Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Ο Κόλας



Ήταν και όμορφος και λεβέντης. Κοινωνικός και γλεντζές. Άλλωστε οι αρκετές για τη διάρκεια της ζωής του φωτογραφίες το πιστοποιούν: ή βρίσκεται με παρέα ή χορεύει, πρωτοχορευτής, κρατώντας το μαντίλι. Αυτά τα διαπίστωσε ο ανεψιός του όταν άνοιξε το μοναδικό αντικείμενο που άφησε πίσω, ένα χειροποίητο ορθογώνιο κουτάκι, στο οποίο η γιαγιά Ελένη είχε φυλάξει τα ίχνη του. Όμως η βασική τους γνωριμία είχε γίνει από μια φωτογραφία του με στρατιωτικά, κρεμασμένη στον τοίχο του οντά στο χωριό. Όταν ήταν μικρός ο ανεψιός, μπαινόβγαινε με μεγάλη ταχύτητα σε εκείνο το δωμάτιο και μόνον όταν ήταν απαραίτητο. Γιατί τον στρατιώτη τον συνόδευαν κι άλλοι πρόωρα χαμένοι, σε διπλανές κορνίζες. Γιατί η γιαγιά μαυροντυμένη με κεφαλομάντηλο υπαγόρευε πολλά ονόματα για το τρισάγιο, όμως πρώτα πρώτα έλεγε «Νικολάου» - έτσι έλεγαν κανονικά τον Κόλα. Και μοιρολογώντας κρυφά και φανερά, τον αποκαλούσε χίλιου. Κανείς δεν ήξερε πού το βρήκε το πιστόλι. Όλοι ήξεραν ότι, πραγματική μετεμψύχωση του συνονόματου θείου του που έσφαξαν οι ληστές, δεν θα είχε ενδοιασμό να το χρησιμοποιήσει, αν οι γνωστοί τοπάρχες συνέχιζαν να ενοχλούν τη μάνα του στη βοσκή των λιγοστών αρνιών της. Κανείς δεν μπόρεσε να χωνέψει αυτό που έκανε. Ακόμη περισσότερο ο μικρός, που πάγωσε μία φορά, μεγάλος πλέον, καθώς του έδειξαν τη φερόμενη ως υπαίτια, ασπρομάλλα και σταφιδιασμένη. Χρόνια μετά, τα σκέφτηκε απόψε απροσδόκητα, συλλογιζόμενος, παραμονή του Αγίου Νικολάου, πως ένας άλλος Νίκος είχε βαφτίσει τη μεγάλη του την κόρη και μια άλλη Όλγα, της οποίας μόλις διάβασε το μέιλ, είχε αναλάβει τη μικρή.

Αγαθοκλής Αζέλης

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τρίκαλα 2017 και πριν και μετά



                                                        Στον φίλο Κώστα Κοτρώνη, ευγνωμονών

Διαδρομές στην επαρχία
Εφάπαξ χαραγμένες
Χαμηλώνουν τις αισθήσεις
Σε ρυθμούς οριακής οικονομίας
Σκότος και φως πανομοιότυπο
Καρφώνουνε μορφές να μην αλλάζουν
Σε λεωφορείο δίχως οδηγό
Που κάνει περιοδικά τον γύρο
Αφετηρία-τέρμα σ' αντιμεταχώρηση
Τα ποιήματά μας ίδια ξαναγράφονται
Χάνοντας φθόγγους σκέψεις σε λακκούβες
Μοντέρνες Δαναΐδων εκδοχές
Παλιά πιθάρια με νερό περαστικό
Κι όμως απαρατήρητα φωτάκια αργοσβήνουν
Και όλο σκοτεινιάζει το αθέατο
Κυψέλες ξεπουλούν το εναπομείναν μέλι
Δίχως λεζάντες χάσκει στις Κηρήθρες το κενό

Αγαθοκλής Αζέλης

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Mario Domínguez Parra, AGAZOKLÍS ASELIS – DOS POEMAS

AGAZOKLÍS ASELIS – DOS POEMAS

Imagen de la cubierta del libro «Εωθινές Επιγνώσεις»: Paavo Pirttimaa

  Traducción: Mario Domínguez Parra

Composición
 
Palabras que perdieron su tornavoz
Cuya techumbre devino rotura
Cuyos colores el sepia ingirió al completo
Que no detienen ya el movimiento de los coches
Que no derogan la inmovilidad de las estatuas
Palabras muertas al nacer sometidas en su diccionario
Palabras desnudas por tu acatamiento
Palabras prendas abandonadas en el escaparate
De la temporada anterior
Que parecen harapos de sentido
En la muda octava

Αποσύνθεση

Λέξεις που χάσαν τον αντίλαλό τους
Που ΄γινε το υπόστεγό τους χάλασμα
Που όλα τα χρώματα κατάπιε η σέπια
Που δεν σταματούν πια την κίνηση των οχημάτων
Που δεν καταργούν την ακινησία των αγαλμάτων
Λέξεις θνησιγενείς υποταγμένες στο λεξικό τους
Λέξεις γυμνές απ΄ την αποδοχή σου
Λέξεις ενδύματα στη βιτρίνα αφημένα
Περασμένης σαιζόν
Να φαίνονται κουρέλια νοήματος
Στη βουβή διαπασών
 
Genealogía de las palabras

Hay palabras que se extravían
Del recinto del deseo
Y se pierden en los laberintos inmediatos
Otras las llevan puestas tus hijos
Cuelgan sobre ellos mal conjuntadas cual
Ropa que da de sí. A algunas más infortunadas
Los transeúntes las convierten en trofeo de safari
En tiempo insospechado y las clavan
Embalsamadas decorativamente
Cual alhajas en las paredes
Pero más temo las aguzadas por tu mente
Que acechan en los más fieles sombreados
Y que incursionan en mis tranquilos rebaños
Sin yo saber si son seducción o guillotina

Γενεαλογία των λέξεων

Υπάρχουν λέξεις που παραστρατούν
Απ΄ της επιθυμίας τον περίβολο
Και χάνονται στους γύρω λαβυρίνθους
Άλλες πάλι τις φοράνε τα παιδιά σου
Κρέμονται πάνω τους παράταιρα σαν
Ξεχειλωμένα ρούχα. Κάποιες πιο άτυχες
Τις κάνουνε σαφάρι οι περαστικοί
Σε χρόνο ανύποπτο και τις καρφώνουνε
Βαλσαμωμένες σαν τιμαλφή
Διακοσμητικά στους τοίχους
Μα πιότερο φοβάμαι τις ακονισμένες απ΄ το νου σου
Που ενεδρεύουν στα πιο έμπιστα απόσκια
Κι επιδράμουν στις αμέριμνες αγέλες μου
Χωρίς να ξέρω αν είναι μαύλισμα ή λαιμητόμος.


Nota

El poeta y traductor griego Agazoklís Aselis (Milea, Metsovo,1963) llevó a cabo sus estudios en Atenas y en Viena (estudios de doctorado en la Facultad de Filosofía que concluyeron con su tesis doctoral en el ámbito de la Historia). Ha trabajado como investigador en la Academia de Ciencias de Viena; como lector en la Universidad de Viena, donde enseñó griego, literatura e historia de las ideas; y como profesor en el Viena International School, una institución anglófona. Desde 1997 da clase en enseñanzas medias en Grecia. Durante el período 1999-2003 organizó los Archivos Generales del Estado-Archivos de la Provincia de Tríkala.

Ha participado en congresos, tanto en Grecia como en otros países, relacionados con la ciencia y la educación. Fue miembro del Erstes Wiener Lesetheater. Ha colaborado en revistas literarias griegas. Hasta este año, trabajó durante nueve como profesor en la Escuela de Música de Tríkala.

Ha recibido varios premios del estado austríaco por sus traducciones al griego de literatura en lengua alemana (tradujo Juventud sin dios, de Ödön von Horváth y Rómulo el grande, de Friedrich Dürrenmatt).

Es autor de los siguientes libros de poemas: Noches en la pecera hecha añicos («Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο», Μεταίχμιο, 2008), Conciencias matutinas («Εωθινές Επιγνώσεις», Πλανόδιον, 2011) y Sombras de incorpóreos («Σκιές Ασωμάτων», Λογεῐον, 2016). Algunos de sus poemas han sido traducidos al alemán.

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Μπάμπουσκες εορτές



Στον κ. Αριστοτέλη Ράπτη

Χαράζει πρωινό των Χριστουγέννων
Και όλα ακολουθούν το πρόγραμμά τους
Η σκέψη μου αιφνιδιάζει τις συνέδρους
Άτροπο, Λάχεσι, Κλωθώ
Καθώς μετουσιώνονται σκεπάζοντας
Πολύτροπη τη θυμωμένη θηλυκότητα
Κάτω από ανέκφραστη αρρενωπή
Ανατολίτικου συρμού την κελεμπία
Σύνεργα σε συσκευασία ενσωματώνοντας
Σμύρνας, λιβάνου και χρυσού

Αδυνατώ να ενημερώσω τους γονείς μου
Που ευκαιριακά με επιθεωρούν στο λίκνο
Να μην ανοίγουνε την πόρτα σε γνωστούς
Οι μάγοι κατανυκτικά θωπεύουνε το βρέφος
Στα πόδια του αποθέτοντας τα δώρα

Το Πάσχα αναθρώσκει αιμοσταγές

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Το τελευταίο βλέμμα




Για μια φορά ακόμη τράβηξε την κουρτίνα και κοίταξε βιαστικά στο δρόμο. Τίποτε πάλι! Δεν συνήθιζε να καθυστερεί από τη δουλειά. Το ωράριό του ήταν τακτικό. Το ίδιο και το δρομολόγιό του. Βάρδια έξι-δύο στο κλωστοϋφαντουργείο, επιβίβαση στον ηλεκτρικό στο Νέο Φάληρο, πεζοπορία από την Ομόνοια έως την αφετηρία των λεωφορείων στην Ακαδημίας, επιβίβαση, αποβίβαση στη πέμπτη στάση της Καισαριανής, νέα πεζοπορία στο σπίτι των Άνω Ιλισίων μέσω του άλσους, για να του θυμίζει το άρωμα των πεύκων το ορεινό του χωριό, που τόσο νοσταλγούσε. Την Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου, του Αγίου Σπυρίδωνος, το κλειδί δεν έλεγε να ακουστεί. Ο νεαρός φοιτητής πηγαινοερχόταν, μια στο παράθυρο, μια στην εξώπορτα. Δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την ανησυχία για τον άτρωτο πατέρα του. Να τος όμως, τον βλέπει να κατεβαίνει από το λεωφορείο, περνάει τη διάβαση πεζών όπως πάντα κι ύστερα δεν φαίνεται πουθενά. Μετά βρίσκεται ο ίδιος κάπου αλλού, υποβασταζόμενος από ένα φιλικό του πρόσωπο, που είχε πάρει πατρικό ύφος. «Από πού ήρθαν αυτές οι παράδοξες εικόνες;», αναρωτήθηκε βγαίνοντας άλλη μια φορά στο πεζοδρόμιο. Αναλογίστηκε τον πατέρα του, όπως τον είδε το πρωί να τρώει όρθιος μια φέτα ψωμί στην κουζίνα, πίνοντας με θόρυβο γάλα απ’ το μπρίκι. Εκείνη τη μέρα γύρισε απ’ το δρόμο και φεύγοντας δεύτερη φορά, έστρεψε το κεφάλι ασυναίσθητα και κοίταξε το δωμάτιο, πριν κλείσει πίσω του την πόρτα. Το βράδυ ο γαμπρός του μάλωσε τον φλύαρο φοιτητή που μιλούσε με τις ώρες στο τηλέφωνο και δεν μπορούσε να τον βρει. Είχαν ειδοποιήσει από το Κ.Α.Τ, είπε. Τον είχανε εκεί τον πατέρα, που δεν άνοιξε ποτέ ξανά την πόρτα.

Αγαθοκλής Αζέλης