Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Γκαίτε, Φάουστ. Εισαγωγικοί στίχοι


Aφιέρωση


Η μετάφραση αφιερώνεται στην Ελένη, την Μαρία και την Μιχαέλα 
 
Σιμώνετε ξανά διστακτικές μορφές
Νωρίς που κάποτε φανήκατε σε βλέμμα νοτισμένο.
Να προσπαθήσω τώρα πια και να σας συγκρατήσω;
Νιώθω ακόμη την καρδιά δοσμένη για την τρέλλα;
Μα συνωστίζεστε! Καλά, λοιπόν, εξουσιάστε
Καθώς τριγύρω μου ανεβαίνετε από ατμό, νεφέλη·
Το στήθος νιώθει νεανικά και πάλι ταραγμένο
Από τη μαγική πνοή που τον συρμό σας αγκαλιάζει.
 
Μαζί σας φέρνετε εικόνες από ημέρες χαρωπές
Αγαπημένες μου μορφές μαζί σας ανεβαίνουν·
Σάμπως παλιός μισοσβησμένος μύθος
Αγάπη πρώτη και φιλία ανατέλλουν·
Να, ξανανιώνει ο πόνος, επανέρχεται ο καημός
Του λαβυρίνθου της ζωής στρεβλής διαδρομής
Κι ονοματίζει τους καλούς που στις ωραίες ώρες
Από χαρά χιλιόπιοτοι χαθήκαν μακριά μου
 
Δεν τα ακούνε τα στερνά τραγούδια
Ψυχές που τους τραγούδησα τα πρώτα·
Χαμένο πια των φίλων μου το πλήθος
Ξεθωριασμένος, αχ, ο αντίλαλος ο πρώτος.
Το άσμα μου σε πλήθος άγνωστο πηγαίνει
Η επιδοκιμασία του φρικιάζει την ψυχή μου,
Κι ό,τι άλλο απ’ το τραγούδι μου χαρά ίσως να δίνει,
Αν ζει ακόμη, μες στην οικουμένη σκορπισμένο θα πλανιέται.
 
Κι εμένα πιάνει από παλιά χαμένη νοσταλγία
Για των πνευμάτων σιωπηλή και σοβαρή αρχοντία
Σε ήχους πια αόριστο αυτό να αιωρείται
Το αχνιστό τραγούδι μου, ίδιο άρπα αιολική,
Μια φρίκη με διαπερνά, το δάκρυ φέρνει δάκρυ
Νιώθει η αυστηρή καρδιά ήπια, μαλακή·
Ό,τι κατέχω, βλέπω το σαν να’ ταν μακριά μου
Και ό,τι χάθηκε, πραγματικότητα σιμά μου
  
[Εισαγωγή στον Φάουστ του Γκαίτε. Απόδοση: Αγαθοκλής Αζέλης]

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2014

Stabat Mater


Η μετάφραση αφιερώνεται στη μνήμη του Θανάση Α. Χονδρού
 
Πονεμένη στέκει η μάνα
Κάτω απ’ το σταυρό σπαράζει.
Καρφωμένος κει ο βλαστός της.
Κι από της ψυχής τη θλίψη
Με του θάνατου τη φρίκη
το σπαθί του πόνου σκίζει.

 
Ώ θλίψης παρανάλωμα
Στην όψη του μονογενή
Που χάρο αντιπαλεύει
Θλίψη, θρήνος και βάσανο,
Την ψυχή της διαπερνά
Και φρίκη, από του γιου τον πόνο.

 
Τίνος άνθρωπου στην πλάση
Την ψυχή δε θα μουδιάσει
Της Θεοτόκου η πληγή;
Που απ’ τον πόνο χτυπημένη
Χλωμή στέκει βυθισμένη
Στου παιδιού της τη θανή.

 
Για τα κρίματα του κόσμου
Είδε του Ιησού τα μέλη
Το φραγγέλιο ν’ αυλακώνει
Είδε τη γλυκιά της γέννα
Να χλωμιάζει απελπισμένος
Την ψυχή να ξεφυσά.

 
Μάνα, της αγάπης νάμα
Κάν’ της θλίψης σου το ρέμα
Καταρράκτη στην ψυχή μου
Κάνε να καεί η καρδιά μου
Απ’ αγάπη θεανθρώπου
Σαν εσέ να αισθανθώ.

 
Θεομήτωρ, του παιδιού σου
Τις πληγές του εσταυρωμένου
Τύπωσέ τις στην καρδιά μου
Του παιδιού σου, πληγωμένου,
Πόνο εγώ να μοιραστώ
Που για μένα υποφέρει.
 
Άσε εμέ από καρδιάς με σένανε να κλάψω
Με τον εσταυρωμένο ένα να γενώ
Όσο η ζωή ακόμη απαντέχει!
Μαζί σου δίπλα στο σταυρό
Να στέκω, πάνω να κοιτώ
Αυτό ποθεί η ψυχή μου.
 

Ώ παρθένε των παρθένων
Άκου τον βαθύ μου πόθο
Με σε άσε με να κλάψω
Τη θανή Χριστού ν’ αντέξω
Των παθών το πεπρωμένο
Με σε κάν’ να μοιραστώ
Στις πληγές να στοχαστώ.
 

Ας υποφέρω τις πληγές
Του μαρτυρίου, σε ανάταση
Απ’ του γιου σου την αγάπη.
Έμπυρος, συνεπαρμένος
Από εσέ, παρθένε, ας στηριχθώ
Στης κρίσης την ημέρα.
 
Ας με φυλάει ο σταυρός
Του θεανθρώπου ο θάνατος
Κι η χάρη ας με θερμαίνει
Όταν το σώμα μου πεθάνει
Κάνε η ψυχή μου να δοθεί
Στη δόξα παραδείσου. Αμήν!
 
Σημ.: Πρόκειται για την εκδοχή που μελοποίησε ο Pergolesi. Εδώ έχουμε μια (προσωρινή) μεταγραφή στα ελληνικά, η οποία δεν είναι κατά λέξη μετάφραση, παρά μια προσπάθεια μεταφοράς της ατμόσφαιρας του πρωτοτύπου, χωρίς όμως να αλλοιωθεί το νόημά του.
 
Αγαθοκλής Αζέλης
 

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Requiem για τον Θανάση Χονδρό

Πριν λίγο καιρό βιώσαμε την απώλεια του αγαπημένου μας Θανάση Χονδρού. Δύο φίλοι και συνάδελφοί του (Αγαθοκλής Αζέλης, φιλόλογος, και Φιλαρέτη Φροξυλιά, μουσικός) νιώσαμε την ανάγκη να τον αποχαιρετίσουμε με τα δικά του μέσα, την ποίηση και τη μουσική. Σαν από μόνο του γεννήθηκε ένα τραγούδι. Με ιδιαίτερη ευαισθησία, την προσπάθεια να αποκτήσει σώμα το τραγούδι πλαισίωσαν ο συνάδελφος μουσικός Πρόδρομος Κούκος και η φοιτήτρια Μουσικών Σπουδών Ειρήνη Κρικώνη. Το εγχείρημα θα έμενε ανολοκλήρωτο χωρίς την εθελοντική τεχνική στήριξη του στούντιο ΗΧΟΓΕΝΝΗΣΗ της κας Μεταξίας Καλαμπάκα και την επιμέλεια ήχου του κ. Παναγιώτη Καλαμπάκα.
Συντελεστές
Αγαθοκλής Αζέλης: Στίχοι
Πρόδρομος Κούκος: 1ο βιολί
Ειρήνη Κρικώνη: 2ο βιολί, ερμηνεία
Φιλαρέτη Φροξυλιά: Σύνθεση, ενορχήστρωση, πιάνο
ΗΧΟΓΕΝΝΗΣΗ, Βιοτεχνία Επεξεργασίας Ήχου (Μεταξία Καλαμπάκα): Ηχογράφηση
Παναγιώτης Καλαμπάκας: Επιμέλεια ήχου


https://soundcloud.com/lenuscha/requiem


 
[Αθέατο σαν άνεμο που πνέει

Σε νιώθαν όσοι μέσα σου πετούν

Ωθούσες κάποτε μιαν άτρακτο που καίει

Ίσιωνες άλλοτε φτερούγες που λυγούν

 

Μα τώρα πώς ταξίδι να κινήσει

Που ο άνεμος βουβός ακινητεί

Ποιος τα δεσμά της θλίψης μας θα λύσει

Σε τι ουρανούς δίχως εσέ να πορευτεί

 

Φτενή η μνήμη μπρος στην απουσία

Μάχες μας δίνει οπισθοφυλακής

Σαν άμμος γλίστρησε η θεία σου ουσία

Σ’ άνεργα δάχτυλα δεσμώτες της στιγμής

 

Μα τώρα ποιος ταξίδι να κινήσει

Που ο άνεμος βουβός ακινητεί

Πώς τα δεσμά της θλίψης μας θα λύσει

Σε τι ουρανούς δίχως εσέ να πορευτεί]

 

† Θανάσης Α. Χονδρός

 
 
     Αισθάνομαι την ανάγκη να καταγράψω και να δημοσιοποιήσω τις σκέψεις μου για τον εκλιπόντα φίλο, συνάδελφο και συνεργάτη Θανάση Χονδρό. Έναν άνθρωπο, ο οποίος είτε ως τέκνο κι αδελφός, είτε ως συνάδελφος και φίλος, ως δάσκαλος και συνοδοιπόρος, χωρίς να το προσπαθεί, γινόταν αμέσως και παρέμενε αγαπητός. Έναν άνθρωπο σεμνό, ο οποίος ματαίως προσπαθούσε να συγκαλύπτει το πολύπλευρο ταλέντο του, ματαίως διότι αυτό ίσως είναι μια από τις λιγοστές «αδυναμίες» ενός χαρισματικού ανθρώπου, το χάρισμά του να φέγγει ακόμη και κάτω από την επιμελή προσπάθειά του να το κρύβει. Έναν άνθρωπο που δεν επιχείρησε ποτέ να επιδείξει και να αποδείξει κάτι για τον εαυτό του, γιατί καμιά ποιότητά του δεν ήταν επίκτητη σαν ένδυμα ξένο επάνω του. Έδειχνε γεννημένος με αρετές, τις οποίες θεωρούσε φυσικές και ως εκ τούτου δεν τις έβλεπε, γόνος ευγενής ανάλογων γονέων ευγενών. Δεν ένιωθε έκπληξη γι’ αυτό που ήταν, αντίθετα με ό,τι συχνά συμβαίνει και γεμίζει ο κόσμος μικροπρέπεια. Αυτό όμως προκαλούσε διπλή έκπληξη σε όσους είχαμε την τύχη να τον ανακαλύπτουμε σιγά σιγά αλλά σε αποκαλυπτικές διαστάσεις. Κι ενώ συχνά συμβαίνει, για έναν άνθρωπο να ακούμε πρώτα από τον περίγυρο διάφορες κακίες μέχρι η προσωπική γνωριμία να τις διαψεύσει, για τον Θανάση άκουγες πρώτα τον θαυμασμό του περίγυρου και μετά διαπίστωνες ότι ακόμη κι αυτός ήταν συγκρατημένος.
     Ο Θανάσης σπούδασε μουσική στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ της Άρτας. Υπήρξε η μόνη του, άκρως συνειδητή, επιλογή σπουδών. Δικαιώθηκε από την εξέλιξή του, αν και η έκβαση θα μπορούσε να είναι ανάλογη τουλάχιστον σε οποιαδήποτε θεωρητική επιστήμη. Είχα την τιμή να διατελώ αναγνώστης των κειμένων του αγαπημένου μου ακάματου φίλου και κάθε φορά ανακάλυπτα άγνωστες πλευρές του. Άρχισα από την πρωτοπόρο διπλωματική του εργασία για την παραδοσιακή μουσική της περιοχής Ασπροποτάμου, που είναι έτοιμη για έκδοση, διάβασα θεωρητικά κείμενα, πυκνές εργασίες για το μεταπτυχιακό του σε αγγλικό πανεπιστήμιο κι ένιωσα να διαψεύδονται τα στερεότυπα των συνομηλίκων μου για τη νέα γενιά. Μια γενιά με χωρίζει από τον Θανάση και μολαταύτα γράφει σοφότερα από μένα και άλλους πολλούς.
     Ο Θανάσης, αυτός ο κομψός και με ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ νέος άνδρας, εκτός από την στέρεη επιστημονική γνώση είχε και εδραία καλλιτεχνική υπόσταση. Όχι μόνο του σολίστα, αλλά και του δημιουργικού καλλιτέχνη, ο οποίος έγραφε βαθυστόχαστη ποίηση, συνέθετε μουσική, διατύπωνε κριτικό λόγο για ζητήματα τέχνης και μη. Έχει έτοιμο για ηχογράφηση έναν δίσκο, εν πολλοίς με δικά του μελοποιημένα ποιήματα, για τον οποίο θα ψάχναμε για συνεργάτες τούτες τις δίσεκτες, καθώς αποδείχτηκε, μέρες. Ας υποσχεθούμε σιωπηρά οι φίλοι του, να δώσουμε μια υλική προσβάσιμη για το κοινό μορφή στο πνευματικό του έργο.
     Τον Θανάση δεν τον συναντούσα συχνά, όμως ένιωθα ότι είμασταν σε διαρκή επικοινωνία, όπως συμβαίνει με πολύ δικά μας πρόσωπα, με τα οποία συμπορευόμαστε εδώ και χρόνια. Ένιωθα ότι τον φέρω μέσα μου, κι ότι η αυτοπρόσωπη επικοινωνία δεν ήταν πάντα απαραίτητη για τον διηνεκή μας διάλογο. Το ίδιο συνέβαινε και σε πολλούς ακόμη φίλους του.
     Αν ισχύει ότι ένας άνθρωπος ζει όσο υπάρχουν άνθρωποι που τον θυμούνται, τότε ο Θανάσης μας θα παραμείνει ζωντανός στην τελευταία του κατοικία που είναι η καρδιά όσων ευεργετηθήκαμε εισπνέοντας την ευωδιά του πνεύματός του και τη γενναιοδωρία της άδολης ψυχή του, όσων τον αγαπήσαμε και αναμετρηθήκαμε με τον στοχασμό και την ευαισθησία του, δηλαδή σε έναν χώρο πέρα από τη μνήμη και τη λήθη.
 
Αγαθοκλής Αζέλης

Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Το Μουσικό Σχολείο Τρικάλων από την πλευρά του γονιού



Εργαζόμουν ήδη έξι χρόνια ως φιλόλογος στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων, όταν πέρυσι τέτοιον καιρό η κόρη μου, τελειόφοιτη του δημοτικού, μου ζήτησε να υποβάλω αίτηση συμμετοχής της στις εξετάσεις επιλογής μαθητών για την Α΄ τάξη Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου. Έξι χρόνια πριν είχα υποβάλει ο ίδιος τη δική μου αίτηση για άλλου είδους «εξετάσεις», εννοώ την αίτηση μετάθεσης προς το ξεχωριστό αυτό σχολείο, το οποίο επιλέγει το προσωπικό του με βάση το βιογραφικό του και όχι τη συνηθισμένη μοριοδότηση που ισχύει για τα υπόλοιπα σχολεία. Το προσωπικό του Μουσικού Σχολείου επιλέγεται με κριτήριο τις μεταπτυχιακές σπουδές, τη μουσική-καλλιτεχνική παιδεία ή εμπειρία, το πνευματικό έργο γενικότερα και την καθολική συγκρότηση. Θεωρούσα από τότε, για την ακρίβεια από όταν διορίστηκα ως εκπαιδευτικός στο δημόσιο, αυτό το είδος σχολείων πρωτοποριακό για τη χώρα μας. Όταν άρχισα να εργάζομαι στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων συνειδητοποίησα εμπράκτως ότι εκτός από πρωτοποριακό είναι και υποδειγματικό, άξιο μίμησης σε επίπεδο προγράμματος σπουδών και εκπαιδευτικών πρακτικών.

Από την αρχή ένιωσα ενθουσιασμό με το νέο εργασιακό μου περιβάλλον. Οι καθηγητές των μαθημάτων γενικής παιδείας συνεργάζονται με καθηγητές της μουσικής πολυάριθμων ειδικοτήτων, το σχολείο γίνεται σχολή για τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς του, οι οποίοι διδάσκουν και μαθαίνουν συνάμα. Περνώντας ο χρόνος συνειδητοποίησα ότι σε διπλανές αίθουσες, αθόρυβα, δίδασκαν διακεκριμένες προσωπικότητες του επιστημονικού και καλλιτεχνικού χώρου, οι οποίες έφερναν στο σχολείο μας την αύρα ενός επιστημονικού εργαστηρίου, μιας λογοτεχνικής συντροφιάς ή μιας αίθουσας συναυλιών ακόμη και από την άλλη ακτή του Ατλαντικού. Κάποια στιγμή δημοσίευσα την εξής σκέψη: «Σε αυτό το ολοκληρωμένο σχολείο, στο οποίο συναιρούνται οι τέχνες με τα γράμματα και προσφέρονται στους μαθητές του ως ένα πολυεργαλείο διάνοιας, αισθητικής και ενσυναίσθησης, ένα μειονέκτημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος μετασχηματίζεται σε προτέρημα: το μόνιμο άξιο καλλιτεχνικό προσωπικό του συναντάται με αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, για τους οποίους η διδασκαλία στο σχολείο μας αποτελεί σταθμό μιας πολύ σημαντικής ανοδικής σταδιοδρομίας, τέρμα μιας πορείας και αφετηρία μιας άλλης. Έτσι συντελείται μια διαρκής πνευματική ανανέωση τόσο για τους μαθητές όσο και για το προσωπικό του όλων των κατευθύνσεων, το οποίο έχει την ευκαιρία μιας διαρκούς δια βίου μαθητείας.»

Αυτά και άλλα πολλά είχα παρατηρήσει, πάντα από τη σκοπιά του εκπαιδευτικού, της μιας πλευράς της σχολικής μονάδας. Τώρα που η κόρη μου ολοκληρώνει την πρώτη χρονιά της σε τούτο το σχολείο νιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί σας με την ιδιότητα του γονιού την πεποίθηση ότι το Μουσικό Σχολείο Τρικάλων αποτελεί έναν προνομιακό χώρο μάθησης, στον οποίο η κυρίαρχη παράμετρος άμιλλας μεταξύ των μαθητών είναι ανάπτυξη σφαιρικής προσωπικότητας με ποιοτικές επιδόσεις σε ποικίλους τομείς, ένας από τους οποίους είναι και η μουσική. Διαπίστωσα και ως γονιός ότι το παιδί μου μεγαλώνει με ασφάλεια σε ένα πλούσιο σε βιώματα σχολικό περιβάλλον, ενώ είχα τη χαρά να διαπιστώσω και από άλλη οπτική γωνία το επίπεδο και την προσφορά του προσωπικού του σχολείου, από την πανταχού παρούσα τριάδα της διεύθυνσης με το εξαντλητικό ωράριο (η οποία αντιμετωπίζει τις υποχρεώσεις δύο σχολείων, καθώς το Μουσικό είναι τόσο Γυμνάσιο όσο και Λύκειο) μέχρι τους εκπαιδευτικούς του καθημερινού αγώνα για τη μάθηση.

Παράλληλα είδα μέσα από τα μάτια του παιδιού μου την αξία της μουσικής παιδείας με τον τρόπο που αυτή διαμεσολαβείται στο συγκεκριμένο σχολείο και τη σημασία της συμμετοχής σε συναυλίες-παραστάσεις, μοναδικό κι αυτό χαρακτηριστικό του Μουσικού Σχολείου. Εδώ χρειάζεται να παραθέσω μια σκέψη που δημοσιοποίησα παλιότερα, η οποία όμως επικαιροποιείται μέσα από τη νέα οπτική γωνία: Μεγάλη σημασία έχουν οι πρόβες στις οποίες συμμετέχουν οι μαθητές, η πολύμηνη προετοιμασία τους, εκτός από την επί σκηνής παρουσία τους.

«Στην περίπτωση των επαγγελματικών μουσικών συνόλων είναι λογικό να μην απασχολούν το φιλόμουσο κοινό οι πρόβες τους. Στην περίπτωση όμως σχολικών μουσικών συνόλων, συμβαίνει ή οφείλει να συμβαίνει το αντίθετο. Η ουσία (καλλιτεχνική και παιδαγωγική) βρίσκεται στις πρόβες και όχι στην παράσταση. Αυτό συμβαίνει, διότι οι νεαροί μουσικοί είναι μαθητές, οι οποίοι παρακολουθούν καθημερινά τα σχολικά μαθήματα (και τα αντίστοιχα … απογευματινά, με το ανάλογο χρονικό κόστος) και επιπλέον παρακολουθούν μαθήματα μουσικών οργάνων σε πρόσθετες διδακτικές ώρες, ενώ συμμετέχουν και σε μουσικά σύνολα, τα οποία υλοποιούν τις ενδοσχολικές γιορτές και τις δημόσιες εκδηλώσεις του σχολείου. Αν δεν είναι άθλος ό,τι κατορθώνουν αυτοί οι μαθητές, τότε μάλλον έχουν χάσει οι λέξεις τη σημασία τους. Όμως το θέμα εξακολουθεί να μην είναι ποσοτικό. Αξίζει να προσέξει κανείς την παιδαγωγική διάσταση του πράγματος, η οποία προσφέρει απαράμιλλη ποιότητα. Συγκεκριμένα, ενώ για τα Γενικά Λύκεια το Υπουργείο Παιδείας προγραμμάτισε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, της οποίας ένας βασικός στόχος είναι η μαθητοκεντρική και ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, με στόχο να καλλιεργηθούν οι δεξιότητες του μαθητή μέσα από τη συνεργασία σε ομάδες υπό την καθοδήγηση και όχι την αυταρχία του καθηγητή, στο Μουσικό Σχολείο αυτοί οι στόχοι υπάρχουν και υλοποιούνται από την αρχή της λειτουργίας του. Συγκεκριμένα, κάθε μαθητής, στο ατομικό μουσικό μάθημα, αποτελεί το επίκεντρο, την αρχή και το τέλος (=σκοπό) του μαθήματος. Η επίδοσή του εξελίσσεται και συνάμα ελέγχεται και αξιολογείται από μάθημα σε μάθημα, ενώ ο ίδιος είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να κάνει την αυτοαξιολόγησή του. Η εκμάθηση μουσικού οργάνου απαιτεί, πέρα από την ευαισθησία, μεγάλη αυτοπειθαρχία, η οποία επίσης διδάσκεται και κατακτάται με την πάροδο του χρόνου. Από την άλλη μεριά η συμμετοχή στα μουσικά και άλλα σύνολα (ορχήστρα, χορωδία, θεατρικό σύνολο, σύνολο μουσικής τεχνολογίας κ.ά.) διδάσκει στα παιδιά άλλες δεξιότητες, αρχές και αξίες. Εδώ διδάσκεται ο απόλυτος συντονισμός και η συνεργασία, η υπέρβαση του εγώ και η διάλυσή του μέσα στο εμείς της συλλογικότητας, με έναν ιδιαίτερο τρόπο: ενώ δεν καταργείται το υποκείμενο-πρόσωπο, εναρμονίζεται με το συλλογικό υποκείμενο-μουσικό σύνολο, στο οποίο κάθε όργανο ξεχωρίζει μεν, όμως αυτό γίνεται μέσα από τη συν-φωνία, την ένωση με τα άλλα με στόχο την επίτευξη του τελικού αποτελέσματος, το οποίο υπακούει σε τελευταία ανάλυση και σε μια αισθητική αρχή. Αυτή η ύψιστη παιδαγωγική διαδικασία, ιερουργία θα την ονόμαζα αν δεν κινδύνευα να χαρακτηριστώ γλυκερός, συντελείται καθημερινά στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων. Το αποτέλεσμα είναι, χωρίς να καταργούνται τα λειτουργικά όρια, μαθητές και εκπαιδευτικοί να συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο παιδαγωγικό σύνολο, να ενεργούν σαν μέλη μιας πολυμελούς οικογένειας, η οποία μαθαίνει να αντιμετωπίζει συλλογικά τα ζητήματα που προκύπτουν κάθε φορά. Κάθε σχολική χρονιά λαμβάνει χώρα στο σχολείο πολύπλευρη παιδαγωγική δράση, τόσο στο πλαίσιο των μουσικών μαθημάτων όσο και σε εκείνο των μαθημάτων γενικής παιδείας, τα οποία δεν λαμβάνουν δημοσιότητα, όμως συμβάλλουν σημαντικά στην καλλιέργεια των παιδιών.

Ας μην υποτιμήσουμε όμως την ίδια τη συναυλία, την έκθεση δηλαδή των μαθητών σε εξωσχολικό κοινό. Καθημερινά συζητάμε οι εκπαιδευτικοί με τους μαθητές και τους γονείς τους την ανάγκη να συνειδητοποιήσουν οι νεαροί μας συνεργάτες ότι η ζωή αποτελεί μια «παράσταση», στην οποία εφαρμόζει κανείς όσα έμαθε από το σχολείο και τους λοιπούς φορείς κοινωνικοποίησης, ότι η ζωή απαιτεί κυρίως όχι πληροφορίες αλλά δεξιότητες. Η συμμετοχή λοιπόν των μαθητών στις δημόσιες συναυλίες αποτελεί την ύψιστη πρόβα για τον δημόσιο βίο τους, καθώς απέναντί τους έχουν άτεγκτους κριτές, ένα κοινό που πρέπει να το κατευνάσουν και να το κερδίσουν, αφού πρώτα πειθαρχήσουν απαρέγκλιτα στις αρχές του μουσικού συνόλου και στις οδηγίες του μαέστρου. Όταν μάλιστα συμμετέχουν και καθηγητές στο σύνολο, τότε ολοκληρώνεται η εικόνα του μουσικού συνόλου ως κοινωνίας ανθρώπων με ποικίλου επιπέδου ηλικίες και δεξιότητες, τις οποίες αλληλέγγυα μοιράζονται υπηρετώντας τον κοινό στόχο. Σε μια άναρχη, απείθαρχη, δίχως όρους ανταγωνιστική, ατομικιστική και σε μεγάλο βαθμό ακαλαίσθητη και δυσαρμονική κοινωνία σαν την ελληνική, το Μουσικό Σχολείο οφείλει να αποτελεί σημείο αναφοράς και πρότυπο, Θερμοπύλες μιας καταρρέουσας κοινωνίας των πολιτών.» Θα συμπλήρωνα τώρα τα παραπάνω με μια αναφορά στον αμέτρητο προσωπικό χρόνο που διαθέτουν οι εκπαιδευτικοί του σχολείου εκτός ωραρίου και μάλιστα –σε μια κοινωνία που το χρήμα αποτελεί θεμελιώδη αξία- χωρίς χρηματική αποζημίωση.

Το παιδαγωγικό έργο που παρουσίασα παραπάνω αποτελεί επαξίως πόλο έλξης για τους γονείς οι οποίοι αγωνιούν να προσφέρουν στα παιδιά τους σφαιρική παιδεία σε ένα παιδαγωγικά άρτιο και ασφαλές περιβάλλον, σε ένα σχολείο από το οποίο δεν αποφοιτούν μόνο μουσικοί αλλά νέοι έτοιμοι να σπουδάσουν σε όλες τις ειδικότητες. Μάλιστα σε μια κοινωνία όλο και πιο ανταγωνιστική, είναι σημαντικό να προσφέρουμε στα παιδιά μας όχι πληροφορίες περιορισμένης χρήσης παρά εφόδια ζωής, δηλαδή σφαιρική παιδεία, ενσυναίσθηση μέσα από την επαφή με την τέχνη, ισχυρή προσωπικότητα μέσω της υποστηρικτικής συναισθηματικής ωρίμανσης, κοινωνικότητα και συνεργατικότητα, πράγματα που συναποτελούν την καθημερινότητα στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων. Τέλος, οι δυσκολίες του νέου Λυκείου τόσο σε διδακτικό όσο και σε εξεταστικό επίπεδο μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά σε ένα τέτοιο «οικογενειακό» σχολικό περιβάλλον, στο οποίο μάλιστα ο αριθμός μαθητών ανά τμήμα είναι κατά μέσο όρο σαφώς μικρότερος από ό,τι στα Γενικά Λύκεια.

 
Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Ομιλία στην εκδήλωση-τιμής του Δήμου Τρικκαίων στις 17/04/2014 για τη θυσία των 5 ΕΠΟΝιτών στις 18/04/1944

Απλά μαθήματα ηρωισμού και ιστορίας

Κυρίες και κύριοι!
Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να τιμήσουμε τη μνήμη των πέντε νεαρών συμπατριωτών μας, των πέντε ΕΠΟΝιτών, οι οποίοι πρόσφεραν τη ζωή τους στην κοινή υπόθεση της ελευθερίας όλων μας. Πρόκειται για τους Στέργιο Γάτσα – Γιάννη Μπριάζη – Κώστα Στεργιόπουλο – Κώστα Σύρμπα - Αποστόλη Τσιανάκα. Μέρα που είναι όμως, αντί να ξοδευτούμε σε ανέξοδες ρητορείες, ας αφουγκραστούμε έναν διάλογο ανάμεσα σε έναν σημερινό πατέρα και το παιδί του, σχολικής ηλικίας, που βρίσκονται κάπου ανάμεσά μας:
 
Τι δείχνει αυτό το γλυπτό πατέρα;. Το βλέπω τόσο συχνά αλλά ποτέ δεν έτυχε να σε ρωτήσω…

 Δείχνει πέντε νέους άντρες, που πριν από 70 χρόνια, στις 18 Απριλίου 1944 τους εκτέλεσαν με απαγχονισμό σε τούτον εδώ το χώρο.

 Ποιοι τους εκτέλεσαν;

 Οι Γερμανοί Ναζί κατακτητές.

Πώς βρέθηκαν οι Γερμανοί Ναζί εδώ;

 Κατέκτησαν τη χώρα μας για να πάρουν με τη βία τον πλούτο της και να βάλουν το λαό μας να δουλεύει γι’ αυτούς.

Μόνοι τους εκτέλεσαν τους πέντε νέους;

 Όχι, συνεργάστηκαν μαζί τους μερικοί Έλληνες, οι λεγόμενοι δωσίλογοι, οι οποίοι θεώρησαν ότι τα συμφέροντά τους ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των κατακτητών.

Γιατί τους εκτέλεσαν;

Για τιμωρία και παραδειγματισμό.

Τιμωρία για τι;

Διότι αντιστάθηκαν στον κατακτητή. Δε δέχτηκαν μοιρολατρικά να τον υπηρετούν ούτε να αφεθούν έρμαιο στην αυθαιρεσία του. Τον πολέμησαν.

Παραδειγματισμό για τι;

Για να φοβηθούν οι υπόλοιποι και να μην τους μιμηθούν.

Φοβήθηκαν οι υπόλοιποι;

Όχι, επιβεβαιώθηκαν στη σκέψη ότι έχουν λόγους να αντιστέκονται και τους μιμήθηκαν.

Δηλαδή αντιστάθηκαν κι άλλοι στον κατακτητή;

Πολύ μεγάλο μέρος του λαού, οργανωμένο μάλιστα σε αντιστασιακές οργανώσεις.

Εκτελέστηκαν κι άλλοι αντιστασιακοί;

Πάρα πολλοί. Η Ελλάδα είναι γεμάτη μνημεία πεσόντων.

Είχαν κάποια βεβαιότητα για το αποτέλεσμα της δράσης τους αυτοί οι νέοι, κι όλοι όσοι αγωνίστηκαν σαν αυτούς;

Όχι, όμως ήταν βέβαιοι ότι η παθητικότητα δεν τους έδινε καμιά προοπτική αλλά τους εξασφάλιζε μόνον αυτό που ήθελαν να αποφύγουν, δηλαδή τη σκλαβιά, που είναι μια μορφή ηθικού θανάτου.

Άκουσα κάποιον να τους αποκαλεί ήρωες. Οι ήρωες είναι διαφορετικοί από τους άλλους ανθρώπους;

Ήρωες ονομάζουμε κανονικούς ανθρώπους σαν εμάς, οι οποίοι όμως, σε δύσκολες στιγμές, αντί να υπολογίζουν το δικό τους ατομικό συμφέρον, δρουν για το κοινό καλό, θυσιάζοντας το δικό τους.

Εμείς γιατί συγκεντρωθήκαμε εδώ;

Για να τιμήσουμε τη μνήμη αυτών των ηρώων.

Γιατί πρέπει να τους θυμόμαστε;

Γιατί ανήκει στην παράδοσή μας να τιμούμε όσους με ιδέες και πράξεις τους υπηρετούν το κοινό καλό. Επίσης διότι προχωρώντας προς το μέλλον πρέπει που και που να κοιτάζουμε προς το παρελθόν.

Τι σχέση έχει το παρελθόν με το μέλλον;

Όποιος ξεχνάει το παρελθόν είναι καταδικασμένος να το ξαναζήσει, γράφουν οι Γερμανοί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου.

Κυρίες και κύριοι,

Ζούμε σε έναν τόπο που έχει περάσει πολλά δράματα, πολλές δυσκολίες. Κάθε εποχή έχει τις δικές της. Η εποχή μας επίσης. Στις δύσκολες στιγμές είναι ακόμη πιο έντονη η ανάγκη να ανατρέχουμε σε παραδείγματα που μας δείχνουν το δρόμο και συνάμα γεννούν ελπίδα. Οι ήρωες τους οποίους τιμούμε σήμερα, μας υποδεικνύουν να έχουμε δύναμη ψυχής και να μη φοβόμαστε το φόβο. Ενωμένοι, αλληλέγγυοι και άφοβοι ας διεκδικούμε κάθε μέρα τη θέση μας στον κόσμο. Έτσι θα τιμήσουμε όπως αρμόζει τους αιώνια νέους αυτούς άντρες, που μας κοιτάζουν μέσα από το χάλκινο κορμί τους. Ας είναι αιωνία η μνήμη τους.
 
Αγαθοκλής Αζέλης

 

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Ελίζα

 
eliza11-599x275

«Πολυτροπική καλαισθησία» για την “Ελίζα” του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων  

 

Του Αγαθοκλή Αζέλη
«Πολυτροπική καλαισθησία». Αυτή η φράση σχηματίστηκε στο νου μου όταν, μετά την αυλαία της τελευταίας παράστασης του Δημοτικού Θεάτρου την περασμένη Πέμπτη, επιχείρησα να δώσω έναν αντιπροσωπευτικό χαρακτηρισμό για το θέαμα που είχα τη χαρά να παρακολουθήσω στην κατάμεστη, γεμάτη θαλπωρή αίθουσα του Δημοτικού Κινηματογράφου και Θεάτρου στον «Μύλο του Ματσόπουλου». Πρόκειται για το έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου «Ελίζα», το οποίο σκηνοθέτησε (σε σκηνοθετική προσαρμογή) με ευαισθησία και ευρηματικότητα ο Στέφανος Νταλάσης, που μας έχει συνηθίσει σε ιδιαιτέρως επιμελημένες παραγωγές.
«Πολυτροπική καλαισθησία» λοιπόν. Η εξαμελής ομάδα των ηθοποιών, η οποία αντεπεξήλθε στην υλοποίηση μεγαλύτερου αριθμού ρόλων, στηριζόμενη στο καλό πλαίσιο που δημιούργησε η αφανής ομάδα των συντελεστών που πλαισιώνει μια παράσταση, μετέφερε το κοινό στον χωροχρόνο της ιστορίας με πειστικότητα, αυθεντικότητα και σεβασμό του λειτουργήματος του θεάτρου. Εποίησαν ήθος, χωρίς να δίνουν ποτέ την αίσθηση ότι υποδύονται. Ήταν οι ίδιοι οι ρόλοι τους. Αυτό αποτελεί δείγμα καλλιτεχνικής ωριμότητας, η οποία υπηρετεί ως αυτονόητη την αισθητική με την ευρύτερη σημασία του όρου, ως συνύφανση μορφής, νοήματος και ήθους.
Αν η συνεισφορά των ηθοποιών ήταν ολοκληρωμένη, το ίδιο έχουμε να πούμε και για εκείνη των υπολοίπων συντελεστών. Από τη σκηνοθεσία (η οποία ανέλαβε να αναμορφώσει ένα κείμενο σε ζωντανό λόγο και ήθος που λειτουργεί σε συγκεκριμένο κοινό εν τόπω και χρόνω), τα ευρηματικά και ατμοσφαιρικά σκηνικά όπως και τα εξαιρετικά κοστούμια, αμφότερα υποστηριγμένα από τον σωστά επιλεγμένο φωτισμό, καθώς και τη λειτουργική χρήση βιντεοπροβολής σε κάποια σημεία, έως την εμπλουτισμένη σε σχέση με την αθηναϊκή παράσταση μουσική της Καραΐνδρου, όλα υπηρέτησαν με τον καλύτερο τρόπο την παράσταση -σε μεγάλο βαθμό τοπική παραγωγή- σε μια εποχή που η έλλειψη μέσων πρέπει να εξισορροπείται από περίσσευμα ψυχής.
Με τέτοιες παραστάσεις δικαιώνεται η αρχαιοελληνική αντίληψη του θεάτρου ως διδασκαλία και είναι σημαντική προσφορά για τα παιδιά (αλλά και τους ενήλικες) της πόλης μας να τις παρακολουθούν· έστω ως νησίδες αισθητικής αγωγής και αντίστασης στην πολυτροπική ακαλαισθησία της δημόσιας σκηνής.

http://trikkipress.gr/%ce%bc%ce%b9%ce%b1-%cf%83%cf%80%ce%bf%cf%85%ce%b4%ce%b1%ce%af%ce%b1-%ce%ba%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%af%ce%b6%ce%b1-%cf%84%ce%bf/

http://www.badiera.gr/?p=7550

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Βαγγέλης Αυδίκος, Η σκιά της Μίκας, μυθιστόρημα, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα 2013.



     Το μυθιστόρημα «Η σκιά της Μίκας», τέταρτο κατά σειρά του πανεπιστημιακού καθηγητή Βαγγέλη Αυδίκου είναι ένας πολυσύνθετος λαβύρινθος της μνήμης και της μυθοπλασίας, με επίκεντρο την ελληνική ομογένεια στην Αμεική και πολλούς επάλληλους ομόκεντρους ή τεμνόμενους κύκλους. Αφηγητής και πρωταγωνιστής είναι ο Κοσμάς Τρίκαρδος, Έλληνας πρώτης γενιάς της Αμερικής, με πανεπιστημιακές κλασικές σπουδές στη μεγάλη χώρα. Τον συναντάμε στο ξεκίνημα της πρώτης μετά την αποφοίτηση δουλειά του στην Εταιρεία «Διεθνείς Οικονομικοί Σύμβουλοι», η οποία δραστηριοποιείται στο χώρο των επενδύσεων υψηλού ρίσκου. Υψηλού ρίσκου βεβαίως υπήρξε η επιλογή εκ μέρους της εταιρείας του συγκεκριμένου συνεργάτη, του προερχόμενου από τον χώρο των κλασικών γραμμάτων, όπως και εκ μέρους του ίδιου του Κοσμά της συγκεκριμένης εργασίας, ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Εκ των υστέρων απορούσα τι γύρευα εγώ σε μια εταιρεία και, πολύ περισσότερο, τι βρήκαν αυτοί σ’ έναν πτυχιούχο που ήταν άριστος στο σχολιασμό των κειμένων του Αριστοτέλη, που γνώριζε ακόμη και τις άνω τελείες στα έργα του αλλά που η σχέση του με τις οικονομικές επενδύσεις υψηλού ρίσκου αποτελούσε ένα ερωτηματικό. Συχνά πυκνά μάλιστα γνωστοί και φίλοι, τόσο στην Ελλάδα όσο και στους κύκλους των Ελληνοαμερικανών, απορούσαν με το ρίσκο να περάσω τον Ατλαντικό με σκοπό να σπουδάσω κλασικά γράμματα. Τόσος κόπος που δεν είχε άμεσο αντίκρισμα στην αγορά. Είχα πολλά να τους απαντήσω, αλλά επέλεγα πάντα τη σιωπή. Την προτιμούσα από μια ανώφελη συζήτηση. Δεν ήμουν βέβαιος πως θα κατανοούσαν τα κίνητρά μου, αν τους εξηγούσα τι σήμαιναν για μένα οι κλασικές σπουδές: ένα όνειρο ζωής.» Ο αφηγητής αυτοσυστήνεται με αυτόν τον τρόπο, προσφέρει τη βάση την οποία χρειάζεται να γνωρίζουμε, προκειμένου να νοηματοδοτήσουμε πολλές από τις ενέργειές του, οι οποίες θα διαγράφουν σταδιακά τον χαρακτήρα του, ο οποίος θα ολοκληρωθεί στα μάτια μας αρκετά αργά, μετά τη μέση της αφήγησης νομίζω. Άραγε θα δοθεί απάντηση στην ενδόμυχη απορία του αφηγητή για την επιλογή του από την εταιρεία; Θα δούμε. Ο συγγραφέας πάντως συνετά πράττοντας δεν βιάζεται. Το παζλ της αφήγησης πρέπει να συμπληρωθεί αργά, προκειμένου να προκαλέσει την ανυπομονησία του αναγνώστη, ο οποίος στη συνέχεια θα δώσει την αναγκαία γι’ αυτόν επιτάχυνση μέσω της συστηματικής ταχείας ανάγνωσης. Αφηγητής και αναγνώστης συναντώνται με τη φροντίδα του συγγραφέα σε ένα διανοητικό χορό, ένα βαλς θα έλεγα, στο ρυθμό του Μεγάλου Γαλάζιου Δούναβη, στον στροβιλισμό του οποίου δε χάνουν ποτέ την ισορροπία, όμως συνάμα δεν γνωρίζουν την πορεία και το πέρας, διαπιστώνουν μόνο ότι ο ρυθμός επιταχύνεται.

     Σταδιακά πληροφορούμαστε ότι ο αφηγητής μας είναι παντρεμένος με την Μαρία Τερέζα, Αμερικανοπολωνίδα, ακλόνητη γυναίκα, σε μια σχέση που ανταγωνίζεται την παλίρροια της καθημερινότητας, η οποία την απειλεί αλλά δεν κατορθώνει να την πνίξει. Σε αυτήν την οικογένεια συναντώνται και συναιρούνται δύο ευρωπαϊκοί πολιτισμοί, ο ελληνικός και πιο απόμακρα ο πολωνικός, με συνδετικό ιστό και κυρίαρχη υφή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του αμερικανικού πολιτισμικού υποστρώματος. Σε αυτό το πλαίσιο μεγαλώνουν τα δύο παιδιά τους, στα οποία ο Κοσμάς προσπαθεί διαρκώς να αναπτύξει μια ελληνικότητα που αγωνίζεται εκτός έδρας και με το κοινό εναντίον της. Την αρμύρα της καθημερινής οικογενειακής παλίρροιας θα έρθει ασυναίσθητα και ανεξέλεγκτα να σφουγγίσει η Μάργκαρετ, συνεργάτιδα του Κοσμά στο γραφείο, η οποία διαθέτει όσες ιδιότητες απουσιάζουν από την Μαρία Τερέζα, είτε διότι δεν συνάδουν με τον χαρακτήρα της είτε διότι τις κλάδεψε η αδήριτη δίνη της καθημερινότητας, η οποία εμποδίζει πολλούς ανθρώπους να βλέπουν δίπλα τους. Η Μάργκαρετ, άφθαρτη από τις εντάσεις της καθημερινότητας και όντας σε θέση να μοιραστεί την προβληματική και τα προβλήματα του Κοσμά –περνώντας μάλιστα περισσότερες συγκριτικά με τη γυναίκα του τελευταίου μαζί του- θα διεισδύσει στην ψυχή του αφηγητή μετατρεπόμενη σε ηγερία του. Ο Κοσμάς Τρίκαρδος εξελίσσεται σταδιακά σε αυτό που συμβολίζει το επώνυμό του, όταν θα εμπλακεί συναισθηματικά και με τη σκιά της γυναίκας της οποίας τα ίχνη έχει την εντολή να αναζητήσει, με τη μορφή επαγγελματικής αποστολής, της νεκρής Σμυρνιάς Μίκας Τσεκουρίδου.

     Η επαγγελματική αποστολή λοιπόν…Η εταιρεία στην οποία εργάζεται ο Κοσμάς έχει αναλάβει να αναζητήσει τα ίχνη της Σμυρνιάς Μίκας Τσεκουρίδου, για την ακρίβεια των ενδεχόμενων απογόνων της. Αυτή η γυναίκα είχε αγοράσει τη δεκαετία του 1920 μετοχές οι οποίες έχασαν την αξία τους κατά τη μεγάλη κρίση του 1929. Όμως οι μετοχές αυτές απέκτησαν ξανά αξία κατά το χρόνο της αφήγησης και έπρεπε να διαπιστωθεί αν υπάρχουν νόμιμοι κληρονόμοι της Μίκας, διαφορετικά τα κέρδη θα πήγαιναν στο ταμείο της οικονομικής υπηρεσίας του δήμου του Μπρονξ.

     Ο Κοσμάς παίρνει από τον προϊστάμενό του έναν φάκελο με ελάχιστα στοιχεία για την υπόθεση και την οδηγία να αρχίσει την αναζήτηση από τον τάφο της Μίκας στο νεκροταφείο του Μπρονξ. Από εκεί ξεκινά η ομοδιηγητική αφήγηση με εσωτερική εστίαση. Γνωρίζουμε όσα γνωρίζει ο αφηγητής μας, ο οποίος αρχίζει την αφήγηση in media res, και η δική μας γνώση εξελίσσεται παράλληλα με τη δική του. Τίποτα δεν είναι εύκολο για τον Κοσμά, κι όμως φαίνεται να υπάρχει πίσω από το δίκτυο των πραγμάτων και των ανθρώπων ένα αόρατο νήμα που τα κινεί. Διαισθανόμενος το νήμα ο Κοσμάς βρίσκει κομμάτια του μίτου που θα τον οδηγήσουν σε έναν λαβυρινθώδη δρόμο, το δρόμο που σταδιακά θα οδηγήσει στη λύση. Η ιστορία μας ακολουθεί την πορεία φιλμ νουάρ χωρίς έγκλημα, με στοιχεία ρόουντ μούβι και ψυχολογικού δράματος. Ο Κοσμάς ξεκινά την έρευνά του αποστασιοποιημένα, «επαγγελματικά», όπως αρμόζει, χωρίς συναισθήματα. Αυτό που αποζητά είναι μια ταχεία διεκπεραίωση της υπόθεσης, για να εδραιωθεί η θέση του στην εταιρεία και να εισπράξει την αδρή αμοιβή με την οποία θα καλύψει σημαντικές δαπάνες για μια ευρύχωρη κατοικία με κήπο. Πώς θα βγει όμως από αυτήν την υπόθεση; Θα φανεί στην πορεία της αφήγησης, μια πορεία με μάλλον σταθερά προδιαγραφόμενες από ένα σημείο και πέρα συναισθηματικές τροχιές αλλά πολλά απροσδόκητα γεγονότα και περιπέτειες με την αριστοτελική σημασία του όρου, «ες εναντίον των πραττομένων μεταβολή». Όπως και να ’χει το πράγμα, ο ήρωάς μας αρχίζει την έρευνά του με ελάχιστα στοιχεία στα χέρια του: το όνομα της αναζητούμενης γυναίκας, ο χώρος της τελευταίας της κατοικίας (κοιμητήριο του Μπρονξ) και η χρονολογία θανάτου, η δεκαετία μάλλον, του 1960. Μέσα σε έναν αφηγηματικό καταιγισμό, στον οποίο ο ήρωας συμπληρώνει το αυτοβιογραφικό του παζλ εκτελεί συνάμα το πρώτο του καθήκον και με πολύ κόπο και χρόνο (ώστε να χωρέσουν και οι πληροφορίες που θέλει να μας διαμεσολαβήσει ο αφηγητής) κατορθώνει την πρώτη του επιτυχία, την ανεύρεση του τάφου με την αποκρυπτογράφηση της δυσανάγνωστης επιγραφής: Mika Tsekouridis, - 1968, χωρίς ημερομηνία γέννησης. Τίποτε άλλο. Μετά τον πρώτο ενθουσιασμό έρχεται η σύνεση: «Οι πληροφορίες της στήλης είναι αδύνατο να διαλύσουν το πηχτό σκοτάδι που σκεπάζει τη ζωή της, δεν μπορούν να μιλήσουν για τα όνειρα και τις ελπίδες, τον πόνο και τις προσδοκίες της». Ήταν πάντως μια νέα αφετηρία για περαιτέρω αναζήτηση. Ο ευρηματικός Κοσμάς θα αναζητήσει τα ίχνη της Μίκας στα αρχεία και στη μνήμη της ελληνικής διασποράς και με την ευκαιρία αυτή μας προσφέρει μια περιήγηση σε αυτόν τον αρκετά άγνωστο κόσμο για όσους δεν έτυχε να διαθέτουν συγγενείς μετανάστες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ένας πολυεπίπεδος νέος κόσμος ανοίγεται μπροστά μας, ο κόσμος της ομογένειας, ο οποίος μόνον ομοιογενής δεν είναι: μετανάστες διαφόρων γενεών, οικονομικών επιπέδων και βαθμού αφομοίωσης στη νέα πατρίδα και διατήρησης δεσμών με την παλιά, συναντώνται στο δίκτυο της αφήγησης.

     Η αναζήτηση θα του δώσει μια νέα ιδέα, να στραφεί προς μια κύρια πύλη εισόδου των μεταναστών στην Αμερική, στο Έλλις Άιλαντ, στο οποίο υπήρχε Ληξιαρχείο εισερχομένων μεταναστών και μουσείο μετανάστευσης. Στο τελευταίο εντοπίζει ένα χειρόγραφο στα ελληνικά, το οποίο πλαισιώνουν τα αρχικά Μ.Τ.· να είναι άραγε το αναζητούμενο πρόσωπο; Ο αφηγητής αντιγράφει το κείμενο, το οποίο δίδεται αντί αναδρομικής αφήγησης ως βασικό στοιχείο της πλοκής: Πρόκειται για την αφήγηση της άφιξης της Μ.Τ. στο Έλλις Άιλαντ, τη γνωριμία της εκεί με τον επίσης μετανάστη Ιρλανδό Πάτρικ, τον χωρισμό των δρόμων τους στην αμερικανική αφετηρία. Το χειρόγραφο σταματάει απότομα σε κρίσιμο σημείο, κινητοποιεί όμως τη σκέψη και τον προγραμματισμό του Κοσμά: «Η Μ.Τ. για κάποιον λόγο διέκοψε απότομα το ημερολόγιό της. Ενδεχομένως να είναι η μόνη διαθέσιμη σελίδα. Δεν μπορώ να περιοριστώ σε υποθέσεις. Αποφασίζω να ψάξω το θέμα περισσότερο. (…) Φαίνεται πως η Μίκα Τσεκουρίδου θα με παιδέψει αρκετά. Δεν έχω ακόμη αξιόπιστες πληροφορίες για την πορεία της. Δεν ξέρω πού κινήθηκε, αν παντρεύτηκε, αν άφησε απογόνους. Γύρω μου είναι ακόμη πηχτό το σκοτάδι.». Η τύχη όμως είναι με το μέρος του, όσο κρατάει το πείσμα και η ερευνητική διάθεση. Το μουσείο διαθέτει κι άλλο χειρόγραφο της Μίκας, στο οποίο καταγράφει σημαντικές πληροφορίες για το κίνητρο της μετανάστευσης της ηρωίδας στην Αμερική αλλά και για την κοινωνιολογία της υπερπόντιας μετανάστευσης, στην οποία βρίσκουμε στοιχεία που αναδεικνύει και ο Βούλγαρης στις «Νύφες» του. Ένας «πατρόνος» οργανώνει την προσέλκυση μεταναστών για τον Νέο Κόσμο, με το αζημίωτο φυσικά. Εκμεταλλεύεται την άγνοια και την ανάγκη των μεταναστών. Η Μίκα, η οποία φτάνει αρχικά στην Ελλάδα σαν προσφυγοπούλα από την καιόμενη Σμύρνη του 1922, βρίσκει ως μη χείρον και επομένως βέλτιστον να δεχθεί την προσφορά ενός υπαλλήλου του πατρόνου και να ταξιδέψει στην Αμερική, για να αποφύγει το δράμα των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων στην Ελλάδα. Όμως εκεί θα έρθει η διάψευση της επαγγελίας, θα πέσει θύμα οικονομικής εκμετάλλευσης, από την οποία όμως θα έχει το θάρρος να δραπετεύσει, για να αναζητήσει το όραμα του Πάτρικ στο Κολόμπους του Οχάιο, στο οποίο εκείνος είχε την πρόθεση να κατευθυνθεί όταν θα τελείωναν οι συνοριακές διατυπώσεις στο μέρος που γνωρίστηκαν οι δυο τους και μετά χάθηκαν.

     Ο έρωτας, μακράς ή σύντομης διάρκειας, αποκλειστικός ή παράλληλος, ως εκ του σύνεγγυς βίωμα ή ως μνημονική σχέση ζωής, διαδραματίζει έναν καταλυτικό ρόλο στην αφήγηση. Η εμπλοκή του Κοσμά με τη συνεργάτιδά του Μάργκαρετ θα κινητοποιήσει την τελευταία να τον παραπέμψει στον πρώτο της μεγάλο έρωτα, τον Έλληνα Ηλία Καλοσίμο, ειδικευμένο στην προφορική ιστορία, ιδιαίτερα στους πρόσφυγες και μετανάστες Μικρασιάτες με ελληνική καταγωγή, διευθυντή στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Οχάιο. Ο κατάλληλος άνθρωπος λοιπόν. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, αρκεί να ξέρει και να θέλει κανείς να περπατάει. Ο Ηλίας έχει όπως κι η Μίκα σμυρναίικη καταγωγή, διαφέρει ως προς αυτή σε γενιά τόσο στη διαμονή στη Σμύρνη (μετά την καταστροφή εκείνος) όσο και στην Αμερική. Η Ηλίας θα κατευθύνει την έρευνα του Κοσμά προς την ιρλανδέζικη παροικία του Οχάιο, καθώς ο αγαπημένος της Μίκας, (ο άλλος, μεγαλύτερος και καταλυτικός αυτός, έρωτας της αφήγησης) ο Πάτρικ, ήταν ιρλανδικής καταγωγής. Με αυτό το εύρημα ο συγγραφέας μας εισάγει σε μια άλλη πτυχή της υπερπόντιας μετανάστευσης, ενδεικτικά την ιρλανδέζικη παροικία, η οποία εξετάζεται ως ένα ακόμη παράδειγμα που κάπως μοιάζει με την ελληνική περίπτωση, αφού προέρχεται από ένα μικρό ευρωπαϊκό εθνοπολιτισμικό χώρο. Έτσι απλώνεται μπροστά μας ένα δείγμα του πολυπολιτισμικού αμαλγάματος των Ηνωμένων Πολιτειών, αμαλγάματος που αν εστιάσουμε προσεκτικά θα διακρίνουμε πολυάριθμες πολιτισμικές μπάμπουσκες σε ένα διαρκή μετασχηματισμό και αμοιβαία όσμωση.

     Στην κοινότητα των Ιρλανδών μεταναστών και έχοντας φτάσει στη μέση του βιβλίου, ο αφηγητής θα μας δώσει περισσότερα στοιχεία για τη Μίκα, η οποία σταδιακά από σκιά, σκίτσο, θα μετατραπεί σε προσωπογραφία. Εντοπίζει έναν καθοριστικής σημασίας υπερήλικα μάρτυρα, ο οποίος είχε γνωρίσει τη Μίκα στα παιδικά του χρόνια και είχε αποτελέσει σημείο αναφοράς στη ζωή του, τόσο με την παρουσία της στο πλευρό του αγαπημένου της Πάτρικ, όσο και με τη φυσική της απουσία και το στοίχειωμα της μνήμης του για μια ολόκληρη ζωή, όταν μετά τον θάνατο του συντρόφου της στο μέτωπο της Νορμανδίας εξαφανίστηκε από τον κοινό χώρο αναφοράς. Όμως αν η απόσταση στο χώρο χωρίζει τους ανθρώπους και δεν βλέπονται, ο γόνος του κοινού χρόνου φαίνεται να είναι κτήμα ες αεί, συνδετικός ιστός στη ζωή και στον θάνατο, αφού ένα συνώνυμο της ζωής είναι η μνήμη κι ένα του θανάτου είναι η λήθη. Κι ανάμεσά τους η αλήθεια, η α-λήθεια, αυτή η ιδιαίτερης υφής πραγματικότητα, η οποία συνιστά την πεμπτουσία της μάχης ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, τη ζωή και το θάνατο, όπως συνετά καταδεικνύει και ο συγγραφέας μας.

     Η μάχη του αφηγητή κατά της λήθης συνεχίζεται. Η επίμονη έρευνά του φέρνει νέα αποτελέσματα. Αφηγήσεις, φωτογραφικό υλικό και η παρουσία ενός παιδιού μετατρέπουν την έρευνα σε γλύπτη που μορφοποιεί σταδιακά το αδρανές υλικό, το καθιστά όλο και πιο οικείο. Όσο περισσότερο εμβαθύνει στην ιστορία των προσώπων ο Κοσμάς, τόσο περισσότερο εμπλέκεται συναισθηματικά μαζί τους. Η σκιά της Μίκας του γίνεται έμμονη ιδέα, μια χίμαιρα που κυριαρχεί στις ενέργειές του. Θα ήταν άδικο αν συνέχιζα την παρουσίαση αποκαλύπτοντας το υπόλοιπο της πλοκής. Άδικο για τον αναγνώστη, καθώς θα του αφαιρούσα τη γοητεία του απροσδόκητου. Ο αφηγητής φτάνει πολύ κοντά στη λύση, όμως η ζωή δεν βιώνεται ευθύγραμμα βάση προγράμματος. Παλίρροια και άμπωτη θα τον οδηγήσουν κοντά και συνάμα θα τον απομακρύνουν από τη λύση, ενώ ανοίγει πολλά ζητήματα, όπως η υπερπόντια υιοθεσία παιδιών του εμφυλίου, τα οποία έχουν απασχολήσει κάπως την ιστορική έρευνα, ηρεμούν όμως στο πεδίο της συλλογικής λήθης. Το μυθιστόρημα, το οποίο εκδίδεται σε μια κρίσιμη περίοδο της νεότερης ιστορίας μας και ανοίγει ξανά το εκ των πραγμάτων επικαιροποιημένο ζήτημα της μετανάστευσης, θα ολοκληρωθεί με ένα δυνατό κύμα, το οποίο θα κλείσει αναπάντεχα την υπόθεση. Απομένει στον κάθε αναγνώστη να την κρίνει. Προσωπικά, φρονώντας ότι η ζωή μιμείται την τέχνη, θεωρώ την ευρηματική κατακλείδα εντυπωσιακά απροσδόκητη, μυθιστορηματική, επομένως απολύτως μέσα στις πιθανότητες της πραγματικής ζωής. Το μυθιστόρημα, ως τέχνη, είναι μέρος της πραγματικότητας, καταλαμβάνει χώρο σε αυτήν, ανατροφοδοτώντας την συνάμα.

     Φτάνοντας πια στο τέλος θα ήθελα να αναφέρω ελάχιστα ακόμη στοιχεία για την αφηγηματική τεχνική που αναφαίνεται στο βιβλίο. Η κύρια αφήγηση διακόπτεται από αναδρομικές αφηγήσεις, την παράθεση εμβόλιμων κειμένων τα οποία λειτουργούν επίσης ως αναδρομές, διανθίζεται από επιβράδυνση και άλλα στοιχεία αφηγηματικής τεχνικής και πλοκής. Τα πρόσωπα συγκροτούνται σταδιακά και αποκτούν υπόσταση ολοκληρωμένων ανθρώπων, αποφεύγοντας την εύκολη λύση της λογοτεχνικής περσόνας. Οι διάλογοι είναι γρήγοροι και πειστικοί, οι περιγραφές δεν έχουν περιττά στοιχεία αλλά υπηρετούν την πλοκή, στο τέλος του έργου νιώθει κανείς πολύ μεγάλη οικειότητα με τα πρόσωπα και το θέμα, είναι ο ίδιος μέρος της πλοκής. Ο συγγραφέας ελέγχει καλά τα αφηγηματικά εργαλεία, τόσο ώστε η τελευταία παράγραφος να γεννά μελαγχολία. Τη μελαγχολία που προκαλεί το τέλος ενός ωραίου ταξιδιού σε έναν κόσμο πρωτόγνωρο, ο οποίος χτίζεται ενώπιόν μας. Τι άλλο να νιώσει κανείς το απόβραδο της έκτης μέρας της δημιουργίας, όταν καθετί έχει πάρει τη θέση του σε ένα συμπληρωμένο πλέον παζλ; Η δημιουργική ανάγνωση ενός ωραίου μυθιστορήματος έχει αυτό το τίμημα: του τέλους του. Όπως στο ταξίδι προς την Ιθάκη, μετά την άφιξη αναδύεται ο φόβος μπροστά στο αποσυρμένο στην προκυμαία σκαρί, μπροστά στη λευκή σελίδα,. Να μας παρηγορεί άραγε κάπως η απόπειρα του αναστοχασμού ή η προσδοκία του επόμενου βιβλίου;

 Αγαθοκλής Αζέλης

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Μάνου Χατζιδάκι, Reflections, μετάφραση των στίχων


Μάνου Χατζιδάκι

Reflections

                               ( κύκλος τραγουδιών, έργο 26 )
 
(Μετάφραση στίχων: Αγαθοκλής Αζέλης, Φανή Μπαλαμώτη)

 

1 .Ορφέας (Orpheus)

 

Ψυχή στη φωτιά με τους θεούς αναμετρήθηκα

Η σκιά μου οδηγός σου

Μέσα από την κοιλάδα κι ήρθα, κοντοστέκεσαι

Ακολούθησέ με

Ανηφορίζοντας στο λόφο

Τόσο δύσκολο, τόσο δύσκολο

Να σε κρατήσω μακριά από τα μάτια μου

Νιώθω την ανάγκη να γυρίσω

Και να δω το πρόσωπό σου

Ακολούθησέ με

Έλα αυγερινέ μου

Έλα της νυκτός χαμέ

Έλ’ ακολούθησέ με

Σ’ ακολουθώ περνώντας μες από σπασμένο όνειρο

Άπλωσα τα ιστία μου

Να περιμένω πια δύσκολο τόσο

Να δω το πρόσωπό σου

Αν και μου είπανε «ποτέ σου μη γυρίζεις πίσω».

 

 

2. Η μέρα (The day)

 

Καθισμένος τις ώρες που ο ήλιος πυρώνει

Ονειρευόμενος με τρόπο που το όνειρο πάντα γεννιέται

Γλιστρώντας στα όσα νιώθω όταν τη βούλησή μου αποθέτω

Κοιμούμενος την ώρα που ο ήλιος σιωπά

 

Μόνος εδώ μαζί με σένα

Πάρε το χρόνο μου, πάρε κι εμένα

 

Φεύγοντας την ώρα που ο ήλιος παγώνει

Περπατώντας με τον τρόπο ιστορίας ειπωμένης

Περπατώντας μέσα από όσα αγαπώ κι η καρδιά μου είναι ακίνητη

Ελπίζοντας πως θα ονειρευτώ ξανά μα μέχρι τότε πώς να ζήσω

 

Μόνος εδώ μαζί με σένα

Πάρε το χρόνο μου, πάρε κι εμένα

 

 

3. Αγάπα την (Love her)

 

Αγάπα την

Αγάπα την απ’ τον καιρό της άνοιξης

Αγάπα την για τις μέρες που ζείτε

Φίλα την

Φίλα την όταν γελά

Φίλα την για τις νύχτες π’ αγαπάς

 

Και θα μάθεις

Πόσο ξεχωριστό είναι

 να την αγαπάς

Κι εκείνη να νιώσει μπορεί

Την αγάπη να μεστώνει

Μέρα τη μέρα καθώς ζείτε

Μάθε την

Μάθε πώς νιώθει

Μάθε πως αν την αγαπήσεις δική σου μέλει να ’ναι

 

Κράτα την

Κράτα την σαν κλαίει

Κράτα την μέχρι οι καρδιές σας να γιάνουν την πληγή

Κράτα την μέχρι να χαμογελάσει

Να βρέξει μην αφήσεις ποτέ στην αγάπη σας

 

Και θα μάθεις

Πόσο ξεχωριστό είναι να την αγαπάς

Κι εκείνη να νιώσει μπορεί

Την αγάπη να μεστώνει

Με κάθε σου φιλί

Αγάπα την

Αγάπα την

Αγάπα την απ’ τον καιρό της άνοιξης

Αγάπα την για τις μέρες που ζείτε

 

 

5. Κεμάλ (Kemal)

 
Ακούστε ιστορία του ανόητου πρίγκιπα Μπασοβιόλη και του σοφού Τζέρυ Κεμάλ.
Θα θυμάστε ότι την τελευταία φορά βρήκαμε τον πρίγκιπα άφραγκο στη Πονς Βαλντέ ενώ ο Τζέρυ κοιτούσε από ’να δέντρο…

Στη χώρα του Αλή Μπαμπά στη θάλασσα του Μπαμπαλή,

Ζούσε ένας άντρας που έπαιζε σάζι με ζήλο στα γόνατά του.

Χόρευε ανάμεσα στα χνουδωτά δέντρα και ζωντάνευε τα πουλιά

Και τ’ όνομά του ήταν πρίγκιπας Μπασοβιόλης κι αγαπούσε την άσχημη γυναίκα του.

Τραγούδαγε τα τραγούδια του Λούτβη με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο

Και κάπνιζε τσάι με το δύσμορφο κεφάλι και κοιμόταν νύχτα-μέρα.

Με το σαρίκι του και το σκαρί του αντιμετώπιζε τους κλέφτες της Γερμανίας

Όμως πρόσεχε, μεγάλε πρίγκιπα Μπασοβιόλη, θα σε κρεμάσουνε σε δέντρο.
 

Πενήντα ημερόνυχτα περίμεναν ένα σήμα από τον γέροντα Ράταν

Να κάνουν πως φορούν τα χρώματα του αυτοκράτορα Τσάρλι Χαν.

Κι έτσι έκαναν περίπατο στο δάσος με τραγούδι ακούραστοι

Για να βρούνε φύλλα δάφνης στο καζάνι της τρελλής μάγισσας Μπέττη Λη.

Ήρθε η απάντηση από την άκρη ενός φύλλου που βρέθηκε πάνω στο χώμα

«Μόνον ο χρόνος κι ο πρίγκιπας Μπασοβιόλης θα σας γεμίσουν τις κοιλιές.

Ψάξτε στα βουνά, ψάξτε στους κάμπους, διασχίστε τη θάλασσα του Μπαμπαλή,

Μα θυμηθείτε πως τα παιδιά σας χρειάζονται την τροφή από περίτεχνο συρματούργημα.»

 

Τότε μια μέρα στην Αμπαλόνε ήρθε ένας αγγελιοφόρος για να πει

Πως ο κρεμμυδοκέφαλος Μπασοβιόλης έσπασε στα δυό και δεν μπορεί να παίξει

Θα μας πάρει τη γη του Λούτβη ο γεννιοφόρος του Κλήβς;

Μόνο θαύματα θα μας σώσουν και ταχυδακτυλουργικά.

Από τον ουρανό ήρθε μια απάντηση στην ερώτηση του πλήθους

«Θα συναντήσετε έναν ψηλό μελαχρινό ξένο που φοράει μαυρογάλαζα καννίβια.

Ποια είναι η Λούση ποιος ο Νέστωρ; Έπρεπε να είμαστε εκεί τώρα.

Γιατί είναι η Αφροδίτη του Μίλτον κι ο φύλακάς της ο πρίγκιπας Κεμάλ
 

Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ… Καληνύχτα.

 

 

6. Αφοσίωση (Dedication)

 

Νιώθω πως γερνάω

Δεν φοβάμαι

Αν και κόσμους απέχω από το χθες

Όμως δεν πιστεύω πως σήμερα είμ’ αρκετά μεγάλος

Για ν’ αγαπήσω και την αγάπη να νιώσω

Και να δω αν η αγάπη είν’ ο τρόπος

 

Δεν χρειάζομαι μέρη φανταχτερά

Για να σπρώξω την ώρα

Ευτυχισμένος νιώθω

Όντας μαζί σου εδώ απόψε

Κι ας μην είμαι σίγουρος

Πως είναι ο χρόνος ο σωστός

Να αγαπώ, να νιώθω την αγάπη

Να δω πως η αγάπη είναι εντάξει

 

Και θα τραγουδάς

Όσο υπάρχει τραγούδι

Όσα ένιωσες δεν έφυγαν ποτέ

Ήταν η πρώτη σου φορά που ερωτεύτηκες

Ίσως δεν ξανατραγουδήσω αύριο

Όμως θα θυμάμαι

Την πρώτη που αγάπησα φορά

 

Αργά ξεθώριαζε η εικόνα

Και τώρα πια είναι μακριά

Τα γράμματα που θυμόμαστε, παλιά και φθαρμένα

Κι ας έχει περάσει ο χρόνος

Η μνήμη κοντοστέκεται

Στο ν’ αγαπά, να νιώθει την αγάπη

Να ξέρει πότε η αγάπη φεύγει.

 

 

8. Τραγούδι του δρόμου (Street Song)

 

Όλοι γελούν μαζί κι η μέρα περνά

Ευτυχισμένοι σαν το γέλιο μιας γιορτής, τα πεζοδρόμια πλημμυρίζουν

Στους πολυσύχναστους δρόμους οι άνθρωποι χορεύουν

Βαδίζουν τραγουδώντας

 

Χόρεψε μέσα από τα μαγαζιά στους δρόμους όλων των γιορτών τρελά

Στροβιλιζόμενος με ονειροπόληση που σε εκσφενδονίζει

Στους πολυσύχναστους δρόμους η μουσική αναδύεται

Καθώς ο κόσμος παίζει

 

 

9. Πικρή διαδρομή (Bitter way)

 

Περπάτα με σ’ ένα παραθύρι

Και θα σου δείξω τι ακούω

Κράτα με σε μια δαχτυλήθρα

Και θα με κρατήσεις πολύ κοντά

 

Ψηλά και χαμηλά βρέθηκα

Η εμπειρία είναι πράγμα που αγοράζεται

Αφού τα χέρια που χθες σε κρατούσαν

Σου λέγαν ψέματα

Ίσως είμαι χορευτής

Μακάρι όμως για σε να έπαυα, καλή μου

 

 

10. Δέσποινα (Noble Dame)

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια δέσποινα καλόφημη, μια δέσποινα

Έχει ένα ασημένιο δαχτυλίδι από τον βασιλιά της

Δος της μια δεκάρα, βγάλε την για δείπνο, δος της κρασί

Παρηγόρησέ την αν αναστενάζει και μετά κλαίει

 

Αναζήτησέ την στο σιντριβάνι του δρόμου, χαιρέτισέ την

Μη φοβάσαι να χαμογελάσεις και να φύγεις μετά

Κι αν τη δεις να μονολογεί

Άσε την μόνη η καρδιά της πατάει γερά

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια κυρία ξέγνοιαστη, χρυσομαλλούσα

Ήταν η μόνη φίλη του βασιλιά

Ίσως έρθει να ρωτήσει τ’ όνομά σου, δέσποινα

Θα της δώσουμε την αγάπη μας στο δρόμο συντροφιά