Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Η Βαυαρέζα




Όταν συμφωνήθηκε να γίνει κουμπάρος του Αυστριακού του φίλου Αλ., ο Αγ. προσκλήθηκε στο σπίτι της Βιεννέζας νύφης, για να γνωρίσει τη μητέρα της. Εκείνη τον υποδέχθηκε εγκαρδίως μιλώντας του σπαστά ελληνικά. Ήταν, λέει, Ελληνίδα. Για την ακρίβεια είχε μεταναστεύσει από την Αθήνα στα μέσα της δεκαετίας του 1940, αμέσως μετά τον πόλεμο. Ήταν μέλος της γερμανικής παροικίας της ΑΘήνας, βαυαρικής για την ακρίβεια, απόγονος των συμπατριωτών του Όθωνα, στρατιώτες και πολίτες, οι οποίοι τον συνόδευσαν κατά την κάθοδό του στην Ελλάδα για να αναλάβει τον θρόνο του νεότευκτου κράτους. Οι ναζιστικές θηριωδίες έκαναν δύσκολη τη διαμονή των αθώων εξελληνισμένων Βαυαρών και κάποιοι αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία. Η μετέπειτα κυρία Μ. βρέθηκε στη μεταπολεμική Βιέννη. Χάρηκε πολύ που η κόρη της θα είχε Έλληνα κουμπάρο και κατά κάποιον τρόπο θα επανασυνδέονταν οι δεσμοί με την παλιά πατρίδα. Όμως και ο γαμπρός της κατά απίστευτη σύμπτωση ήταν εγγονός Έλληνα, αφού ο παππούς του είχε μεταναστεύσει στην προπολεμική Αυστρία από την Καβάλα. Ο γάμος έγινε την εποχή της επιστροφής του Αγ. στην Ελλάδα, μετά την περάτωση των σπουδών του. Η πολυάσχολη πρώτη φάση της επαγγελματικής σταδιοδρομίας και οι οικογενειακές υποχρεώσεις σε συνδυασμό με την απόσταση έκαναν τους κουμπάρους να χάσουν επαφή και να απομείνουν θετικά συναισθήματα και ξεφυλλίσματα φωτογραφικών άλμπουμ. Πριν λίγες μέρες τηλεφώνησε κάποιος κύριος στο σταθερό του Αγ. Πρέπει να είναι ο Αλ., του είπε αναστατωμένη η γυναίκα του, η οποία είχε σηκώσει το τηλέφωνο. Μια ανδρική φωνή του συστήθηκε στα ελληνικά. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε γίνει η ολική επαναφορά. Αφορμή για το τηλεφώνημα ήταν ότι οι Αυστριακοί φίλοι σε λίγες μέρες θα έκλειναν είκοσι χρόνια γάμου και κάλεσαν τους κουμπάρους της θρησκευτικής τελετής για δείπνο. Σκέφτηκαν λοιπόν να ζητήσουν από τον Αγ., κουμπάρο στον πολιτικό γάμο, να παρίσταται στο δείπνο μέσω skype, ώστε να είναι όλοι μαζί. Αφού κανονίστηκε αυτό, ο Αλ. τον ενημέρωσε για τις υπόλοιπες εξελίξεις στην οικογένεια. Στην ηλικιωμένη χήρα μητέρα του έχει συνεχώς ανοιχτό ραδιόφωνο σε ελληνικό σταθμό, για να νιώθει μια επαφή με τον πολιτισμό προέλευσης του πατέρα της. Ο ίδιος κάνει ιδιαίτερο μάθημα ελληνικών με μια ελληνίδα υποψήφια διδάκτορα αρχαιολογίας. Όσο για την πεθερά του, βρίσκεται σε αρκετά προχωρημένη γεροντική άνοια. Μιλάει μόνον άψογα ελληνικά και νομίζει ότι βρίσκεται στην Αθήνα.

Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Η επιστράτευση


 Το λεωφορείο της γραμμής δεν αρκούσε για να καλύψει τις ανάγκες κι έτσι επιτάχθηκε κι ένα φορτηγό. Ο ντελάλης είχε περάσει από όλους τους μαχαλάδες. Όλοι οι άντρες μέχρι 45 χρονών έπρεπε να συγκεντρωθούν στην πλατεία του χωριού χωρίς καθυστέρηση. Οι υλοτόμοι και οι λίγοι κτηνοτρόφοι που έλειπαν στο δάσος έπρεπε να ειδοποιηθούν κι εκείνοι αμέσως. Ο ενδεκαετής Α. που απολάμβανε τις καλοκαιρινές του διακοπές από τη λάβρα της μακρινής πρωτεύουσας κοντά στη γιαγιά, είδε περνώντας τυχαία από την πλατεία την κοσμοσυρροή και σταμάτησε. Από όλες τις μεριές του χωριού μαζεύονταν άντρες με γεμάτα ταγάρια στον ώμο. Πολλούς τους ακολουθούσαν με πιο αργό βηματισμό γυναίκες, άλλες γριές με τις βαριές μετσοβίτικες φορεσιές, οι περισσότερες βουβές, άλλες νεότερες, θρηνολογώντας μια δυο, αρκετές από αυτές νιόπαντρες, κάποιες με μωρά της αγκαλιάς. Τα ήθη δεν επέτρεπαν δημόσιες αγκαλιές και φανερές εκδηλώσεις. Όμως τα περισσότερα πρόσωπα ήταν σφιγμένα, με το χωριό καμένο σε ερείπια στη μνήμη. Οι άντρες ανέβηκαν βιαστικά και πήραν θέση στα δύο οχήματα, όπως όταν πήγαιναν για αγγαρεία σε κοινοτικά έργα.
Στο μπακάλικο-ραφείο του Γιώργη, του εκ γενετής συνομήλικου φίλου του πατέρα του, τραυματία του εμφυλίου πολέμου από τη μεριά του κυβερνητικού  στρατού, είδε τον ιδιοκτήτη να κοιτάζει προς την κατεύθυνση της πλατείας σκεπτικός. -Δεν θα πας εσύ, θείε Γιώργη; ρώτησε ο μικρός. –Περάσανε για μας τα χρόνια, αγόρι μου, απάντησε εκείνος, με αδιευκρίνιστο ύφος περίσκεψης ή ανακούφισης, Για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1974 ο Α. χάρηκε που ο πατέρας του ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τους πατεράδες των περισσότερων φίλων του.

Αγαθοκλής Αζέλης

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Η ψηφοφόρος


Ήταν μερικά χρόνια πριν την άνοιξη του 1967 και επομένως το πολίτευμα ακόμη δημοκρατικό. Το καθολικό δικαίωμα μυστικής ψηφοφορίας κατοχυρωμένο πλέον και για τις γυναίκες. Θεωρητικά τουλάχιστον. Γιατί το ορεινό χωριό δύο περίπου δεκαετίες νωρίτερα είχε βρεθεί στο επίκεντρο του εμφυλίου, είχε εκκενωθεί, οι κάτοικοί του είχαν εκτοπιστεί για κάποιο διάστημα, οι αντιπαλότητες και τα πάθη είχαν οξυνθεί. Οι ηττημένοι και οι θεωρούμενοι συνοδοιπόροι τους βρίσκονταν υπό διαρκή εποπτεία. Ειδικά στις εκλογές η επαγρύπνηση ήταν επαυξημένη. Για να μη μιλήσει κανείς για τα σημαδεμένα ψηφοδέλτια αλλά και τη δυσκολία να ψηφίσουν γυναίκες αναλφάβητες, που δεν γνώριζαν να υπερασπιστούν εμπράκτως τη μυστικότητα της ψήφου.
Η Λένω ανήκε στους συνοδοιπόρους. Εκείνη δεν το γνώριζε ακριβώς, το γνώριζε όμως ο γιος της. Πώς να ψηφίσει όμως τον σωστό συνδυασμό, ενώ δεν ήξερε να διαβάζει και οι άνθρωποι που βρίσκονταν στο εκλογικό κέντρο ήταν εγκάθετοι των αντιπάλων; Πώς να ψηφίσει την προτίμησή της και συνάμα να προστατέψει τον εαυτό της από τις συνέπειες;
Οι φίλοι κορόιδευαν τον γιο της, ότι αυτή τη φορά δεν του πέρασε και η γιαγιά έδωσε αλλού την ψήφο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες η Λένω μπήκε στο εκλογικό κέντρο και οι υπεύθυνοι την καθοδήγησαν να πάρει τα ψηφοδέλτια, για να πάει στη συνέχεια πίσω από το παραβάν και να επιλέξει. Εκείνη, με τα ελάχιστα ελληνικά που γνώριζε τους είπε, τι να τα κάνει τα πολλά ψηφοδέλτια, είναι κι αγράμματη, εκείνη θέλει να ψηφίσει τον καλύτερο, τον Α., κι εκείνου το ψηφοδέλτιο να του δώσουν μόνο.  Έτσι κι έγινε.
Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος, είπε ο Μ., βγάζοντας από την τσέπη έναν φάκελο. Τον άνοιξε κι έδειξε το ψηφοδέλτιο του Α. Η Λένω, έμπειρο μέλος λαϊκού δικαστηρίου επί κατοχής, εφαρμόζοντας τους συνωμοτικούς κανόνες, πήγε πίσω από το παραβάν, έριξε στην κάλπη τον φάκελο που της είχε δώσει ο γιος της, κρύβοντας παράλληλα τον επίσημο στον κόρφο της. Επιστρέφοντας στο σπίτι παρέδωσε το πειστήριο.
Η γιαγιά ξεγλίστρησε. Όμως ο αυθόρμητος Μ. προσκλήθηκε στον σταθμό της χωροφυλακής δι' υπόθεσίν του, όταν μαθαίνοντας μετά από μέρες τα εκλογικά αποτελέσματα φώναξε, καθώς φαίνεται, λίγο πιο δυνατά από ό,τι έπρεπε, έ ρε μπαταριά καλή που φάγανε!

Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Ο "εφοριακός"


Ήταν ένα μικρόσωμο γαλανομάτικο αγόρι δεκαπέντε χρονών. Η Κατοχή δεν δυσκόλεψε αισθητά την οικονομία του χωριού, καθώς ήταν ήδη όσο δύσκολη μπορούσε. Μόνον όσοι είχαν κάποιες οικονομίες σε τράπεζες των γύρω πόλεων πληροφορήθηκαν κάποτε ότι τις έχασαν. Οι συναλλαγές στον μέγιστο βαθμό ήταν ανταλλακτικές και μικρής κλίμακας. Εκείνη τη μέρα ο μικρός Μ., φορώντας τα χαρακτηριστικά υφαντά ρούχα από γιδόμαλλο, είχε φύγει αξημέρωτα από το ορεινό χωριό της περιοχής του Μετσόβου με τρία χειροποίητα σκαφίδια ζυμώματος στην πλάτη, για να φτάσει μέρα στα Γιάννενα, να βρει αγοραστή, δηλαδή άνθρωπο που είχε αλάτι ή καλαμποκάλευρο και διάθεση να ανταλλάξει το περίσσευμά του με ένα σκαφίδι. Ενώ περπατούσε στον κεντρικό δρόμο, ένα χέρι τον σταμάτησε. Πού τα πάς τα σκαφίδια; τον ρώτησε ένας ξερακιανός άντρας. Τα δίνω για αλάτι ή αλεύρι, απάντησε με ελπίδα ο Μ. -Έχεις άδεια πωλητή; -Τι είναι αυτό; -Τότε πρέπει να πληρώσεις ένα σκαφίδι για φόρο! είπε και το τραβούσε ήδη από την πλάτη του. Απελπισία έπιασε τον μικρό. Θα γυρνούσε μισοάδειος στο χωριό; Έπιασε την άλλη άκρη και τραβούσε κι εκείνος. Ήταν χειροδύναμος, με νεύρο, η κουπανίτσα έμεινε με μια απότομη κίνηση στα χέρια του. Την ώρα που ο επίδοξος εφοριακός τον πλησίαζε πάλι, ο μικρός, με το αιματώδες του πρόσωπο ακόμη πιο κόκκινο, σήκωσε το βαρύ ξύλο και τον χτύπησε στο κεφάλι. Δεν ήξερε αν άκουσε τον κρότο ή τον ένιωσε. Πάντως μπόρεσε να φύγει ανενόχλητος, μόνο το αίμα του κάλπαζε οριακά στους κροτάφους. Μέχρι το απόγευμα αντάλλαξε τα δύο σκαφίδια που δεν έσπασαν με αλάτι και τη νύχτα μπήκε στο χωριό.
Αγαθοκλής Αζέλης