Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012


Συναντώντας τη χαμένη ουσία της εκπαίδευσης. Σκέψεις με αφορμή το αφιέρωμα του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων στο έργο του Μάνου Λοΐζου

 
 
Ο σπουδαίος ανθρωπιστής ψυχολόγος Έριχ Φρομ, στο έργο του «Η τέχνη της αγάπης» παρουσιάζει ως αγάπη τη διαδικασία με την οποία ο αγαπών καθιστά εκείνον που αγαπά δημιουργικό. Ο διαπρεπής Έλληνας κλασικός φιλόλογος του 20ου αιώνα Ιωάννης Θ. Κακριδής γράφει για την παιδαγωγική σχέση: «Παράλληλα πασκίζει και ο νέος να υψωθεί απέναντι στη μορφή του δασκάλου του, καθώς και τον αγαπά και τον πιστεύει. Σ’ αυτή την αμοιβαία υποχρέωση, που δένει μαθητή και δάσκαλο, θα ήθελα να δώσουμε το όνομα χάρις, με τη σημασία που είχε η λέξη στην αρχαία Ελλάδα. Χάρις είναι η ελεύθερη πνευματική σύνδεση δύο ανθρώπων, που καθένας τους και δίνει και παίρνει. Η υποχρέωση που νιώθει ο ένας αντίκρυ στον άλλο δεν ορίζεται από κανένα θετό νόμο· ούτε υπάρχει κανένα υλικό συμφέρο, που να προκαλεί ή να δυναμώνει την κοινή τους προσπάθεια. Στη σχέση αυτή τα άτομα ό,τι κάνουν το κάνουν νιώθοντας τον εαυτό τους απόλυτα ελεύθερο, παράλληλα όμως και υποχρεωμένο κατά κάποιον τρόπο, αυτεξούσιο και μαζί δεμένο, μ’ έναν δεσμό όμως εκούσιο και ηθελημένο.»
Αν οι παραπάνω απόψεις περιέχουν κόκκον αληθείας, τότε η εκδήλωση του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων (Πέμπτη 13-12-2012), αφιερωμένη στο έργο του συνθέτη Μάνου Λοΐζου, ξεπέρασε το πλαίσιο μιας συναυλίας, επιτρέποντας στο κοινό θέα στα καθημερινώς άδυτα της παιδαγωγικής σχέσης και διαδικασίας, οι οποίες  αναπτύσσονται στις αίθουσές του. Θα επανέλθουμε όμως.
Η συναυλία έλαβε χώρα στη νεοανεγερθείσα αίθουσα εκδηλώσεων, ένα κτίριο κόσμημα που μάλλον δεν έχει ανάλογό του στο νομό. Η αισθητική του χώρου σε συνδυασμό με την ποιότητα της εκδήλωσης λειτούργησε υποβλητικά στους θεατές, οι οποίοι παρακολούθησαν με ευλάβεια τα δρώμενα, επιβεβαιώνοντας την παιδαγωγική υπόθεση, ότι η υψηλή αισθητική σε συνδυασμό με τον σεβασμό προς το κοινό μπορεί να καλλιεργήσει την επιθυμητή συμπεριφορά, κάτι που τόσο απουσιάζει στη χώρα μας.
Η εκδήλωση ξεκίνησε με ομιλία της φιλολόγου του Μουσικού Σχολείου κ. Μαρίας Αγναντή, η οποία αναφέρθηκε αδρομερώς στον βίο του τιμώμενου συνθέτη, όσο χρειαζόταν για να στηρίξει την ανάλυση-εμβάθυνση στην καλλιτεχνική του πολιτεία. Έδωσε έμφαση στο καλλιτεχνικό ήθος του μουσουργού και στις αρχές που διέπουν το έργο του και τη διαδρομή του στον δημόσιο βίο της τέχνης, καταδεικνύοντας γιατί αποτελούν σπουδαίες παρακαταθήκες, άξιες να διατηρηθούν δίπλα στο μουσικό του έργο. Διότι αν ο καλλιτέχνης συγκινεί την ψυχή με το έργο του, καθοδηγεί συνάμα το κοινό του και θέτει ένα μέτρο με το ήθος του στους ομοτέχνους, όπως άλλωστε κάθε δημόσιο πρόσωπο. Σε αυτό το πλαίσιο «τίποτε δεν πάει χαμένο», όπως υπογράμμισε με στίχο από τραγούδι του Λοΐζου καταληκτικά η ομιλήτρια.
Την ομιλία-προανάκρουσμα ακολούθησε η παρουσίαση 16 τραγουδιών από την Ορχήστρα Ποικίλης Μουσικής, τη Μεικτή Χορωδία και τη Χορωδία Ομοίων Φωνών, υπό το γενικό πρόσταγμα του ακούραστου μαέστρου Νίκου Κοφίνα και τη συνεργασία των καταξιωμένων καθηγητών μουσικής Φιλαρέτης Φροξυλιά και Μιχάλη Ζαχαρτζή, υπεύθυνων διδασκαλίας των χορωδιών. Θα χρειαζόταν η αφηγηματική και περιγραφική δεινότητα ενός Παπαδιαμάντη για να μεταφέρει ένας αρθρογράφος το αναγνωστικό κοινό στην ατμόσφαιρα που δημιούργησε η συνεργασία εκλεκτών μελών της εκπαιδευτικής κοινότητας. Θα αρκεστούμε λοιπόν να αναφέρουμε ότι πλατεία και σκηνή ενώθηκαν σε ένα κοινό σύνολο, όντας ταυτόχρονα ακροατές και μουσικοί. Η επιλογή των τραγουδιών διαπέρασε το έργο του Λοΐζου με αντιπροσωπευτικότητα και το συγκινημένο κοινό τραγουδούσε νοσταλγικά εν πολλοίς μελωδίες που πλαισίωσαν άλλοτε την παιδική του ηλικία, ενώ όπου κρίθηκε αναγκαίο ακολούθησε με χειροκρότημα τον ρυθμό. Δεκαέξι τραγούδια είναι αριθμητικός άθλος για ένα σχολικό μουσικό σύνολο, όμως η αισθητική και το ήθος που εξέπεμπαν οι πρεσβευτές του έργου του Λοΐζου δημιούργησαν την ψευδαίσθηση ότι ο αριθμός ήταν μικρός. Το κοινό αντί να κοιτάζει το ρολόι του, αδημονούσε για τη συνέχεια. Αυτό φάνηκε και από την απροθυμία άμεσης αποχώρησης μετά το πέρας της εκδήλωσης, οπότε δημιουργήθηκαν αυθόρμητα πολυάριθμοι κύκλοι συζητήσεων.
Θα ήταν άστοχο αν κλείναμε το παρόν άρθρο εξαίροντας απλώς τους άξιους συντελεστές της εκδήλωσης, καθώς θα παραβλέπαμε την εσωτερική πλευρά του πράγματος. Πρόκειται για την παιδαγωγική διάσταση της εκδήλωσης, η οποία επιμερίζεται στην προετοιμασία και στην υλοποίησή της. Αυτή η παιδαγωγική διάσταση καθιστά το Μουσικό Σχολείο ξεχωριστό, ολοκληρωμένο σχολείο, το οποίο ανταποκρίνεται στα παιδαγωγικά προτάγματα, διαμορφώνοντας ολοκληρωμένες ελεύθερες προσωπικότητες, οι οποίες συναιρούν μέσα τους τη γνώση, την καλλιτεχνική ευαισθησία, την κοινωνικότητα, τη δεξιότητα της δημόσιας έκθεσης και τόσα άλλα. Πρόκειται για τα στοιχεία τα οποία μπορούν να διαφοροποιήσουν ένα σχολείο από ένα καλό φροντιστήριο ή ωδείο. Καταρχάς οι μαθητές προετοιμάστηκαν για τη μουσική εκδήλωση εργαζόμενοι παράλληλα για τις υπόλοιπες μαθητικές τους υποχρεώσεις. Συνάμα ανέπτυξαν ποικίλες δεξιότητες: άλλοι έπαιξαν ή τραγούδησαν ως σολίστ, αναλαμβάνοντας το μεγάλο βάρος της έκθεσης στο κοινό, άλλοι σφυρηλάτησαν τον χαρακτήρα τους ώστε να μπορούν να συνενωθούν με δεκάδες συμμαθητές στη χορωδία, σε μια φωνή και μια ψυχή, πράγμα που αποτελεί επίτευγμα σε μια χώρα στην οποία απουσιάζει η σύμπνοια, ο συντονισμός κι η αρμονία. Οι μαέστροι πάλι ανέλαβαν την ευθύνη της διδασκαλίας και του συντονισμού, καθώς και τη συναρμογή τόσων νέων ανθρώπων σε ένα μουσικό σύνολο, κάνοντας δύο μόνο πρόβες, γεγονός απίστευτο για όποιον δεν γνωρίζει. Δεν είναι εδώ ο χώρος για να αναφερθούμε στον όγκο της εργασίας που προϋποθέτει για τους υπεύθυνους καθηγητές η προετοιμασία της ομιλίας, της ενορχήστρωσης κλπ., όμως προσωπικά θεωρούμε τη διαδικασία εξαιρετικά χρονοβόρα και επίπονη και μόνον ως κατάθεση ψυχής και παιδαγωγικής χάριτος μπορεί να γεννηθεί, δεδομένου μάλιστα ότι δεν παρέχεται κάποια υλική ανταμοιβή. Επιπλέον θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ότι ακόμη και η επιμέλεια του ήχου και των οπτικών εφέ ήταν εργασία μαθητών του σχολείου. Συμπερασματικά λοιπόν, σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα θεωρητικό που στέλνει στην κοινωνία μοναχικούς πολίτες, το Μουσικό Σχολείο δείχνει με κάθε ευκαιρία ότι εκτός από ένα βαθμό στο απολυτήριο και μια επιτυχία στις Πανελλαδικές εξετάσεις, παρέχει στους μαθητές του την παιδεία και τη δεξιότητα να τα αξιοποιήσει αυτά για το προσωπικό και κοινωνικό καλό.
Αφήσαμε κάτι πολύ σημαντικό για τον επίλογο. Στη σκηνή στάθηκαν μαθητές έξι διαφορετικών τάξεων. Τα παιδιά της πρώτης γυμνασίου έκαναν το ντεμπούτο τους δίπλα σε συμμαθητές τους της τρίτης λυκείου, μαθητές οι οποίοι σε λίγους μήνες θα δοκιμαστούν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις, αγγίζοντας μια νέα αφετηρία στη ζωή τους. Λαμπροί και πολυτάλαντοι μαθητές, έδειξαν ότι υπάρχουν νέοι με θέληση, οι οποίοι αποδεικνύουν ότι ο συγκροτημένος άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίζει με επιτυχία πολλούς αγώνες μαζί. Κοντά σε αυτούς διδασκόμαστε κι εμείς οι δάσκαλοί τους από τις επιτυχίες τους. Για μας ίσως ένα από τα μεγαλύτερα κέρδη από την εργασία μας σε αυτό το σχολείο, πέρα από τη συνάντηση με εκλεκτούς συναδέλφους, είναι ότι εντείνεται η επιθυμία μας να εμπνευστούμε από τους μαθητές μας, να γίνουμε καλύτεροι στο έργο μας, κατορθώνοντας περισσότερους και ποιοτικότερους στόχους.
 
 
Αγαθοκλής Αζέλης, Φιλόλογος
Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης
 
 
 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Εκπαιδευτική επίσκεψη στη Βουλή των Ελλήνων


Ένα πανόραμα ιστορίας και πολιτισμού.


Εκπαιδευτική επίσκεψη μαθητών του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων στην Αθήνα


 

 

Στις 9 και στις 10 Νοεμβρίου οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων υλοποίησαν εκπαιδευτική επίσκεψη στη Βουλή των Ελλήνων, οργανωμένη από τον υπογραφόμενο, υπεύθυνο για την επικοινωνία του σχολείου με το Κοινοβούλιο. Ο κεντρικός στόχος της μετακίνησης πλαισιώθηκε από δραστηριότητες εκπαιδευτικού-πολιτισμικού ενδιαφέροντος, ώστε οι νεαροί μαθητές να έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν βιωματική σχέση με πολιτισμικά αγαθά και χώρους τους οποίους μόνο θεωρητικά, από το σχολικό μάθημα ή από τα ΜΜΕ γνώριζαν. Με βάση αυτό το σκεπτικό επιλέχθηκαν οι δραστηριότητες, καθώς και με σεβασμό της απαρέγκλιτης γραμμής του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, οι εκπαιδευτικές επισκέψεις του να εμπεριέχουν ουσία και όχι πρόσχημα.
Ο πρώτος χρονικά προορισμός της μετακίνησης υπήρξε η έκθεση «Οι δεινόσαυροι της Παταγωνίας», στο εκθεσιακό κέντρο στο Γουδή. Διοργανωμένη από το Πανεπιστήμιο της Κρήτης σε συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας είχε εκ των προτέρων τα αναγκαία ποιοτικά διαπιστευτήρια, όμως το βίωμα υπερέβη την προσδοκία. Με ξεναγό επιστημονικό συνεργάτη του Πανεπιστημίου, οι μαθητές είχαν την ευκαιρία, παρατηρώντας με καθοδήγηση τα αντίγραφα απολιθωμένων δεινοσαύρων, να περιδιαβούν πολλές χιλιάδες ιστορίας του πλανήτη μας και να κατανοήσουν στην πράξη τη θεωρία της εξέλιξης, την εύθραυστη ιδιοσυστασία της οικολογικής αλυσίδας, την αξία όλων των πλασμάτων της γης και την ευθύνη μας για την πορεία του πλανήτη μας.
Χωρίς διαμαρτυρίες για το πυκνό πρόγραμμα, οι μαθητές εγκαταστάθηκαν αμέσως μετά με ταχύτητα στα δωμάτιά τους στο ξενοδοχείο, για να φθάσουμε εγκαίρως στον επόμενο στόχο του προγράμματος, ο οποίος συγκινούσε βαθιά τους μαθητές κατά την προετοιμασία της μετακίνησης: την Εθνική Λυρική Σκηνή, στην οποία σχεδόν όλοι τους θα παρακολουθούσαν για πρώτη φορά στη ζωή τους από κοντά όπερα. Στο φουαγιέ του μουσικού μας θεάτρου εισέπραξα τον ενθουσιασμό πολυάριθμων θεατών στη θέα των 44 μαθητών που κατέκλυσαν τον χώρο. Οι πιο ηλικιωμένοι εξέφρασαν συγκίνηση βλέποντας νέους ανθρώπους σε ένα θέατρο που ο μέσος όρος ηλικίας των θεατών είναι υψηλός, καθώς η εθνική μας όπερα φαίνεται να μην χαίρει της δέουσας εκτίμησης στον εκπαιδευτικό κόσμο.
Σαν να γνώριζε την ποιότητα των μαθητών μας η υπεύθυνη ομαδικών κρατήσεων της Λυρικής είχε πάρει την πρωτοβουλία να μας εξασφαλίσει στο αντίτιμο των πιο φτηνών θέσεων των θεωρείων τις καλύτερες θέσεις μπροστά στην ορχήστρα, τιμής ένεκεν, τιμώντας και εκτιμώντας την ιδιότητα των μαθητών του Μουσικού Σχολείου. Οι μαθητές παρακολούθησαν προσηλωμένοι την πολύωρη παράσταση της Μανόν Λεσκώ του Τζάκομο Πουτσίνι, για την οποία οι εκλεκτοί τους καθηγητές της μουσικής στο σχολείο, τους είχαν προετοιμάσει επαρκώς, ώστε να γνωρίζουν την υπόθεση αλλά και τη σημασία της για την ιστορία του λυρικού θεάτρου. Μέσα στο θέατρο εισέπραξα τα εύσημα για την πολιτισμένη συμπεριφορά των παιδιών μας, ενώ ανάλογα σχόλια εισέπραξαν και οι ίδιοι οι μαθητές. Η μεταμοντέρνα σκηνοθεσία του περιζήτητου Ντελ Μόνακο προκάλεσε μια σε βάθος συζήτηση με μαθητές για ζητήματα σκηνοθεσίας κλασικών έργων. Η κορυφαία ποιότητα των φωνητικών και της μουσικής εντυπωσίασαν βαθιά μαθητές και συνοδούς.
Η δεύτερη μέρα διαγραφόταν ακόμη πιο απαιτητική, καθώς το πρόγραμμά μας περιλάμβανε τέσσερις προορισμούς. Ο πρώτος ήταν το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ένα από τα σημαντικότερα μουσεία του είδους παγκοσμίως. Εδώ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο δεύτερος των συνοδών, καθηγητής εικαστικών και διακεκριμένος ζωγράφος, ο κ. Γιάννης Μαυρικάκης, καθώς είχε πολλά να παρουσιάσει στους μαθητές για την εξέλιξη της τέχνης στο πέρασμα των αιώνων, από πλευράς κοινωνιολογίας της τέχνης αλλά και αναφορικά με την εξέλιξη στα εκφραστικά μέσα. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να διατρέξουν μια μακρά περίοδο ιστορίας της τέχνης, από την αιγυπτιακή μέχρι την ελληνιστική, ενώ το επιστέγασμα της εκεί διαδρομής μας ήταν η παρατήρηση του περίφημου «μηχανισμού των Αντικυθήρων», του «υπολογιστή της αρχαιότητας», για τον οποίο τόσος λόγος έγινε στα ΜΜΕ.
Ο δεύτερος προορισμός μας ήταν το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο. Μια ταχεία οπτική περιδιάβαση με στάση σε εκθέματα αναφοράς, τα οποία αναλύθηκαν επισταμένως με την καθοριστικής σημασίας συνδρομή του κ. Μαυρικάκη, πρόσφερε στους μαθητές μια διαδρομή σε πολλούς αιώνες ιστορίας της τέχνης, ξεκινώντας από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού και καταλήγοντας σε δημιουργήματα του 18ου αιώνα. Σε αυτό το Μουσείο οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να τεκμηριώσουν οπτικά όσα διδάχθηκαν πέρυσι στο μάθημά μας της Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας, το οποίο είχα την τύχη να τους διδάξω. Τα παιδιά επισκέφθηκαν και τις δύο περιοδικές εκθέσεις, περισσότερο τα συγκίνησε όμως η έκθεση βιβλιοδεσίας. Κατερχόμενοι τη σκάλα από την έκθεση βιβλιοδεσίας, κάποιοι μαθητές, συγκινημένοι από τα εκθέματα, έψαλαν αυθόρμητα έναν ψαλμό που διδάσκονται στο Σχολείο μας στο μάθημα της Βυζαντινής Μουσικής, μνημονεύοντας παράλληλα την εκλεκτή τους καθηγήτρια, δείχνοντας συνάμα ότι όσα διδάσκονται δεν αποτελούν μια απλή παροδική εξεταστέα ύλη, παρά παιδεία διαμορφωτική της διάνοιας, της ψυχής και του ήθους στο διηνεκές. Στο άκουσμα του ψαλμού έσπευσε μία συνεργάτιδα του Μουσείου, η οποία παρακάλεσε τους μαθητές να τραγουδήσουν, πράγμα το οποίο έγινε. Τα δάκρυα της καλλιεργημένης κυρίας ας αναφερθούν στο σημείο αυτό αντί δικού μας σχολίου.
Όμως ο χρόνος ήταν αμείλικτος και έπρεπε να σπεύσουμε στη Βουλή των Ελλήνων. Ακριβείς κι εκεί στο ραντεβού μας, χάρη στη συνέπεια των μαθητών, απολαύσαμε μια κατατοπιστική οπτικοακουστική ξενάγηση στην ιστορία του κτιρίου, με ενσωματωμένα στοιχεία της πολιτικής ιστορίας της Νεότερης Ελλάδας. Η άξια επιστημονικά και χαρισματική παιδαγωγικά επιστημονική συνεργάτιδα της Βουλής που μας υποδέχθηκε, έδωσε το έναυσμα σε ευαίσθητους πολιτικά μαθητές μας να κάνουν μαζί της ουσιαστικό διάλογο.  Την ομάδα μας υποδέχθηκε επίσης η βουλευτής Τρικάλων κ. Δριτσέλη, με την οποία είχαμε την ευκαιρία να συζητήσουμε θέματα που αφορούν στη σημασία και τη λειτουργία του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων. Μια σύντομη επίσκεψη στο θεωρείο της Βουλής, από το οποίο παρακολουθήσαμε μέρος της συζήτησης για τον προϋπολογισμό, συμπλήρωσε το σημαντικό βίωμα των μαθητών όσον αφορά στο πολιτικό παρόν, την υπό διαμόρφωση ιστορία.
Ο τελευταίος προορισμός της ημέρας ήταν το Μουσείο της Ακρόπολης, προσκυνηματικός στόχος κάθε πολιτισμένου ανθρώπου, πόσο μάλλον των μαθητών ενός καλλιτεχνικού σχολείου με σημείο αναφοράς τα ανθρωπιστικά γράμματα. Οι μαθητές περιδιάβηκαν με δέος εκθέματα αντιπροσωπευτικά της πεμπτουσίας του ανθρώπινου πολιτισμού, έκαναν μια «επανάληψη» στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης, ενημερώθηκαν από τους συνοδούς καθηγητές για το ζήτημα των «ελγινείων» γλυπτών, ενώ μας εντυπωσίασαν με την ιστορικά ευαίσθητη οπτική τους για την αρχιτεκτονική: με θέα τον βράχο της Ακρόπολης, ο οποίος έρχεται σε διαλεκτική σχέση με τα εκθέματα του μουσείου, διατύπωσαν τη συγκλονιστική, αν σκεφτεί κανείς την ηλικία τους, άποψη, ότι ένα μνημείο που αποσπάται από τον χώρο δημιουργίας του χάνει την αξία του, συνάμα δε οι ίδιοι υποστήριξαν ότι προτιμούν τα μνημεία της Ακρόπολης στη σύγχρονή τους μορφή, καθώς η φθορά τους είναι φορέας της ιστορικής εξέλιξης και μνήμης, παρά έναν απολύτως αποκατεστημένο Παρθενώνα-μακέτα.
Στη διαδρομή της επιστροφής έγινε μεταξύ των συνοδών καθηγητών και μαθητών των κοντινών καθισμάτων μια αναλυτική συζήτηση για ζητήματα επικαιρότητας, με πρωτοβουλία των παιδιών. Σε αυτή τη συζήτηση διαπίστωσα ότι είχα την ευκαιρία να μάθω περισσότερα πράγματα για κάποια παιδιά του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων. Μέχρι τότε γνώριζα ότι είναι άριστοι μαθητές σε γνώσεις και ήθος. Τώρα έχω τη βεβαιότητα ότι διαθέτουν ωριμότητα την οποία διαπιστώνει κανείς μόνο σε σοβαρούς ενήλικες.
Συνοψίζοντας, οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να κάνουν μια πολιτισμική-ιστορική διαδρομή που ξεκινούσε από τους προϊστορικούς χρόνους και κατέληγε στη σύγχρονη εποχή. Ελπίζουμε ότι το πλήθος των παραστάσεων που προσέλαβαν θα το αποκωδικοποιήσουν στην ολότητά του σταδιακά με την πάροδο του χρόνου και θα το αφομοιώσουν εν ευθέτω χρόνω. Απομένει να ευχαριστήσω τους δύο συνοδούς καθηγητές, τον κ. Γιάννη Μαυρικάκη και την κ. Ελένη Αλεξίου για τη συνεισφορά τους, καθώς και τον Διευθυντή του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων κ. Βασίλη Παπακώστα για τη συνδρομή του στην προετοιμασία της εκπαιδευτικής επίσκεψης. Κλείνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω το ταξιδιωτικό γραφείο Καραθανάσης για την άψογη συνεργασία και τις υψηλής στάθμης υπηρεσίες του.
 

Δρ Αγαθοκλής Αζέλης

Φιλόλογος

 



 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Αριστοτέλης Ράπτης, Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού, Αθήνα 2011.


Αριστοτέλης Ράπτης, ένας εγγράμματος Μακρυγιάννης






Η παρούσα βιβλιοπαρουσίαση αφιερώνεται στις κόρες μου Μαρία και Μιχαέλα, με την ευχή να ενηλικιωθούν θεωρώντας πάντοτε τις αφηγήσεις για την παιδική μου ηλικία και το περιεχόμενο του παρουσιαζόμενου βιβλίου ως μυθοπλαστική καλοπροαίρετη υπερβολή ενηλίκων.





Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι!



Θα ξεκινήσω την ομιλία μου εξομολογούμενος την αμηχανία μου! Κανονικά παρουσιάζει ένα βιβλίο, ειδικά μιας διακεκριμένης προσωπικότητας, μια προσωπικότητα τουλάχιστον εφάμιλλη με εκείνη του συγγραφέα, ή έστω κάποιος που λόγω κοινωνικής εγγύτητας με αυτόν μπορεί να του συγχωρεθεί μια απόσταση ρόλων. Στην περίπτωση του βιβλίου του κ. Αριστοτέλη Ράπτη «Στην κόψη του σπαθιού και του στοχασμού» δεν ισχύει για μένα ούτε το ένα ούτε το άλλο. Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τον συγγραφέα πριν διαβάσω το βιβλίο του, ενώ επαγγελματικά μας διακρίνει τουλάχιστον μια κρίσιμη βαθμίδα εκπαίδευσης. Θα μπορούσε να είναι δάσκαλός μου, όμως ούτε αυτή την τύχη είχα. Θεωρώ λοιπόν διπλή τύχη που ο φίλος Γιώργος Κόκκινος, συνάδελφος επαγγελματικά με τον κ. Ράπτη και συνοδοιπόρος του εκ του μακρώθεν σε βίο παράλληλο, ερχόμενος στην πόλη μας πριν τα Χριστούγεννα μου χάρισε το ανά χείρας βιβλίο, το οποίο μονοπώλησε τον χρόνο μου μερικές από τις γιορτινές μέρες. Ομολογώ ότι διάβασα το βιβλίο με ελάχιστα διαλείμματα ύπνου, τα οποία απλώς συνέβαλαν στην κεφαλαιοποίηση των διαβασμένων σελίδων. Πριν τελειώσω την ανάγνωση του συγκλονιστικού αφηγήματος ζωής, ένιωσα την ανάγκη να στείλω ένα σύντομο ηλεκτρονικό μήνυμα στον συγγραφέα του, για να του εκφράσω τα συναισθήματα κυρίως τα οποία γέννησε μέσα μου το βιβλίο. Σας διαβάζω ένα μέρος του:



Αξιότιμε κύριε Ράπτη,

[…] Ήθελα να δημιουργήσω στον εαυτό μου την υπομονή να ολοκληρώσει την ανάγνωση του βαθυστόχαστου, συναρπαστικού και ανθρώπινου βιβλίου σας, πριν σας γράψω, όμως δεν το κατόρθωσα. Έφτασα τα χαράματα στη σελίδα 370 κι αποκοιμήθηκα με αυτό στο χέρι. […].

Δεν θα ήθελα να σας κουράσω. Θα ήθελα να σας εκφράσω ως αναγνώστης την ευγνωμοσύνη μου που αναλάβατε την τόσο δύσκολη διαδρομή της ανασκαφής του προσωπικού σας παρελθόντος, το οποίο, αποφεύγοντας να ακροβατήσετε ανάμεσα σε μελοδραματισμούς, κατορθώσατε να το αναγάγετε σε αρχετυπική γραφή για τους ανθρώπους της γενιάς σας, αλλά και για ανθρώπους της δικής μου γενιάς, οι οποίοι τηρουμένων των αναλογιών βεβαίως, έκαναν παρόμοιες εμπειρίες. Το βιβλίο σας με συγκλόνισε με την αμεσότητα, τη λιτότητα, τη διεισδυτικότητα, την ευαισθησία και την ενσυναίσθηση, η οποία υπερβαίνοντας τα διάσπαρτα στερεότυπα οδηγεί στη δόμηση μιας διαφορετικής προσέγγισης της πραγματικότητας, των ανθρώπων, του βιώματος. Επίσης θα ήθελα να σας πω, πόση ανταπόκριση βρήκαν μέσα μου όσα θίγετε για την κατάσταση στην Πανεπιστημιακή κοινότητα και βεβαίως για την ταλαιπωρημένη δημόσια εκπαίδευσή μας, την οποία κι εγώ διακονώ.



Αυτοβιογραφικό το παρουσιαζόμενο βιβλίο, αυτοβιογραφική προέκυψε και η αρχή της παρουσίασης. Αθέλητα μεν, ίσως όμως όχι τυχαία. Συνεχίζοντας αυτοβιογραφικά, ο κ. Ράπτης είχε την ευγένεια να μου απαντήσει, άρχισε μια επικοινωνία μεταξύ μας, από την οποία προέκυψε η ιδιατέρως τιμητική για μένα συμμετοχή μου στην αποψινή βιβλιοπαρουσίαση.

Χαρακτήρισα προηγουμένως αυτοβιογραφικό το βιβλίο του κ. Ράπτη. Στην πραγματικότητα ο χαρακτηρισμός το αδικεί, καθώς πάνω στον καμβά της αυτοβιογραφίας πλέκονται στοχασμοί και αναστοχασμοί του συγγραφέα, οι οποίοι μετουσιώνουν το βιβλίο του σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο, καλύτερα σε μια «πρακτική φιλοσοφία» -ας μου επιτραπεί ο δάνειος όρος του αείμνηστου Παπανούτσου- διάσπαρτη από κοινωνιολογικούς, ιστορικούς και προπάντων παιδαγωγικούς προβληματισμούς, οργανωμένο από τον μαθηματικό νου του συγγραφέα του, ο οποίος δεδηλωμένα περνά την κοσμοαντίληψή του μέσα από το φίλτρο του στοχασμού του Ηρακλείτου, του μεγάλου προσωκρατικού φιλοσόφου, στον οποίο αναγνωρίζει μεγάλες οφειλές.

Στον σύντομο πρόλογό του ο συγγραφέας εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή. Αποπνέει κάτι από το πνεύμα του Μονταίνι στην τοποθέτησή του, είναι δε η βαθύτερη ανάλυση της έννοιας και της ουσίας της αυτοβιογραφίας που έχω διαβάσει. Ας ακούσουμε τον ίδιο:



«Γράφοντας κανείς για τη ζωή του, διαπιστώνει ότι δεν μπορεί ν’ αλλάξει το παρελθόν του, αφού το παρελθόν του έχει ήδη καθορίσει το τώρα. Τα πάντα είναι «αυτή εδώ η στιγμή», που μοιάζει με «τώρα», αλλά είναι μαζί παρελθόν και μέλλον, γιατί αυτοί οι κόσμοι δεν μπορούν να διαχωριστούν ο ένας απ’ τον άλλον. Τους συνδέει η στιγμή του αναστοχασμού. Για να εισδύσεις στο παρελθόν, χρειάζεται πολλή δουλειά, αυτοπαρατήρηση και δημιουργική αυτοσυνειδησία, που σε βοηθά να βγάλεις νόημα.

Η αυτοπαρατήρηση μέσα από μια αναδρομική προοπτική έχει δικούς της κανόνες, γι’ αυτό και δεν μπορεί πάντοτε να είναι πραγματικά κριτική, ιδιαίτερα όταν εκτίθεται δημόσια, ούτε μπορεί να μοιάζει με ξερή δικαστική ετυμηγορία. Είναι σαν να βλέπεις τα πράγματα από ψηλά αλλά ανάμεσα από μερικές λεπτές ηλιαχτίδες.

Στο στερνό στάδιο του απολογισμού της ζωής σου, αισθάνεσαι την ανάγκη να χρωματίσεις τα σημαντικά για σένα γεγονότα και καταστάσεις. Συγχρόνως όμως αισθάνεσαι πως αν όλα αυτά τα αλλοιώσεις ή τα απαρνηθείς, τότε χάνεις το νόημα που εσύ έχεις κατασκευάσει για τη ζωή σου. Νιώθεις πως η πλησιέστερη μελλοντική σου στιγμή είναι συνάρτηση όλων αυτών, είναι το ίδιο σου το προσωπικό «ήθος», με την αρχαία ελληνική σημασία του όρου.

Η περιπλάνηση στο παρελθόν μοιάζει με το πέρασμα σε ένα λαβύρινθο, που, αν βρεις την άκρη του, θα φτάσεις στο «τώρα», που εσύ δεν γνωρίζεις ποιο είναι πραγματικά. Είναι και παρελθόν και μέλλον. Αναβιώνεις τις πηγές και τις αφετηρίες των συμφορών και των χαρών σου, αλλά δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις τίποτα γι’ αυτό.

Έτσι αυτό που μπόρεσα μόνο να κάνω, ήταν να μαζέψω κάποια από τα διασκορπισμένα μέσα σ’ αυτόν τον λαβύρινθο κομμάτια της ύπαρξής μου και να τους δώσω μορφή σε ένα νέο, δικό μου παζλ. Δεν είναι εύκολο να τα συνταιριάξεις όλα αυτά και να τα χτίσεις σε μια ιστορία που είναι ο εαυτός σου. Αναγκαστικά θα αφομοιώσεις δημιουργικά την αλήθεια του χθες εντάσσοντάς την μέσα στο σήμερα, διαφορετικά θα την υποβαθμίσεις, κάνοντάς την ανούσια.»



Με συγχωρείτε για το εκτενές απόσπασμα, όμως αποδίδει με αμεσότητα και διαφάνεια το σκεπτικό του συγγραφέα. Έτσι όπως εξελίσσεται η αφήγηση, στα δικά μου μάτια ακροβατεί ανάμεσα σε ένα συναξάρι κι ένα ποίημα και το βήμα του αφηγηματικού υποκειμένου μια τραβάει προς τη μία μεριά και μια προς την άλλη. Ο αφηγητής αφηγούμενος την περιπέτεια της ζωής του (με την αριστοτελική έννοια, «ες εναντίον των πραττομένων μεταβολή», δηλ. αλλαγή σε ενέργειες αντίθετες προς τις μέχρι τότε) αναγνωρίζει και γνωρίζει τελικά τον εαυτό του, οδηγώντας τον με τον ποιητικό τρόπο του δράματος στην προσωπική κάθαρση και μαζί του και τον προσεκτικό αναγνώστη. Αν όμως το αρχαίο δράμα στηρίζεται σε μύθο με προδιαγεγραμμένο τέλος, το δράμα του δικού μας συγγραφέα συνίσταται στον αγώνα ενάντια στο προδιαγεγραμμένο: ο δικός μας ήρωας, με εφόδια τον μύθο και τον ορθό λόγο μετατρέπει τον μονοσήμαντο κοινωνικό χρησμό που καταδικάζει τους κοινωνικά κολασμένους σε αποκλεισμό, σε δελφικό χρησμό, ο οποίος επιδέχεται ερμηνεία, η οποία συνίσταται σε στόχο, πρόγραμμα ζωής, ενσυναίσθηση. Ιδού μια εκδοχή του κοινωνικού χρησμού, όπως αυτός θα ήθελε τον συγγραφέα μας, τον οποίο διατυπώνω με δικά του λόγια:



«Ένας Γολγοθάς ήταν ολόκληρη η ζωή μου. Πολλές φορές ένιωθα μπροστά μου ένα αδιαπέραστο τείχος, να βρίσκομαι σε ένα κλοιό και να μη μπορώ να ανασάνω, να με πνίγει το αδιέξοδο και η απόγνωση. Συνειδητοποιούσα τη φτώχεια μου, την ανέχειά μου, το αίσθημα να μην έχεις ένα δικό σου άνθρωπο να σου δώσει μια δραχμή να ζήσεις και ένιωθα αθεράπευτα απογοητευμένος από τον κόσμο αυτό».



Όμως ο εκκολαπτόμενος επιστήμονας και χαρισματικός δάσκαλος δεν έμεινε σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Περνώντας δια πυρός και σιδήρου, ανάμεσα στην περιφρόνηση, την απόλυτη ένδεια που τον έφτανε σε μάχες με τον θάνατο από ασιτία και συνακόλουθες ασθένειες, ανάμεσα σε εμπόδια που επιχείρησε να του θέσει η κακοβουλία του εκάστοτε περίγυρου, με εφόδιο τις καλές ανθρώπινες-οικογενειακές καταβολές της παιδικής του ηλικίας και την απροσποίητη καλοσύνη κάποιων ανθρώπων που συνάντησε στο δρόμο του, κατόρθωσε να κερδίσει τη μάχη, όχι της επιβίωσης απλώς, αλλά εκείνη που οδηγεί ξεχωριστούς ανθρώπους να ξεχωρίσουν, να διακριθούν, να γίνουν αυτό που μπορούν, να προσφέρουν έργο αγαθό και στο τέλος να αποτελέσουν παρήγορο σημείο αναφοράς, πόλο σταθερό προσανατολισμού για νεότερους ανθρώπους, που βιώνουν τηρουμένων των αναλογιών, το δικό τους Γολγοθά, ανθρώπους αβοήθητους που θα γίνονται όλο και περισσότεροι στη μαρτυρική εποχή που ανατέλλει.



Ας συνεχίσω με ένα ακόμη παράθεμα από τον πρόλογο του βιβλίου:



«Διαβάζοντας κανείς αυτό το αυτοβιογραφικό αφήγημα θα δει πώς ένα παιδί, που γεννήθηκε στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, που έζησε τον εφιάλτη του εμφυλίου στα πρώτα χρόνια της ζωής του και κατόπιν τις συνέπειες της περιθωριοποίησής του ως κομμουνιστικού μιάσματος, χωρίς τα στοιχειώδη δικαιώματα που έχει κάθε παιδί στην κοινωνία, χωρίς κανένα οικονομικό στήριγμα, με έναν πατέρα απόντα και σχεδόν ανύπαρκτο στη ζωή του, μπόρεσε και απόδρασε από την πορεία μιας ήδη προδιαγεγραμμένης μοίρας, νικώντας όλα τα αρνητικά συναισθήματα που δημιουργεί η στέρηση, η ανέχεια και ο αποκλεισμός. Και όλα αυτά, χωρίς να ανταλλάξει την ελευθερία του με καμιά ανόσια δέσμευση και βεβαιότητα, χωρίς μασκαράτες και υποκρισίες, χωρίς ποτέ να αρνηθεί τη ζωή και να παραιτηθεί από το δικαίωμά του να δημιουργεί. Έχοντας ως μόνο όπλο τις αξίες της πολιτιστικής του κληρονομιάς και τις προσδοκίες της μάνας του, έδειξε ότι το πεπρωμένου του ανθρώπου είναι ο καθρέφτης του εσωτερικού του κόσμου, κάτι που ο σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος το είπε με τρεις μόνο λέξεις: «Ήθος ανθρώπω δαίμων», δηλαδή το ήθος σου (ο χαρακτήρας σου) είναι ο προσωπικός σου Θεός, αυτό, δηλαδή που ο κόσμος λέει ο «Άγιός» σου, η μοίρα σου.

Στην αρχαία Ελλάδα πολλοί άνθρωποι έκαναν μεγάλα ταξίδια προκειμένου να επισκεφτούν το μαντείο των Δελφών για να μάθουν για το μέλλον τους. Στην κυρία είσοδο υπήρχαν αναρτημένες δύο επιγραφές «Γνώθι σ’ αυτόν» και «Μηδέν άγαν», οι οποίες υπενθύμιζαν στον επισκέπτη ότι, πρώτον, αν θέλεις να μάθεις για το μέλλον σου, γνώρισε πρώτα τον εαυτό σου, γιατί η γνώση αυτή θα σε διαφωτίσει για τα παρόντα και για τα μελλούμενα και, δεύτερον, να αποφεύγεις την υπερβολή και να υιοθετείς στη ζωή σου το μέτρο, που συνδέεται με την αρμονία ανάμεσα στις αντιθέσεις, με άλλα λόγια το «Παν μέτρον άριστον». Με τον τρόπο αυτό οι Πυθίες, που ήταν οι διαμεσολαβήτριες ανάμεσα στο θεό του Φωτός και τους ανθρώπους, παρέπεμπαν για τη γνώση του μέλλοντος πρωτίστως στη γνώση του ίδιου τους του εαυτού, στην ωριμότητα των ιδεών και των πράξεών τους και άφηναν ανοιχτά τα λόγια του χρησμού στις ερμηνείες των ενδιαφερομένων.»



Κλείνοντας τον πρόλογό του, ο συγγραφέας επισημαίνει σε μια ουσιαστικά υποθήκη του:

«Το μέτρο όμως και η αυτογνωσία είναι γνώση εξίσου άπιαστη με τη γνώση του κόσμου, με τον οποίο έχουμε ως ένα βαθμό αλληλεξάρτηση, γι’ αυτό και είμαστε καταδικασμένοι να αρκούμαστε στις μικρές αχτίνες φωτός που μπαίνουν –ή αφήνουμε να περάσουν- μέσα από τις γρίλιες της προσωπικής, αλλά και της συντροφικής μας ύπαρξης.»



Και τι δεν περνάει όμως από τις γρίλιες της ύπαρξης του συγγραφέα μας! Το βιβλίο του διαρθρώνεται σε δεκαπέντε κεφάλαια, που γίνονται δεκαεπτά, αν υπολογίσουμε τον πρόλογο και τον επίλογο. Παρόλο που έχω ήδη μιλήσει αρκετά, θεωρώ απαραίτητο να κάνω μια σύντομη αναφορά στα περιεχόμενα. Όπως οι παλιοί χρονικογράφοι άρχιζαν την αφήγησή τους από καταβολής κόσμου, έτσι κι ο κ. Ράπτης αρχίζει από καταβολής της οικογένειάς του, όσο το επιτρέπουν οι πληροφορίες που συλλέγει σε όλη τη ζωή του, καθώς αυτές οι καταβολές συναιρούνται, όπως πιστεύει, στον ίδιο και συνδιαμορφώνουν, ως παρελθόν, το μέλλον του. Το δεύτερο κεφάλαιο το αφιερώνει στην τοπική και οικογενειακή του ιστορία κατά την τραγική εποχή του εμφυλίου πολέμου. Η συμμετοχή του πατέρα του στο δεύτερο αντάρτικο θα σπιλώσει το αμέτοχο παιδί με την κατηγορία του μιάσματος και θα του δημιουργήσει αμέτρητα εμπόδια στην πορεία της ζωής του για μια εικοσαετία περίπου. Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται με συναρπαστική γραφή στην οικογενειακή και σχολική ζωή του συγγραφέα κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια, στα οποία παίρνει τις συναισθηματικές και νοητικές βάσεις που θα του ανοίγουν κλειδωμένες πόρτες στη μετέπειτα ζωή του. Ιδιαίτερα παραστατική και συγκινητική η αφήγηση του βιώματος της σχέσης με τον παππού και με τη μάνα του, πρόσωπα χαρισματικά και τα δύο, με το χάρισμα της ετεροσυναίσθησης. Το τέταρτο και πέμπτο κεφάλαιο  αναφέρονται στα δύσκολα γυμνασιακά χρόνια, αρχικά στην Καλαμπάκα και μετά στα Τρίκαλα. Πρόκειται για σελίδες πολύ σημαντικές και για την ιστορία της ελλαδικής εκπαίδευσης, καθώς από τη μια μεριά παρουσιάζουν γλαφυρά πλευρές της σχολικής και μαθητικής καθημερινότητας, από την άλλη όμως δείχνουν τον καταλυτικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν εκπαιδευτικοί με αγάπη για του λειτούργημά τους και για τους μαθητές, οι οποίοι λύνουν με προσωπικό ρίσκο γόρδιους δεσμούς και ανοίγουν το δρόμο σε αποκλεισμένους ή ανοίγουν νέους δρόμους για το σχολείο. Το έκτο κεφάλαιο αναφέρεται στον «Γολγοθά των σπουδών», στον αγώνα του συγγραφέα να περάσει στο πανεπιστήμιο και να σπουδάσει, σε μια εποχή που η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν παρέχονταν δωρεάν και η πρόσβαση αλλά και η παρακολούθηση ήταν πολύ δύσκολη για παιδιά φτωχών οικογενειών. Όμως η απόφαση του συγγραφέα μας ήταν ειλημμένη κι απέμενε να βρεθεί ο τρόπος, λαβυρινθώδης είναι η αλήθεια, για να υλοποιηθεί. Με μυθιστορηματικές, θα έλεγε κανείς, δυσμενείς συνθήκες, κατόρθωσε να περατώσει τις σπουδές του και να ανοίξει προοπτική στη ζωή του.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Αθήνα ο κ. Ράπτης είχε την τύχη να γνωρίσει σημαντικές προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού ευρύτερα, μεταξύ των οποίων ο Μάνος Χατζιδάκις, στις οποίες αναφέρεται διεισδυτικά στο έβδομο κεφάλαιο, ενώ το επόμενο το αφιερώνει σε μνημεία της ιδιαίτερης πατρίδας του, με έμφαση στο μοναστήρι Σταγιάδων και τις εμβληματικές μορφές των μοναχών πατέρων Δωρόθεου και Γεννάδιου, οι οποίοι έσπειραν σπόρο ήθους και στοχασμού μέσα του. Το ένατο κεφάλαιο αναφέρεται στα δίσεκτα χρόνια της χούντας, ενώ το επόμενο στα χρόνια των μεταπτυχιακών σπουδών του στη Βρετανία, όπου έκανε και τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα στην επιστήμη. Ο κ. Ράπτης έκανε μια πρωτοποριακή διδακτορική διατριβή στα μαθηματικά, η δε βρετανική πανεπιστημιακή κοινότητα εξήρε το επίτευγμά του και τον ενέταξε στους κόλπους της, χωρίς να κάνει διακρίσεις λόγω καταγωγής. Ειδικά για όποιον δεν έχει βιώσει το βίωμα μεταπτυχιακών σπουδών και εργασίας σε πανεπιστήμιο της προοδευμένης Ευρώπης είναι αποκαλυπτικά όσα παρουσιάζει ο κ. Ράπτης για τις διαφορές ήθους προς τα καθ’ ημάς. Συνοψίζονται σε μια ενδιαφέρουσα φράση: «Όταν ήμουν στη Βρετανία, οι συνεργάτες μου προσπαθούσαν να με πείσουν ότι είμαι πιο έξυπνος από ό,τι εγώ νομίζω. Αντίθετα, στο Ελληνικό πανεπιστήμιο προσπαθούν να με πείσουν ότι είμαι πιο βλάκας από ό,τι εγώ νομίζω για τον εαυτό μου».

Στο ενδέκατο κεφάλαιο ο συγγραφέας παρουσιάζει τα βιώματά του από την πανεπιστημιακή του καριέρα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο αρχικά, για δεκαπέντε χρόνια, και στο Παιδαγωγικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στη συνέχεια, τυπικά διδάσκοντας τη χρήση της τεχνολογίας στην εκπαίδευση, ουσιαστικά οργανώνοντας συνάμα την επιμόρφωση εκπαιδευτικών. Ιδιαιτέρως εύστοχες είναι οι παρατηρήσεις του για τις δυσλειτουργίες της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας, στηλιτεύοντας μεταξύ άλλων την προϊούσα κομματικοποίηση των πανεπιστημίων, η οποία έχει διαβρώσει τη λειτουργία τους. Το δωδέκατο κεφάλαιο, τιτλοφορούμενο «Απολογισμός της προσωπικής συνεισφοράς», το οποίο συνοψίζει την παιδαγωγική φιλοσοφία του κ. Ράπτη, είναι ανάγκη να διαβαστεί με προσοχή από όλα τα μέλη της εκπαιδευτικής κοινότητας κι από όλους τους γονείς παιδιών σε σχολική ηλικία. Εδώ υποστηρίζει μεταξύ άλλων την ανάγκη για υπέρβαση του επιφανειακού και επιζήμιου τεχνοκρατικού μοντέλου εισαγωγής των νέων τεχνολογιών στην εκπαίδευση, για χρήση των νέων μέσων μετά από την κατάλληλη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, θεωρώντας ότι «η συμβολή των προγραμματιστικών, αλληλεπιδραστικών, υπερμεσικών, προσομοιωτικών και μοντελοποιητικών ιδιοτήτων του υπολογιστή στη γνωστική ανάπτυξη των μαθητών έχει βέβαια φανεί πως είναι μεν πολύ σημαντική, όμως αυτή ισχύει υπό τον όρο ότι το πλαίσιο της σχολικής εργασίας έχει χαρακτηριστικά αποκεντρωμένης, διερευνητικής, διαθεματικής και συνεργατικής μαθησιακής δραστηριότητας, πράγμα που μόνον ένας καλός εκπαιδευτικός μπορεί να το σχεδιάσει και να το υποστηρίξει στην πράξη.» Χαρακτηρίζει δε τον δάσκαλο ως καταλύτη κάθε εκπαιδευτικής αλλαγής και επομένως απολύτως αναγκαία την επιμόρφωσή του.

Τα επόμενα δύο κεφάλαια εμπεριέχουν πολιτικούς στοχασμούς. Το δέκατο τρίτο, με τη μορφή συζήτησης με τον πατέρα του συγγραφέα, το δέκατο τέταρτο εστιάζοντας στην προσπάθεια εκδημοκρατισμού της μετεμφυλιακής Ελλάδας και στη μεγάλη κρίση την οποία βιώνει την τελευταία διετία η χώρα μας.

Το τελευταίο, βαθυστόχαστο, κεφάλαιο ο συγγραφέας το αφιερώνει στον μεγάλο του δάσκαλο, τον Ηράκλειτο, ο στοχασμός του οποίου φαίνεται να διαμόρφωσε βαθιά και τη σκέψη και τη μέθοδο του κ. Ράπτη. Πρόκειται συνάμα για μια πρόταση δημιουργικής αρχαιομάθειας, μακριά από την κυρίαρχη τυποποιημένη ανούσια αρχαιολατρία.

Φτάσαμε στον επίλογο του παρουσιαζόμενου βιβλίου και στον επίλογο της παρούσας βιβλιοπαρουσίασης. Ο συγγραφέας μας φαίνεται να κάνει έναν απολογισμό του απολογισμού ζωής που είναι το βιβλίο του. Την κατακλείδα αυτού του απολογισμού διάλεξα για κατακλείδα της ομιλίας μου, χωρίς δικά μου σχόλια:



«Παρελθόν, παρόν και μέλλον, οι τρεις μας μοίρες. Το παρόν χτίζει το μέλλον, βασισμένο στο παρελθόν. Αυτή είναι η μοίρα μας.

Ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου τη Λάχεσι, που καθώς μοίραζε τους κλήρους, εμένα μου έπεσαν δυο μήτρες-γυναίκες, η μάνα μου και η Αθανασία (σημ. συντ. η σύζυγος-συνοδοιπόρος του συγγραφέα). Δυο γυναικείες μορφές, που στα όνειρά μου μπλέκονται σαν να’ ταν μία.

Γεννήθηκα στην κατοχή, έζησα τη φρίκη του εμφυλίου πολέμου, στα μετέπειτα χρόνια ήμουν το αποπαίδι μιας «εθνικόφρονος» κοινωνίας, ένα «μίασμα» κομμουνιστικό, όπως συνήθιζαν να λένε. Και η Λάχεσι, ο δικός μου δαίμων, έδινε εντολές στην Κλωθώ να κλώθει το νήμα της ζωής μου. Η Άτροπος θα κόψει το σχοινί «όταν έρθει η ώρα». Το μονοπάτι όμως το καθόριζα εγώ μαζί με τη Λάχεσι, έτσι όπως το περιέγραψε και ο Δημόκριτος: «Απαραίτητη προϋπόθεση κάθε επιθυμητού συμβάντος είναι η τόλμη, όμως το αποτέλεσμα το καθορίζει η τύχη». Και η Κλωθώ θα κλώθει, μέχρι που να τελειώσει η τλούπα με το μαλλί.

Όπως ο τέλειος κόσμος δημιουργήθηκε από τυχαία σκουπίδια, έτσι και η ζωή μου προέρχεται από τις κινήσεις ενός παιδιού –του Χρόνου μου- που έπαιζε … ζάρια, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει στο χρόνο ο Ηράκλειτος, ο οποίος με δυο λόγια απλά και μεταφορικά, μας λέει:

«Αιών παις εστί παίζων, πεσσεύων, παιδός η βασιληίη»!

Δηλαδή:

« Ο χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει κότσια. Του παιδιού η βασιλεία»!



Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι. Σκύψτε με προσοχή στο βιβλίο του κ. Αριστοτέλη Ράπτη. Διαβάστε το με υπομονή και βραδύ ρυθμό επανειλημμένα. Είμαι βέβαιος ότι θα λειτουργήσει και στο δικό σας στοχασμό σαν τροχιστήρι, είμαι πια βέβαιος ότι κάποια βιβλία, εκτός από καλύτερους στοχαστές, έχουν τη δυνατότητα να μας κάνουν και λίγο καλύτερους ανθρώπους!

Σας ευχαριστώ!



Αγαθοκλής Αζέλης

Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Παρασκευής Αλέξη, Τάξη ονείρων


Παρασκευή Αλέξη: Τάξη ονείρων. Νέος Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα 2012




Καλωσορίζουμε στην κοινότητα της ποίησης την Παρασκευή Αλέξη, η οποία με την ποιητική της συλλογή «Τάξη ονείρων» παίρνει το βάπτισμα του πυρός απέναντι στην κοινή γνώμη. Ο ποιητής γράφει μεν για να φέρει στο φως τον κυοφορούμενο λόγο, όμως ο τοκετός προϋποθέτει και έναν απέναντι, αρχικά τον ιδεατό και στη συνέχεια τον ένσαρκο αναγνώστη.

Το βιβλίο τιτλοφορείται «Τάξη ονείρων», παραπέμποντας σε μια ομότιτλη ενότητα πέντε ποιημάτων στη μέση σχεδόν της συλλογής, καθώς και στον στίχο «και δαμασμένη τάξη των ονείρων σου». Ο ιδεατός αναγνώστης λοιπόν ή το ποιητικό αντικείμενο-παραλήπτης είναι ήδη παρών στον τίτλο εκ-μαιεύοντας και εισπράττοντας συνάμα την πικρή κατηγορία, με τις δύο σημασίες της λέξης, της τάξης των ονείρων, της δαμασμένης τάξης των ονείρων, όπως κεραυνοβόλα χαρακτηρίζεται το μεγάλο οξύμωρο, το θνησιγενές όνειρο, το όνειρο που χάνει την κεκανονισμένη άναρχη ιδιοσυστασία του, για να καταλήξει ταξινόμημα σε μια άνομη σειρά ομοίων. Μήπως όμως δεν κάνει το ίδιο κάθε ποιητής, ο οποίος μορφοποιεί τη σύλληψη δημιουργώντας ίσως συγκλονιστικές μορφές, φορώντας από την άλλη συνάμα μια νεκρική μάσκα στη σύλληψη; Ή μήπως κάθε ποίημα γράφεται για να αδειάσει τον χώρο για το επόμενο στο όνειρο, μέχρι κι αυτό να πάρει τη θέση του στην τάξη, για να επιτρέψει την είσοδο όσων αθέατων συνωστίζονται στον προθάλαμο;

Η ανατροπή της τάξης των ονείρων λοιπόν, είναι ένα οξύμωρο στο οποίο μας εισάγει ο τίτλος. Η «Τάξη ονείρων»… αντιβαίνει προς οποιαδήποτε προσέγγιση του ονείρου, ακόμη και την φροϋδική. Η ονειρική «γραφή» είναι συνειρμική και άτακτη συνάμα, είναι το τελευταίο μας οδόφραγμα μπροστά στη επελαύνουσα πραγματικότητα, η οποία συντεταγμένη διαθέτει όλα μαζί τα ανίκητα όπλα: νόμοι, κανόνες, νόρμες, κοινωνικός έλεγχος, περίγυρος, οικογένεια, όλα εποχούνται στην πραγματικότητα και αποτελούν την τάξη της. Απέναντί της, όπως στον πίνακα του Ντελακρουά, παραφράζοντας δηλαδή, το όνειρο οδηγεί την ελευθερία στα οδοφράγματα. Το όνειρο είναι ο ανταρτοπόλεμος της ψυχής ενάντια στις υπερδυνάμεις της λογικής και η τέχνη, η ποίηση εν προκειμένω, το όχημά της. Όμως όνειρα σε τάξη; Πρόκειται για την απόλυτη διάψευση, όταν η φαντασίωση τροχοδρομεί σε ράγες. Αυτή λοιπόν τη συντεταγμένη διάψευση της αντίστασης στον συντεταγμένο κανόνα της καθημερινής εξουσίας έρχεται να καταπολεμήσει με τα δικά της όπλα η ποιήτριά μας. Ο αγώνας είναι μέχρις εσχάτων, το τίμημα σαφές…Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό.

Ξεκινώντας κανείς την ανάγνωση της ανά χείρας αισθητικά και τυπογραφικά άρτιας ποιητικής συλλογής, της οποίας η εύγλωττη φωτογραφία του εξωφύλλου προέρχεται από την ευαίσθητη ματιά του πατριάρχη της τοπικής μας, και όχι μόνο, ποιητικής παραγωγής Ηλία Κεφάλα, έχει να αντιμετωπίσει μια μεγάλη δυσκολία. Συνίσταται στον κίνδυνο μιας αρχικής ψευδούς εντύπωσης, ότι πρόκειται για εύκολα ποιήματα. Όμως κάτω από την ήρεμη επιφάνεια των σημαινόντων, το βάθος επιβάλλει την μέτρησή του, ξανά και ξανά.

Το εύγλωττο μότο προϊδεάζει τον αναγνώστη γι’ αυτό που θα ακολουθήσει:

«Το όχι είναι το ναι

Και ο άνθρωπος είναι το λιγότερο»

του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, από το «Προς μια άλλη γυμνότητα».

Μιλήσαμε παραπάνω για το τίμημα του ποιητικού εγχειρήματος της ποιήτριάς μας. Η ποιητική της συλλογή ξεκινά με την ψυχή και ολοκληρώνεται με τη λογική. Το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Αναμονή» και το τελευταίο «Υπαρκτική αυτογνωσία». Καλύπτει λοιπόν ό,τι χωράει ανάμεσα στις οριακές γραμμές του ανθρώπινου φάσματος. Θα αρκούσαν οι τίτλοι για να συνειδητοποιήσει κανείς την πορεία του ποιητικού υποκειμένου και τον διεμβολισμό του φάσματος. Αξίζει όμως να σταθούμε περισσότερο στο σώμα των ποιημάτων. Επιτρέψτε μου να σας διαβάσω το πρώτο ποίημα, το οποίο μας οδηγεί στα ενδότερα του βιβλίου, κυριολεκτικά και νοητικά:



Αναμονή



Ακόμα περιμένω

Με μια βαλίτσα στο χέρι σφιχτά

Σίγουρα απ’ το δρομάκι τούτο

Θα περάσουν

Αν έρθουν άλλη μια φορά



Ας έρθουν άλλη μια φορά



Πόσα στοιχεία διαγκωνίζονται σε τούτο το μικρό ποίημα! Αναμονή λοιπόν, βεβαιότητα και αβεβαιότητα, μετάνοια για τη θεωρούμενη ως λανθασμένη πρώτη ενέργεια, προσδοκία της δεύτερης ευκαιρίας, απροσδιόριστοι χωρίς ιδιότητες οι προσδοκούμενοι, ίσως αυτή είναι η βαρύνουσα ιδιότητά τους, μόνο τους χαρακτηριστικό ότι έφυγαν χωρίς να λάβουν, να πάρουν μαζί τους κι ότι προσδοκώνται για να τους δοθεί το μεταμεληθέν μη δόσιμο…Το συναίσθημα κυριαρχεί, ενώ η λογική το συνεπικουρεί στο βαθμό που της επιτρέπεται.

Φθάνοντας στο τελευταίο ποίημα μετά από μια έντονη πορεία στα ενδιάμεσα κείμενα της συλλογής, τα οποία απαιτητικά κάνουν τον αναγνώστη να σκαλώσει και να ασχοληθεί διεξοδικά μαζί τους, έχοντας διανύσει ένα ουράνιο τόξο καταγεγραμμένων συναισθημάτων και βιωμάτων (ιδού μια ακόμη δικαίωση της φωτογραφίας του εξωφύλλου!), φθάνει ο αναγνώστης στον νηφάλιο ορθολογισμό της ήρεμης αποτίμησης:



Υπαρκτική

Αυτογνωσία



Εγώ νυχτώνω

Εγώ ξημερώνω



Εγώ φεύγω

Εγώ έρχομαι



Εγώ διατάζω

Εγώ υποτάσσομαι



Εγώ συμβιβάζομαι

Εγώ επαναστατώ



Εγώ αναλώνομαι

Εγώ γεμίζω



Εγώ ξεθωριάζω

Εγώ φωτίζω



Εγώ κλειδώνω

Εγώ ξεκλειδώνω



Εγώ



Ο ορθός λόγος αρθρώνει την condition humana, η οποία εδώ συνίσταται στην τραγωδία της λογικής προσέγγισης της ανθρώπινης αντίφασης, από την οποία ο επελαύνων ορθός λόγος ορθώνεται νικητής, αναφωνεί το εγώ, αναρρωτιέμαι όμως με ποιο κόστος…Θα μπορούσαμε ίσως να διαβάσουμε τη συλλογή ως μια μοναχική πορεία προς την αυτογνωσία, η οποία διαπερνά τα έγκατα του είναι του ποιητικού υποκειμένου, το μέρος όπου τα ψέμματα και οι προφάσεις δεν έχουν τόπο να σταθούν για να κινήσουνε τη γη.

Πρόκειται για ποίηση χαμηλόφωνη, με διακριτικό λυρισμό. Οι ίδιοι οι τίτλοι των ποιημάτων βρίσκονται, λες, σε έναν διάλογο μεταξύ τους, «Η φυγή» με την «Αναμονή» και την «Επιστροφή», «Η φωτιά» με τον «Άνεμο», «Οι νύχτες» με τα «Όνειρα», η «Άφεση» με την «Τιμωρία» για παράδειγμα. Τα ποιήματα της Παρασκευής Αλέξη είναι διακριτικά, δεν κραυγάζουν, περιμένουν το βλέμμα του εκλεκτικού αναγνώστη να τα ανακαλύψει, να τους χαρίσει τον χρόνο που χρειάζεται για μια εξοικείωση. Υπάρχουν κείμενα, στην τέχνη της ποίησης αλλά και γενικότερα, που τα λένε όλα μονομιάς, με την ένταση της φωνής τους· η ουσία τους συνίσταται στην ένταση της φωνής τους. Τα ποιήματα της Παρασκευής Αλέξη διαθέτουν τη διακριτική ένταση των αρχαιοελληνικών κιόνων. Δεν επιβάλλεται οπτικά, πρέπει να ξέρει να κοιτάζει κανείς. Τότε ανακαλύπτει και τις πρωτοτυπίες. Στο μεταξύ ο ποιητής είναι ένας σχοινοβάτης δίχως δίχτυ ασφαλείας πάνω από το βάραθρο της κοινοτυπίας και χρειάζεται γνώση και εντιμότητα, πέρα από την πρώτη αιτία της έμπνευσης, για μην εκ-πέσει.

Εντυπωσιακή είναι η μοναξιά που διαπερνά την ποιητική συλλογή, μοναξιά συχνά εκλεκτική και επιλεγμένη, ασφαλώς όμως όχι μίζερη. Μοναξιά η οποία μέσα από την περίτεχνη διαμεσολάβησή της στον αναγνώστη γίνεται χαρά της δημιουργίας που τελικά ξορκίζει το κακό. Διότι ο λόγος της ποίησης είναι πάντα τελεστικός και αποτελεσματικός.

Στάθηκα με πολύ ενδιαφέρον στο ποίημα με τίτλο «Η βαλίτσα»:



Η μυρουδιά του ποταμού χάθηκε

Η φωτιά μέσα μου έσβησε

Με μια βαλίτσα περιμένω

Ακίνητη

Διστάζοντας να τη σηκώσω



Με μια βαλίτσα

Ασήκωτη

Που κλείνει μέσα της

Την απουσία



Και τι δεν έχει μέσα του αυτό το ποίημα! Το υγρό στοιχείο και το πυρ, δυο πρωτογενείς αντιθετικές δυνάμεις που εξαφανίζονται, την βαλίτσα της σχεδιασμένης αναχώρησης και το δισταγμό και την ακινησία, την απουσία που έχει το δικό της βάρος, ασήκωτο, κι ακινητοποιεί τον κουβαλητή της, την βαλίτσα ως σύμβολο της μετακίνησης, του ταξιδιού, της αλλαγής κατάστασης, την απουσία που αποδυναμώνει, παραλύει τη δύναμη και τη βούληση, που προκαλεί την ανάγκη για φυγή και συνάμα την καθιστά αδύνατη, διότι ο απών είναι δυσβάσταχτα παρών. Η παραπάνω περίσταση παραπέμπει σε ένα συγκλονιστικό ποίημα του Πάουλ Τσέλαν:



ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ

Αυτή

η βαρύτητα

που περιστασιακά μαζί σου

βυθίστηκε στον χρόνο. Είναι

μια άλλη.



Είναι το βάρος που συγκρατεί το κενό

που θά’

φευγε μαζί σου.

Όπως κι εσύ, δεν έχει όνομα. Ίσως

είστε το ίδιο. Ίσως

ονομάσεις κάποτε κι εμένα έτσι.



Αυτά εκ πρώτης όψεως, δηλαδή αναγνώσεως. Η διακειμενικότητα στην τέχνη είναι συχνά συγκινητική.



Ιδιαιτέρως πρωτότυπο είναι και το ποίημα με τίτλο «Υπαρξιακό»:

Πού είμαι εγώ;

Άγαλμα,

Άγαλμα είμαι,

Στο πουθενά του χρόνου.



Η ερώτηση αφορά στο πού, η απάντηση δίδεται στο ποιος/τι, ο χώρος αποδίδεται τοπικά ως άχωρος και το υποκείμενο είναι μια ιδιότητα, η ακινησία που έρχεται σε αντιπαλότητα με τον χρόνο σε έναν μη τόπο, όχι άτοπο τόπο πάντως.

Είναι μεγάλος ο πειρασμός να ξεγελαστεί κανείς παρασυρόμενος από την γοητεία των ποιημάτων, την γοητεία των ίδιων των ποιημάτων και τον ναρκισσισμό που μπορούν να προκαλέσουν στον αναγνώστη που θαυμάζει, δηλαδή απορεί γι’ αυτά που βλέπει, καλύτερα, διότι του επιτρέπεται να βλέπει. Ο υποφαινόμενος κινδύνευσε να διολισθήσει στην απάντηση της απαγορευμένης ερώτησης, «τι εννοεί ο ποιητής» και να χάσει την Εδέμ της αισθητικής συγκίνησης με αντάλλαγμα ποιο αντίδωρο του ορθού λόγου; Ας μη ρισκάρουμε άλλο. Η φιλολογία μπορεί να παρατηρεί προσεκτικά, όχι όμως και να ανταγωνιστεί την ποίηση. Γι’ αυτό θα κλείσουμε με λίγους στίχους από το δεύτερο ποίημα της σειράς «Τάξη ονείρων», την κατακλείδα του:



Κι όμως τούτα τα όνειρα

Είναι τα πιο επικίνδυνα…

Τα μικρά, τα τοποθετημένα σε σειρά

Τα δαμασμένα…



Ευτυχώς η ποίηση δεν δαμάζεται αλλά όντας αδάμαστη είναι ακόμα πιο «επικίνδυνη». Ας ασκήσουμε το πείσμα μας επιχειρώντας ιδιωτικά να δαμάσουμε τα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής της Παρασκευής Αλέξη. Πέρα από όλα τ’ άλλα, μπορούμε να αναζητήσουμε σ’ αυτά το νάμα της αισθητικής τάξης και της αταξίας της διανοητικής ελευθερίας. Με μια επίγνωση όμως, για να κλείσω με το τελευταίο ποίημα του Ηλία Κεφάλα από τη συλλογή του «Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε»:



Δίπλα σε κάθε σκέψη στέκεται η Ποίηση για να τη διαψεύδει.

Τι είναι Ποίηση; Όποιος την εννόησε δεν ξαναμίλησε ποτέ.





Αγαθοκλής Αζέλης




Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012


ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ Γ4 ΤΟΥ 3ου ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΑΖΕΛΗ

(Μεταφορά από την ιστοσελίδα του σχολείου)
Ερώτηση μαθητή :

Πότε, πώς και γιατί ξεκινήσατε να γράφετε ποιήματα;

(Άρης Σκαμπαρδώνης)

Απάντηση:
(αυθόρμητα) Δεν ξέρω (Ο ποιητής δείχνει ένα βιβλίο του RILKE και απαντά). Η αρχή μιας τέτοιας διαδικασίας βασίζεται στο γεγονός πως το έχει κάνει και κάποιος άλλος. Γιατί θέλω να εκφραστώ και να ζωγραφίσω ,να γιατί είναι ένας τρόπος έκφρασης η ποίηση. για την οποία πρέπει να έχεις το ερέθισμα. Αυτό το ερέθισμα σου το δίνει η οικογένεια αλλά χρειάζεται να έχεις διαβάσει ένα βιβλίο το οποίο ξυπνά μέσα σου το συναίσθημα της χαράς και την ανάγκη για εξομολόγηση . Αυτό τo βγάζεις με πολλούς τρόπους προς τα έξω. Η ποίηση έχει δύο διαστάσεις : από την μία είναι μοναχική διαδικασία για να μπορείς να σκεφτείς και να τα βγάλεις προς τα έξω. Από την άλλη απαιτεί τον αποδέκτη έστω και αν τον φαντάζομαι να του μιλάω-αυτός μπορεί να είναι ο ίδιος μου ο εαυτός-ή ένα υπαρκτό πρόσωπο. Αυτόν στην λογοτεχνία τον λέμε ιδεατό αναγνώστη. Αυτός διαβάζει το κείμενό μας πριν φτάσει στον αναγνώστη. Ύστερα θα σας αναφέρω τον RILKE που είπε «Θα πρέπει να ψάξεις βαθιά μέσα σου και να αναρωτηθείς: Μπορείς να ζήσεις χωρίς να γράφεις;» Το έψαξα και κατέληξα στο ότι μου είναι απαραίτητη ανάγκη το γράψιμο όπως είναι η πείνα για τον άνθρωπο. Η ποίηση έχει νόημα, γνησιότητα δεν είναι κάλπικη. Μόνο ό,τι γράφετε από απόλυτη ανάγκη έχει νόημα κατά τα λόγια του RILKE .

Ερώτηση μαθήτριας:

Ποιά ήταν τα όνειρά σας από μικρός; Σκεφτήκατε ποτέ ότι θα γίνετε ποιητής; (Καλλιόπη Πασχάλη)

Απάντηση:
(αστειευόμενος) Βασικά δεν ήθελα να γίνω φιλόλογος. Ήθελα να γίνω εξερευνητής, εφευρέτης, αστροναύτης, ηθοποιός. Σχεδόν τίποτα δεν πραγματοποιήθηκε. Η απομάκρυνση από την πρακτική μάθηση επιτεύχθηκε «χάρη» σ’ έναν μαθηματικό και μετά σε έναν φυσικό στην Α’ Λυκείου που με «από-τελείωσε». Υπήρχε όμως μέσα μου το ταλέντο με τα κυκλώματα …
Όμως άλλοι παράγοντες παίζουν ουσιαστικό ρόλο στην κατεύθυνση του ανθρώπου… (εξιστορείται η προσωπική του εμπειρία). Στη β’ λυκείου είχα έναν συμμαθητή που έγραφε πολύ ωραία. Στη συνέχεια στο πανεπιστήμιο γνώρισα κάποιους ποιητές από κοντά και συνέχισα την μελέτη συστηματικής ποίησης. Εντυπωσιάστηκα με το παιχνίδι των λέξεων της γραφής των ποιημάτων. Αυτό ευνοήθηκε από την γενική έκρηξη που έχει κανείς μέσα του ως φοιτητής. Η δημοσίευση των πρώτων ποιημάτων μου έγινε σε φοιτητικό περιοδικό. Και λέω «μπας και είμαι ποιητής;» (αυθόρμητα γεννιέται το ερώτημα μέσα μου) Αποφασίζω να ρωτήσω κάποιον ειδικό. Παίρνω τα ποιήματα και πηγαίνω σ’ έναν σπουδαίο Ποιητή. Ο Φίλιππος Βλάχος, τα κοίταξε ,τα μελέτησε και μου είπε: «Έχεις ανάγκη έκφρασης, παρακολούθησε όμως τον εαυτό σου. Αν συνεχίσεις να έχεις αυτήν την ανάγκη έκφρασης, αν θα εξελίσσεται αυτό, τότε έλα να τα πούμε». Πέρασε ένα διάστημα και κάποια στιγμή μετά από πολλά χρόνια άρχισα να γράφω ξανά… Μετά από καιρό σιωπής ξανάρχισα να γράφω και συνεχίζω μέχρι και σήμερα. Αν και ποτέ δεν το φανταζόμουν και ούτε μπορούσα να το φανταστώ ότι θα ήμουνα εδώ. (Γίνεται ερώτηση σχετικά με την στρατευμένη ποίηση και ο ποιητής ρωτά άμέσως): Θα μπορούσατε ποτέ να γράψετε ένα ποίημα με συγκεκριμένο θέμα; Υπάρχουν ποιητές όπως ο μεγάλος Ρίτσος που έχουν δύο πρόσωπα, δύο εαυτούς. Ο ένας τους εαυτός έγραφε ποίηση πηγαία ενώ από την άλλη η πολιτική του ιδεολογία τον έκανε να γράφει ποιήματα κατά παραγγελία.

Ερώτηση
Έχει ανάγκη κάθε ποιητής να σταματά ανά διαστήματα για να γίνετε ανατροφοδότηση;
Απάντηση:
Η απάντηση βρίσκεται στο έργο του Αναγνωστάκη του αγαπημένου μου ποιητή και σπουδαίου άνθρωπου. Κάποια στιγμή σταμάτησε να γράφει :«Δεν έχω να πω τίποτα στον γραπτό λόγο» είπε. Άλλοι όμως πάλι φοβήθηκαν την σιωπή. Ο ποιητής φοβάται τη σιωπή. Οι καλλιτέχνες είναι κανονικοί άνθρωποι με όλες τις αδυναμίες ίσως γιατί έχουν μια υπέρτατη ευαισθησία.Ο καλλιτέχνης, έχει ανάγκη να επικοινωνεί – να εκφραστεί.

Ερώτηση μαθήτριας:
Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; (Ελεονώρα Παπανικολάου)

Απάντηση:
Αυτό με έχει προβληματίσει αρκετά και εμένα. Για να απαντήσω σε μένα διάβασα τα ποιήματά μου. Η έμπνευση είναι μία φωνή ,ένα χέρι που χτυπά μία πόρτα. Συνήθως γράφω τη νύχτα, πρέπει να υπάρχει σιωπή. Το χέρι της έμπνευσης χτυπά την πόρτα, τα χτυπήματα γερά κλοτσάνε να μπούνε μέσα. Αυτά τα χτυπήματα είναι η έμπνευση… «Λέει το ποίημα: ήρθα να γραφτώ. Γίνεται πιεστικό, είναι απόλυτη ανάγκη να το γράψω… και τότε αισθάνομαι δημι-ουργός. Έρχεται η ιδέα και εγώ διαθέτω το χέρι, το χέρι…
Η έμπνευση είναι οι σκέψεις, η επικοινωνία με τους ανθρώπους, οι προβληματισμοί μου ,οι ανάγκες. Αποφασίζει όμως η έμπνευση ποια θα είναι; Έρχεται μόνη της… Θα δώσει κλοτσιά να μπει… Αυτό γίνεται και με τις άλλες τέχνες.
Υπάρχει τελικά η έμπνευση. Είναι ανάγκη.


Ερώτηση μαθήτριας :
Ποια είναι τα συναισθήματα σας όταν γράφετε ένα ποίημα ; (Χριστίνα Σακκά)


Απάντηση:
Δε θυμάμαι ακριβώς… Μία φοβερή ένταση μου χτυπάει την πόρτα, θέλει να βγει, αλλά δε ξέρεις αν θα βγει το ποίημα. Αρχίζεις απλά να γράφεις χωρίς σχέδιο, σταδιακά, το παρακολουθώ… Σταματάω να γράφω και το παρακολουθώ… Έχει τελειώσει. Το διαβάζω… Νιώθω ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗ, ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ.

Ερώτηση: Νιώθετε ότι απελευθερώνετε ιδέες του υποσυνειδήτου;

Απάντηση: Ναι, από ένα εργαστήριο που βγαίνουν φράσεις. Στην ποίηση δε λειτουργεί μόνο η λογική διαδικασία. Λειτουργεί και η λογική και η γνώση αλλά πιο πολύ πηγάζουν όλα από το υποσυνείδητο. (συζήτηση γύρω από την έννοια του υποσυνειδήτου)

Ερώτηση μαθήτριας:
Πώς αισθάνεστε όταν τελειώνει ένα ποίημα; (Σοφία Παπαδημητρίου)

Απάντηση:
Η βασική μου αίσθηση είναι η ανακούφιση. Όπως όταν έχεις περάσει μία ίωση. Γιατί πραγματικά η γραφή ενός ποιήματος είναι μία δύσκολη διαδικασία. Γίνεται μέσα σου. Αν τελειώσει και μου αρέσει τότε νιώθω πραγματικά αισθητική ανακούφιση. Σα να διάβασα ένα ωραίο κείμενο ενός τρίτου… Όταν τα δείχνω στους άλλους ή σε δικούς μου ανθρώπους νιώθω χαρά. Μπορεί να μη θυμάμαι πού βάζω τα ποιήματα όταν τα γράφω, αλλά νιώθω εξαιρετικά. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει όμως να οδηγούμαστε στον εγωισμό στην έπαρση. Επειδή γράφεις κάτι…

Ερώτηση: Η ικανοποίηση, η χαρά…., επειδή βγήκε κάτι που υπήρχε μέσα σας, επειδή εξωτερικεύτηκε, είναι συναισθήματα που τα νιώθετε;

Απάντηση: Ναι. Ακριβώς. Δεν είναι εύκολο να εκτεθεί κανείς. Ο αυθεντικός καλλιτέχνης βγάζει έξω την ψυχή του. Αυτό είναι ένα είδος τυραννίας, να μοιράζεσαι με τους άλλους. Περνώντας όμως τα χρόνια ξεφοβάσαι … εγώ έχω περάσει το φόβο, το δισταγμό. Όλα είναι για τον άνθρωπο βιώματα. Ο άνθρωπος εξελίσσεται όπως και εσείς παιδιά. Σήμερα είστε μαθητές της 3
ης γυμνασίου, αύριο πολίτες και επιστήμονες.

Ερώτηση μαθήτριας :
Αφιερώνετε πολύ χρόνο στην ποίησή σας ; (Ορφανίδου Βασούλα)

Απάντηση:
Αφιερώνω αρκετό χρόνο διαβάζοντας. Αυτό είναι το 1ο στάδιο. Ο ποιητής πρέπει να διαβάζει. Αυτό είναι το εργαλείο της τέχνης. Η συγγραφή θέλει τις ανάλογες συνθήκες. Μεγάλοι λογοτέχνες δουλεύουν ώρες γραφείου. Χρειάζεται συστηματική δουλειά. Η ποίηση θέλει κάτι περισσότερο. Θέλει ένταση. Όταν κάθεσαι να γράψεις, πρέπει να γράψεις. Οπότε ίσως χρειάζεται σύντομο χρονικό διάστημα αλλά η ποίηση χρειάζεται μοναξιά. Είναι τέχνη οικονομική (αστειεύεται). Χρειάζεται μόνο χαρτί και στυλό. Ο Αναγνωστάκης φυλακισμένος –ως πολιτικός κρατούμενος- έγραφε πάνω σε τσιγαρόχαρτο.

Η ποίηση είναι ένας σεισμός… αλλάζει το τοπίο σε κλάσματα δευτερολέπτου. Αντίθετα η πεζογραφία είναι ένα λατομείο… που φτιάχνει πολύ ωραία πράγματα μέσα του με πολύ πιο αργούς ρυθμούς.

Ερώτηση μαθήτριας:

Tα ποιήματά σας έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία; (Ελίνα Παπαδημητρίου)

Απάντηση:
Όλες οι δραστηριότητες έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ας πούμε ότι μου συμβαίνει κάτι στο δρόμο μου δηλαδή κάποιος με τρακάρει με το αυτοκίνητό του. Το πώς θα βγω έξω, το πώς θα αντιδράσω, το τι θα κάνω και το τι θα πω ,έχει να κάνει με την αυτοβιογραφία μου δηλαδή σαν να λέμε το τι βιώματα έχω κάνει εκείνη τη στιγμή .Το πώς θα κάνω το μάθημα ,έχει να κάνει με το πώς σκέφτομαι και το πώς είμαι ,οπότε ,όταν κάνω μάθημα είναι σαν να αφηγούμαι τον εαυτό μου στα ποιήματα. Άρα είναι αναπόφευκτο να έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Και επειδή, όπως είπα και πριν, είναι πολύ δύσκολο να βγάζεις την ψυχή σου προς τα έξω, όσο πιο βιογραφικά στοιχεία περιλαμβάνει το ποίημα τόσο πιο κρυπτικό είναι, δηλαδή από τη μια μεριά τα λέει και από την άλλη τα σκεπάζει με χίλια δυο παπλώματα. Υπάρχει το βιογραφικό στοιχείο.Είναι αναπόφευκτο, γιατί δεν μπορεί κανείς να αποκοπεί από τον εαυτό του. Χωρίς να λέμε ότι κάποιος εκφράζει μόνο αυτοβιογραφικά στοιχεία

Ερώτηση μαθήτριας:

Επηρεάζεστε από τα κοινωνικά δρώμενα; (Σοφία Νικολακάκου)

Απάντηση:
Άνθρωπος που δεν επηρεάζεται από τα κοινωνικά δρώμενα πρέπει ή να είναι εκτός κοινωνίας ή να είναι αναίσθητος. Δεν γίνεται να μην μας επηρεάζουν .Το θέμα είναι πώς αυτά φιλτράρονται και μπαίνουν μέσα σε ένα ποίημα ή γενικότερα σε ένα έργο τέχνης. Δηλαδή κάπου δεν ορίζονται αυτοί οι όροι μέσα μου. Όταν γράφω κάτι για την επικαιρότητα, γράφω ένα άρθρο, ένα χρονογράφημα και τα λέω με άλλο τρόπο. Σπάνια δεν τα λέω έτσι αυτά. Η ποίηση έχει πιο περιορισμένο κοινό δηλαδή ο τρόπος είναι τέτοιος που απευθύνεται σε δύσκολο κοινό. Η αρθογράφηση είναι σαν να γράφω τα πράγματα στα γερμανικά, ενώ τα χρονογραφήματα είναι ανοιχτά σε όλους περίπου. Σε ανθρώπους που θέλουν να διαβάσουν κάτι για τις πανελλαδικές ή για το σύστημα, για την κρίση. Τελικά έχουμε μεγάλη ευθύνη!

Ερώτηση μαθήτριας

Με τις σημερινές δύσκολες συνθήκες ζωής πιστεύετε πως η ποίηση είναι διέξοδος για τον άνθρωπο; (Εύα Νικολάου)

Απάντηση:
…Έρχεστε πολύ διαβασμένοι και πολύ προβληματισμένοι σ αυτή τη συνάντηση. Είναι μια πολύ σοβαρή ερώτηση αυτή. Όσο περισσότερες είναι οι δυσκολίες για έναν άνθρωπο, τόσο μεγαλύτερα στηρίγματα θέλει για να τα βγάλει πέρα.. Τα βγάζω πέρα σημαίνει αντέχω.. Αυτά τα δυο τελευταία χρόνια συνεχώς βομβαρδιζόμαστε από πληροφορίες που δυσκολεύουν τη ζωή μας. Μας λένε ότι πρέπει να τα ξεχάσουμε όσα ξέραμε. Μια απειλή αδιόρατη ότι θα επέλθει μια καταστροφή στη ζωή μας. Αυτές είναι οι κοινωνικές δυσκολίες .Υπάρχουν όμως και οι ατομικές. Μπορεί λοιπόν η ποίηση να μου προσφέρει κάτι να σταθώ όρθιος, να βγω αλώβητος απ' αυτή την καταιγίδα; Νομίζω πως ναι ή μάλλον είμαι σίγουρος. Θα χαρακτήριζα την ποίηση σαν ισχυρό αντιβιοτικό πανάρχαιο μάλιστα που μας βοηθάει να γιατρευόμαστε από τις αρρώστιες της ζωής


Ερώτηση μαθητή:
Ποια στάση ζωής εκφράζετε μέσα από τα ποιήματά σας; (Νικόλας Συρόπουλος)

Απάντηση:
Ποια στάση ζωής;… Πολύ δύσκολη ερώτηση… Η ειλικρίνεια, αν όχι απέναντι στους άλλους, απέναντι στον εαυτό μου. Θα μπορούσα να το παρομοιάσω με ένα γράμμα που γράφω στον εαυτό μου γι’ αυτά που φοβάμαι να πω πρόσωπο με πρόσωπο, και μου γράφω ένα γράμμα, μου το στέλνω, το διαβάζω και λέω ‘ωχ !…’, αλλά είναι απαραίτητη, κατά τη γνώμη μου, αυτή η αμεσότητα, η ειλικρίνεια με τον εαυτό μας. Αν θέλουμε να μας μάθουμε. … Αμεσότητα, λοιπόν, ειλικρίνεια και θάρρος.

Ερώτηση μαθητή:

Η ποίηση είναι μορφή Τέχνης. Πιστεύετε ότι είναι ένας φάρος που καθοδηγεί τον άνθρωπο και την εξέλιξή του διαρκώς; (Σπύρος Σιαφάκας)

Απάντηση:
Μεγάλη ερώτηση… και δύσκολη επίσης. Απλοποιώ τις απαντήσεις. Θα κάνω σαν να είναι ένα μάθημα Έκθεσης ή Γλώσσας στην τάξη. Η ποίηση είναι ένας φάρος. Τι δουλειά κάνει ένας φάρος; Φωτίζει… Ποιους; Δείχνει στους κυβερνήτες των καραβιών πού υπάρχει βράχος ή ξέρα, ώστε να μην οδηγήσουν εκεί το κρουαζιερόπλοιό τους (για να μιλήσουμε και για επίκαιρα πράγματα, για να μη γείρει το κρουαζιερόπλοιο και βυθιστεί, και χρειαστεί να … φύγει ο καπετάνιος). Τι συμβαίνει τώρα; Δεν υπήρχε φάρος εκεί που ο Ιταλός πλοίαρχος πήγε εκείνο το θαυμάσιο κρουαζιερόπλοιο και το έγειρε, το βούλιαξε και πέθαναν τόσοι άνθρωποι;… Βουλιάζουν συνέχεια τα πλοία; Όχι… Έχουμε λοιπόν τους φάρους που κάνουν τη δουλειά τους και έχουμε και τους καπεταναίους που είναι διαφόρων δυνατοτήτων. Δηλαδή, υπάρχουν καπεταναίοι που βλέπουν το φάρο και λένε ότι εκεί υπάρχει βράχος που πρέπει να αποφύγουν και άλλοι που, σαν να είχε μαγνήτη ο βράχος, οδηγούν το καράβι επάνω του, σα να το έχουν στόχο. Άρα ο φάρος άλλοτε την κάνει τη δουλειά του, και άλλοτε όχι. Η Τέχνη μπορεί να την κάνει τη δουλειά της, εάν το κοινό της, δηλαδή αυτός που απολαμβάνει την τέχνη, αυτός που επικοινωνεί με το έργο τέχνης ξέρει τι έχει να αναζητήσει, και γενικώς ξέρει να ψάχνει. Εάν ξέρει να ψάχνει, είναι κάτι πάρα πολύ σπουδαίο. Για μένα, είναι αποκάλυψη η Τέχνη. Προσωπικά με βοηθάει πάρα πολύ η τέχνη, δηλαδή δεν μπορώ να διανοηθώ ότι δεν θα διαβάσω ή ότι θα μένω σε ένα σπίτι χωρίς ζωγραφικούς πίνακες δικής μου επιλογής ή ότι δεν θα ακούσω μουσική. Δε γίνεται… Γιατί όλα αυτά μου λένε πολλά πράγματα. Για άλλους, μπορεί να μη λένε τίποτα. Δε λέω ότι εγώ είμαι ο ικανός καπετάνιος, αλλά ανταποκρίνεται στην ανάγκη μου ο φάρος, επομένως τον χρησιμοποιώ. Πάντως -θα μιλήσω ως αναγνώστης τώρα, ως φιλότεχνος (αν και είναι άσχημη λέξη), ως άνθρωπος που αρέσκεται, που αγαπάει την τέχνη- Είναι πολύ σημαντικό που υπάρχουν οι τέχνες και αισθάνομαι ευγνωμοσύνη απέναντι σε αυτούς που συνεισφέρουν, όπως σε ένα ζωγράφο, σε ένα μουσικό… Δηλαδή, θα ήταν εντελώς διαφορετική η ζωή μου, αν δεν υπήρχαν. Άλλους, πάλι, μπορεί να μην τους αγγίζει.

Ερώτηση μαθήτριας:

Ποια πιστεύετε ότι είναι η ευθύνη των πνευματικών ανθρώπων και των διανοουμένων της εποχής μας; (Μάγδα Σδρόλια)

Απάντηση:
Πρώτα, θα ξεκινούσα να προσδιορίσω την έννοια του διανοουμένου, αν και πιστεύω ότι ‘βγήκε’ η έννοια μέσα από τη συζήτηση που κάναμε. Είναι πολύ μεγάλη η ευθύνη με την έννοια ότι από τη στιγμή που αναλαμβάνει το ρόλο, πρέπει να τον φέρει και εις πέρας. Και ποιος είναι ο ρόλος; Είναι ίσως ένας αισθητήρας… Στα μοντέρνα κτήρια, υπάρχουν αισθητήρες καπνού, όπου αν αλλάξει η σύσταση της ατμόσφαιρας και έχει κάπνα, που δημιουργεί την υποψία πυρκαγιάς, αρχίζουν και σφυρίζουν. Ο πνευματικός άνθρωπος πρέπει να είναι αυτός ο αισθητήρας καπνού μέσα στην κοινωνία, δηλαδή για να είναι πραγματικός πνευματικός άνθρωπος, πρέπει να έχει αντίληψη, να σκέφτεται και να καταλαβαίνει πριν από τους άλλους, όχι επειδή οι άλλοι δεν έχουν αντίληψη, αλλά επειδή δεν είναι η δουλειά τους να καταλαβαίνουν πριν από τους άλλους. Ο Καβάφης σε ένα πολύ ωραίο ποίημά του, σε ένα motto που έχει από έναν αρχαίο συγγραφέα, λέει ότι οι κανονικοί άνθρωποι, εμείς δηλαδή, αντιλαμβάνονται την καθημερινότητα, βλέπουν την καθημερινότητα (ας πούμε ότι εσείς βλέπετε έναν φιλόλογο που υποδύεται τον ποιητή και σας μιλάει για τα ποιήματά του), οι θεοί βλέπουν το μέλλον και οι σοφοί βλέπουν αυτά που πλησιάζουν, αυτά που δεν είναι ούτε τώρα, ούτε στο μακρινό μέλλον, αλλά τα βλέπουν να έρχονται, να είναι έξω από αυτούς, και η δουλειά τους –νομίζω- ότι είναι να βλέπουν και να λένε, να μην είναι εχέμυθοι, δηλαδή να κρατούν μυστικά (ας κρατήσουν άλλα μυστικά, αυτά πρέπει να τα λένε). Πρώτα πρέπει να αντιληφθούν και μετά να έχουν την ευθύνη να μιλήσουν. Αυτή είναι μεγάλη ευθύνη και πολλές φορές πολύ δύσκολο πράγμα, γιατί δυσαρεστεί… Το να λες στους ανθρώπους αυτό που δεν τους αρέσει, τους δυσαρεστεί πολύ, ξεβολεύει, δεν ‘χαϊδεύει τα αυτιά’ που λέμε, ενώ ,αν τους λες ότι όλα είναι καλά, όπως μπορείς να λες και σε έναν μαθητή για να ‘ξεμπερδεύεις’ στον ίδιο ή στους γονείς του ότι κάνει προσπάθεια, είναι καλό παιδί (βέβαια λίγο ζωηρό λόγω ηλικίας) και ότι όλα είναι καλά, του βάζεις και έναν καλό βαθμό, και είσαι καλός με όλους: με τον εαυτό σου που έβαλες καλό βαθμό και δεν κατηγόρησες το παιδί, με το παιδί που δεν θα σε αντιπαθήσει, με το γονιό που άκουσε αυτά που ήθελε για το παιδί του… Ένας επιτυχημένος εκπαιδευτικός που κάνει ζημιά, η οποία θα φανεί αργότερα, όταν πια το παιδί δε θα είναι κοντά του, για να του ζητήσει το λόγο για όσα του έλεγε… αλλά, η συνείδηση είναι άλλη υπόθεση…Οπότε ο διανοούμενος πρέπει να είναι ειλικρινής, να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο και να χτυπάει το σήμα κινδύνου, περιγράφοντας όμως τον κίνδυνο, όχι απλώς να λέει ‘κινδυνεύουμε, πάμε να φύγουμε!’. Πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να φτιάξει και την πόρτα, να υποδείξει την πόρτα για να διαφύγει κανείς τον κίνδυνο… Ελπίζω να γίνομαι σαφής.

H παραπάνω συνέντευξή μας υποστηρίχτηκε από τη φιλόλογό μας Μαρία Καραλή