Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Λένω



Ήταν η μικρότερη από εννέα αδελφές η Λένω της Αργύρως. Ο πατέρας της, τσέλιγκας μετρημένος και νοικοκύρης, μοίρασε την περιουσία που απέμενε από τις απανωτές κακοτυχίες σε προίκες. Στην τελευταία απέμεινε μόνο το διπλόσπιτο. Στο όριο της επιβίωσης πάντα, είδε στα είκοσι δύο της να φεύγει η τουρκική φρουρά από το ορεινό βλαχοχώρι, στα τριάντα δύο της να επιστρέφουν ανδρικά ράκη από τη μικρασιατική εκστρατεία, στα τριάντα τέσσερα να μισοχηρεύει από τον πρώτο της αρραβωνιαστικό, σφαγμένο από ληστρικό χέρι, στα τριανταπέντε να παντρεύεται τον κουνιάδο της, στα σαράντα επτά της να την στέλνει το καθεστώς του Μεταξά σχολείο για να μάθει ελληνικά, στα πενήντα της να εισβάλει γερμανικός στρατός στο χωριό που δεν πατούσε άνθρωπος ούτε από τα περίχωρα, στα πενήντα έξι της να εκτοπίζεται λόγω εμφυλίου μαζί με τους συγχωριανούς στο Μέτσοβο, στα εξήντα ένα της να χηρεύει από φονικό, στα εξήντα έξι της να χάνει τον μικρό της γιο, στα εξήντα επτά της να χάνει τον πρώτο της εγγονό και στα εβδομήντα δύο τον δεύτερο, στα εβδομήντα πέντε της να φεύγει ο μεγάλος γιος με τη νύφη της εσωτερικός μετανάστης στην Αθήνα κι εκείνη να αναλαμβάνει τη φροντίδα τριών μικρών, στα εβδομήντα εννέα της να μεταναστεύει με τα τρία μικρά στην Αθήνα για να ενωθεί η οικογένεια. Στα ογδόντα έξι της αυτά τα κορεσμένα γαλανά μάτια έκλεισαν στο διαμέρισμα και το καμπουριασμένο της κορμί κατά παραγγελία επέστρεψε στη γη των προγόνων. Το ίχνος της έγινε ανορθόγραφη επιγραφή στα ελληνικά πίσω από την οικογενειακή φωτογραφία: «Σήμερα 16 Νοεμβρίου 1976 απεβίοσε η μητέρα μου Ε.Α.», κι ας μην έμαθε ποτέ της η ίδια την επίσημη γλώσσα.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Μισά γράμματα



Έκλεισε τα επτά πριν την τετάρτη Αυγούστου. Πήγαινε πρώτη δημοτικού. Μια μέρα που έλειπαν οι άλλοι, άπλωσε την πρώτη της πίτα, για να υπάρχει κάτι στην επιστροφή. Ο πατέρας την ενημέρωσε ότι θα σταματούσε το σχολείο, για να τη στείλει στα Τρίκαλα για δουλειά. Χρειάζονταν κάπου μια παρακόρη για να προσέχει ένα μωρό. Η δική της οικογένεια, πολυάνθρωπη και φτωχή, με δυσκολία έβρισκε το καθημερινό. Στο σπίτι του κάμπου, όταν δεν ασχολείτο με το μωρό, έκανε δουλειές. Έτρωγε ψωμί κάθε μέρα. Μετά από λίγους μήνες το μικρό πέθανε. Επέστρεψε στην πείνα του ορεινού χωριού. Ξανάρχισε την πρώτη δημοτικού. Σε λίγο ο πατέρας το ξανασκέφτηκε. Δεν θα την έστελνε εκείνος στο σχολείο για να μάθει να γράφει ραβασάκια. Την έδωσε δουλικό σε μια συγγενή στην Αθήνα. Από τα παιδιά που φρόντιζε έμαθε ανάγνωση και γραφή. «Αγαπημένη μου μητέρα, σου ασπάζομαι την δεξιά. Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια την καλήν σου υγεία και δεύτερον μάθε ότι κι εγώ καλά είμαι», έγραφε στην πρώτη της επιστολή. Η γραφή απελέκητη σε όλη της τη ζωή, όμως όπως παρατηρούσε ο απόφοιτος δημοτικού άντρας της, το «και» δεν το έγραφε σαν εκείνον με έψιλον. Τα μόνα κείμενα που χρειάστηκε να διαβάζει ήταν οι στάσεις των συγκοινωνιών, τα ονόματα των δρόμων και η «Φωνή του Κυρίου». Όταν το παιδί της μετανάστευσε στο εξωτερικό, κάθε φορά που της τέλειωναν οι φάκελοι που της άφηνε με γραμμένη τη διεύθυνσή του στα γερμανικά, έμπειρη από την αντιγραφή πλεκτών μοτίβων με το βελονάκι, κατάφερνε να μεταφέρει την ξενική «σύσταση» σε έναν λευκό, που πάντα έφτανε στον αποδέκτη. Στα γηρατειά γνωρίζει ακόμη να υπογράφει, όμως δείχνει πια μια προτίμηση στα μεταγλωττισμένα.