφία του με στρατιωτικά, κρεμασμένη στον τοίχο του οντά στο χωριό. Όταν ήταν μικρός ο ανεψιός, μπαινόβγαινε με μεγάλη ταχύτητα σε εκείνο το δωμάτιο και μόνον όταν ήταν απαραίτητο. Γιατί τον στρατιώτη τον συνόδευαν κι άλλοι πρόωρα χαμένοι, σε διπλανές κορνίζες. Γιατί η γιαγιά μαυροντυμένη με κεφαλομάντηλο υπαγόρευε πολλά ονόματα για το τρισάγιο, όμως πρώτα πρώτα έλεγε «Νικολάου» - έτσι έλεγαν κανονικά τον Κόλα. Και μοιρολογώντας κρυφά και φανερά, τον αποκαλούσε χίλιου. Κανείς δεν ήξερε πού το βρήκε το πιστόλι. Όλοι ήξεραν ότι, πραγματική μετεμψύχωση του συνονόματου θείου του που έσφαξαν οι ληστές, δεν θα είχε ενδοιασμό να το χρησιμοποιήσει, αν οι γνωστοί τοπάρχες συνέχιζαν να ενοχλούν τη μάνα του στη βοσκή των λιγοστών αρνιών της. Κανείς δεν μπόρεσε να χωνέψει αυτό που έκανε. Ακόμη περισσότερο ο μικρός, που πάγωσε μία φορά, μεγάλος πλέον, καθώς του έδειξαν τη φερόμενη ως υπαίτια, ασπρομάλλα και σταφιδιασμένη. Χρόνια μετά, τα σκέφτηκε απόψε απροσδόκητα, συλλογιζόμενος, παραμονή του Αγίου Νικολάου, πως ένας άλλος Νίκος είχε βαφτίσει τη μεγάλη του την κόρη και μια άλλη Όλγα, της οποίας μόλις διάβασε το μέιλ, είχε αναλάβει τη μικρή.

Αγαθοκλής Αζέλης

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τρίκαλα 2017 και πριν και μετά



                                                        Στον φίλο Κώστα Κοτρώνη, ευγνωμονών

Διαδρομές στην επαρχία
Εφάπαξ χαραγμένες
Χαμηλώνουν τις αισθήσεις
Σε ρυθμούς οριακής οικονομίας
Σκότος και φως πανομοιότυπο
Καρφώνουνε μορφές να μην αλλάζουν
Σε λεωφορείο δίχως οδηγό
Που κάνει περιοδικά τον γύρο
Αφετηρία-τέρμα σ' αντιμεταχώρηση
Τα ποιήματά μας ίδια ξαναγράφονται
Χάνοντας φθόγγους σκέψεις σε λακκούβες
Μοντέρνες Δαναΐδων εκδοχές
Παλιά πιθάρια με νερό περαστικό
Κι όμως απαρατήρητα φωτάκια αργοσβήνουν
Και όλο σκοτεινιάζει το αθέατο
Κυψέλες ξεπουλούν το εναπομείναν μέλι
Δίχως λεζάντες χάσκει στις Κηρήθρες το κενό

Αγαθοκλής Αζέλης