Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΑΡΙΣΤΟΥΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ


Σε μια σεμνή και κατανυκτική τελετή, την Κυριακή 29 Δεκεμβρίου, ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) ΤΡΙΚΑΛΩΝ βράβευσε με δύο αριστεία και τρεις επαίνους στο χώρο της βιβλιοθήκης του πέντε αποφοίτους Λυκείων του Ν. Τρικάλων που εισήχθησαν με άριστα σε τμήματα Φιλολογίας και Ιστορίας ελληνικών πανεπιστημίων.

Συγκεκριμένα απένειμε το Αριστείο Φιλολογίας «Χρίστος Θεοδωρίδης» στην απόφοιτη του Γενικού Λυκείου Πύλης Χρυσούλα Καρακικέ, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,92. Το Αριστείο Ιστορίας «Κων/νος Κούμας» απένειμε στον απόφοιτο του 8ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων Βασίλειο Κίτο, ο οποίος εισήχθη στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,78. Οι τρεις έπαινοι απονεμήθηκαν στην Θώδη Χαϊδή απόφοιτη του 4ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,63, στον Αλεξιάδη Νικόλαο, απόφοιτο του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, ο οποίος εισήχθη στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,55, και στην Πετσούλα Αναστασία, απόφοιτη του 7ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με βαθμό 18,33.

Στη Χρυσούλα Καρακικέ δόθηκε επίσης χρηματικό βραβείο 500 ευρώ, χορηγία της κ. Νίκης Θεοδωρίδη, ομότιμης καθηγήτριας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης, ενώ σε όλους τους βραβευθέντες προσφέρθηκαν τόμοι από τις εκδόσεις του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Δύο φιλόλογοι παρουσίασαν διεξοδικά δύο θέματα συναφή με την εκδήλωση. Ο κ. Δημήτριος Παπαβασιλείου μίλησε για τον θεσμό των Αριστείων Φιλολογίας και Ιστορίας, ενώ η κ. Ναυσικά Μουλά ανέλυσε τη σημασία και τις προοπτικές των φιλολογικών και ιστορικών σπουδών, ελπίζουμε δε να δημοσιευτούν οι λαμπρές ομιλίες για να διαβαστούν από ένα ευρύτερο κοινό. Τέλος την εκδήλωση περιέβαλαν με το κύρος τους ο προϊστάμενος επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Θωμάς Μπεχλιβάνης, η σχολική σύμβουλος φιλολόγων Τρικάλων κ. Ιουλία Κανδήλα και ο διευθυντής σπουδών της ΣΜΥ σχης κ. Ευθύμιος Αγγελάκης.

Ο στόχος του παρόντος σημειώματος δεν είναι τόσο ενημερωτικός, αφού ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ θα ενημερώσει το κοινό αρμοδίως με αναλυτικό δελτίο τύπου. Πολύ περισσότερο θα θέλαμε να εξάρουμε την πρωτοβουλία του τοπικού μας πνευματικού οργανισμού -ο οποίος πάνω από τρεις δεκαετίες υπηρετεί τα γράμματα- σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία να τονώσει το ηθικό των νέων φοιτητών μας, να επισημάνει την αξία της προσπάθειάς τους και να τους εκφράσει τη συμπαράστασή του στον αγώνα για την κατάκτηση της γνώσης.

Κρατήσαμε για το τέλος μια επισήμανση, ότι για τους αριστούχους μαθητές που βραβεύτηκαν η επιλογή της σχολής τους δεν αποτέλεσε λύση ανάγκης που υπαγορεύτηκε από τα μόρια πρόσβασης που πέτυχαν στις εξετάσεις. Η υψηλή επίδοσή τους τούς πρόσφερε πολλές εναλλακτικές λύσεις. Η επιλογή τους όμως να φοιτήσουν σε σχολή Φιλολογίας ή Ιστορίας αποτέλεσε επιλογή ζωής με χαρακτήρα υπαρξιακό. Θεωρούμε λοιπόν πολύ σημαντικό ότι έρχονται να υπηρετήσουν τα ανθρωπιστικά γράμματα, αρχικά από τη θέση του φοιτητή και αργότερα του επιστήμονα, εκλεκτοί νέοι άνθρωποι, των οποίων το συγκροτημένο πνεύμα συνοδεύεται από ένα σπάνιο ανθρώπινο ήθος, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, καθώς δύο από αυτούς διετέλεσαν μαθητές μας ενώ τον τρίτο είχαμε την τιμή να προλογίσουμε πρόσφατα σε βράβευση σε τοπικό λογοτεχνικό διαγωνισμό. Όταν η ευφυΐα συνοδεύεται από σφαιρική μορφωτική και καλλιτεχνική συγκρότηση και επιπλέον ευγενική ψυχή, τότε για τη χειμαζόμενη κοινωνία μας χαράζει ελπίδα.


Αγαθοκλής Αζέλης
         Φιλόλογος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Έκτορα Νασιώκα: Ο χρησμός, μυθιστόρημα, Αθήνα 2013, Βιβλιοπαρουσίαση


Έκτορα Νασιώκα: Ο χρησμός

Κυρίες και κύριοι,

Ο Βρετανός φιλόλογος Arthur Pollard στο βιβλίο του «Σάτιρα» (εκδ. Ερμής, Αθήνα 2000) γράφει:

«Ο σατιρικός δεν είναι βολικός άνθρωπος για να ζει κανείς μαζί του. Έχει έντονη συνείδηση των ανοησιών και των ελαττωμάτων των συνανθρώπων του και δεν μπορεί να κρατηθεί και να μην το δείξει. Βρίσκεται σε δύσκολη θέση, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να κατηγορηθεί για ηθική ανωτερότητα ή ακόμη και για υποκρισία αν ο κόσμος πιστέψει ότι βλέπει σ’ αυτόν τα ίδια ελαττώματα που αυτός καταδικάζει στους άλλους. Κι αν ακόμη αποφύγει αυτές τις κατηγορίες, είναι ενδεχόμενο να έχει να αντικρούσει την κατηγορία ότι κινείται από καθαρά προσωπική έχθρα ενάντια στα θύματά του (…) ‘Όπως ο ιεροκήρυκας, έτσι κι ο σατιρικός επιδιώκει να πείσει και να συνεγείρει, η θέση του όμως σε σχέση μ’ αυτούς στους οποίους απευθύνεται είναι πιο λεπτή και πιο δύσκολη από εκείνη του ιεροκήρυκα. Ο τελευταίος επιδιώκει, βασικά, να κάνει τους ακροατές του ν’ αποδεχθούν την αρετή, ενώ ο σατιρικός πρέπει να κάνει τους αναγνώστες του να συμφωνήσουν μ’ αυτόν στην επισήμανση και στην καταδίκη συμπεριφοράς κι ανθρώπων που αυτός θεωρεί αχρείους.»

Τι γίνεται όμως όταν η σάτιρα ενδύεται το ένδυμα της αλληγορίας; Με αυτό θα ασχοληθούμε παρακάτω, στην παρουσίαση του περιεχομένου του βιβλίου μας. Για την ώρα ας επισημάνουμε ακόμη ότι η σάτιρα δεν είναι κωμωδία. Δεν βγάζει γέλιο. Το πολύ να προκαλέσει μισό χαμόγελο, που παγώνει κι αυτό στην πορεία σχηματισμού του, καθώς ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας δεν στοχεύει απλώς στο ξεγύμνωμα της προβληματικής συμπεριφοράς, τα βέλη του για να φτάσουν στο στόχο περνούν πρώτα μέσα από την ψυχή του αναγνώστη.

Η ιστορία του πνεύματος έχει να μας παρουσιάσει σημαντικά παραδείγματα σάτιρας ή αν θέλετε σατιρικής κριτικής. Σε δυσκολότερες εποχές, στις οποίες η ελευθερία λόγου δεν ήταν αυτονόητη, η σάτιρα ενδυόταν το ένδυμα της αλληγορίας, για να εκφράζεται πιο άνετα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Μωρίας εγκώμιον» του μεγάλου ανθρωπιστή Εράσμου. Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι, η κριτική παρουσιάζεται μέσω της περιγραφής μιας ουτοπικής χώρας, στην οποία επικρατεί η ιδεατή κατάσταση, αντίθετη ακριβώς προς αυτήν που κυριαρχεί στη χώρα του συγγραφέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Ουτοπία» του Τόμας Μορ. Δεν παρουσιάζονται όμως μόνο ουτοπίες με τη μορφή της ευτοπίας, υπάρχουν και οι δυστοπίες, όπως η Φάρμα των ζώων και το ακόμη εφιαλτικότερο 1984 του Τζώρτζ Όργουελ.

Στη δική μας περίπτωση, σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου κ. Έκτορα Νασιώκα, έχουμε ένα «μυθιστόρημα πολιτικής σάτιρας σε μορφή παραμυθιού, ποτισμένο με το άρωμα της ώσμωσης αυτής της περιόδου». Θα προσθέταμε εμείς ότι έχουμε μια σατιρική αλληγορική δυστοπία, την οποία ο αναγνώστης μπορεί να ερμηνεύσει με οδηγίες χρήσεως που είναι διάχυτες μέσα στην ίδια την αφήγηση.

Στο βιβλίο προτάσσεται εισαγωγικό σημείωμα στο οποίο αναγράφεται το κίνητρο της συγγραφής: πολιτικό, με την έννοια της ανάγκης διαπαιδαγώγησης του πολιτικού σώματος της χώρας, πολιτευομένους και πολίτες. Θα έλεγα ότι υπάρχει κάποια συγγένεια με τον Ίωνα Δραγούμη στον τρόπο και τη σκοπιμότητα της συγγραφής.

 «Η χώρα μας διάγει μια από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Οι πολίτες και ιδιαίτερα οι νέες γενιές αντιμετωπίζουν πρωτόγνωρα γι’ αυτούς προβλήματα, τα οποία βιώνουν ακόμη βαρύτερα και από την πραγματικότητα αφού στην μέχρι τώρα ζωή τους είχαν ζήσει σε πολύ καλύτερες συνθήκες.

Είναι η πρώτη γενιά, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, που κινείται με ταχύτατους ρυθμούς από καλύτερο σε χειρότερο περιβάλλον διαβίωσης και η μοναδική ίσως στην ιστορία γενιά που δεν βλέπει μπροστά της την ελπίδα κάποιου διεξόδου.

Ποτέ μέχρι σήμερα δεν κατέχονταν οι Έλληνες από τέτοια απαισιοδοξία. Έζησε πολέμους, πείνες, κατοχές και αφάνταστες εθνικές καταστροφές αυτός ο λαός χωρίς να πέσει σε τέτοια κατάθλιψη. Ακόμη και τη γερμανική κατοχή και την πείνα του 1940-41 ο ελληνικός λαός την αντιπάλεψε με κέφι και αισιοδοξία.

 (…)

Από το 2007 ήταν σε όλους τους υπεύθυνους γνωστό ότι η χώρα βάδιζε με βεβαιότητα στην καταστροφή αν συνέχιζε τον ίδιο δρόμο, ανεξάρτητα αν ενέσκηπτε ή όχι παγκόσμια οικονομική κρίση. Εκτός αν η χώρα αντιδρούσε, άλλαζε δρόμο και λογική, απαρνιόταν το λαϊκισμό και έπαιρνε έγκαιρα όλα τα αναγκαία μέτρα. Για να συμβεί αυτό απαιτούνταν εθνική αυτογνωσία, αποφασιστικότητα στην κορυφή και στη βάση και επίμονη πανεθνική προσπάθεια.

(…) Η λύση στην τραγωδία που βιώνουν οι πολίτες βρίσκεται μέσα στο νου και την ψυχή τους. Είναι δηλαδή δική τους υπόθεση. Η κάθαρση και ο εξαγνισμός λαού και ηγεσίας αποτελεί προϋπόθεση και σταθερή βάση για ανάπτυξη και προκοπή(…)».

 

Αυτές είναι κάποιες γενικές σκέψεις του συγγραφέα μας για τη δική μας χώρα και τη δική μας εποχή. Διότι το υπόλοιπο βιβλίο σε άλλη χώρα αναφέρεται, λέει, και σε άλλη, μελλοντική, μετά 100 χρόνια, εποχή. Πρόκειται για μια «λιλιπούτεια πολιτεία», τίτλος που παραπέμπει στο αλληγορικό έργο του Σουίφτ «Τα ταξίδια του Γκάλιβερ» το οποίο όλοι πρέπει να διαβάσουμε μια φορά στα παιδικά μας χρόνια και μια στην πλήρη ωριμότητά μας. Σε αυτή τη λιλιπούτεια πολιτεία λοιπόν ζούσε ένας ιδιόμορφος ευτυχισμένος λαός δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων. Ήταν έναν λαός διαφωνούντων, που όλοι τα γνώριζαν όλα και όλοι τα αμφισβητούσαν όλα. Πρόκειται για μια πολιτεία με μεγάλη ιστορία, η οποία περνώντας δια πυρός και σιδήρου κατόρθωσε να επιβιώσει για αρκετές χιλιετίες, μεταλλασσόμενη, ενώ άλλοι πολιτισμοί στο μεταξύ είχαν καταρρεύσει. Στη σημαία της απεικονίζονταν η υδρόγειος σφαίρα, στο κέντρο της δε κυριαρχούσε η ίδια η λιλιπούτεια πολιτεία, της οποίας έμβλημα ήταν ο Ομφαλός της Γης. Οι πολίτες αυτής της χώρας είχαν την αίσθηση ότι ήταν ο περιούσιος λαός και ότι ζούσαν σε μια χώρα που ήταν κτισμένη πάνω στον ομφαλό της γης. Αυτή η αίσθηση τους γέμιζε αυτοπεποίθηση αλλά και τους προσέδιδε στοιχεία αλαζονείας. Στην αρχαιότητα η παιδεία, οι τέχνες, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η φιλοξενία και ο αθλητισμός, ήταν μερικές βάσεις πάνω στην οποία χτίστηκε αυτή η χώρα. Αναγνώριζε ως συμπολίτη οποιονδήποτε αλλοδαπό ελάμβανε τη δική της παιδεία. Η παιδεία ήταν η αιχμή της και το συγκριτικό της πλεονέκτημα. Η λιλιπούτεια δημοκρατία είχε γεννηθεί μέσα στο μυαλό κάποιων φωτισμένων ανθρώπων αυτής της παράξενης φυλής και έμελλε να αποτελέσει τη βάση και τον τρόπο οργάνωσης όλων των κοινωνιών του κόσμου στο διηνεκές. Η σύλληψη ήταν απλή αλλά σοφή. Οι πολίτες θα αποφάσιζαν για τα πάντα, με την αρχή της πλειοψηφίας. Αυτή ήταν η άμεση δημοκρατία. Αργότερα προχώρησαν στη δημοκρατική εκπροσώπηση δι’ αντιπροσώπων.

Με κανόνες και αρχές λοιπόν πορευόταν και επιβίωνε ο λιλιπούτειος λαός στα εύκολα και στα δύσκολα, μακροημέρευε και προχωρούσε, έγραφε ιστορία και πρωταγωνιστούσε σε αυτήν.

Αυτήν την πολιτεία την είχε λέει υπό την προστασία του ο Ζευς, ο οποίος ανέθεσε στον γνωστό μάντη της αρχαιότητας Τειρεσία να ασχολείται αποκλειστικά μαζί τους. Ο Τειρεσίας έπρεπε να διαγιγνώσκει εγκαίρως και να ενημερώνει τους άρχοντες αυτού του τόπου όταν επρόκειτο να τους συμβεί κάποιο μεγάλο κακό. Η ενημέρωση θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστον πέντε χρόνια νωρίτερα από το τραγικό μελλούμενο συμβάν.

Ο Τειρεσίας παρακολούθησε συστηματικά για αρκετό χρονικό διάστημα τον μικρό αυτό λαό κι όταν επιβεβαιώθηκε ότι πορεύεται σε καλό δρόμο με ασφάλεια, αποδήμησε στη νήσο των μακάρων.

Ο αφηγητής κάνει ένα μεγάλο άλμα μέσα στο χρόνο και μας μεταφέρει 25 περίπου αιώνες αργότερα, στο μέλλον, στο έτος 2103. Την εποχή εκείνη η λιλιπούτεια πολιτεία ευημερούσε πολιτικά, βιώνοντας μια απρόσκοπτη δημοκρατική πορεία και μετέχοντας σε έναν συνασπισμό ισχυρών και ανεπτυγμένων χωρών, τη λεγόμενη μεγάλη κοινοπολιτεία. Μάλιστα πρόσφατα είχε γίνει μέλος και ενός υποσυνόλου αυτής της κοινοπολιτείας, το οποίο συναλλάσσονταν με το ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο. Η χώρα μάλιστα ήταν έτοιμη να διοργανώσει προσεχώς τους Ολυμπιακούς αγώνες, το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός στον κόσμο. Με άλλα λόγια, από μικρή και αδύναμη χώρα όπως ήταν, κατά παράξενο τρόπο, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα είχε περάσει στο κλαμπ των οικονομικά ισχυρών χωρών. Συγκαταλεγόταν μεταξύ των είκοσι πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή οι πολίτες εξέλεξαν δυο νέους ηγέτες, τον Ιβάν και τον Τζο για να τους κυβερνήσουν. Στη θέση του φίλαρχου τοποθέτησαν τον Ιβάν και στη θέση του αρχηγού των ατάκτων τον Τζο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο «φίλαρχος»γραφόταν τότε με «ι» κι όχι με «υ», πάντως όπως κι αν ονομαζόταν, το αξίωμά του έμοιαζε με του δικού μας πρωθυπουργού, ενώ εκείνο του αρχηγού των ατάκτων παραπέμπει σε εκείνο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν και πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές, λέει, χώρες σε δύο διαφορετικές εποχές. Οι δύο νέοι αξιωματούχοι δεν ήταν νέοι στην πολιτική παρά μόνο στις ηγετικές θέσεις, καθώς όντας γόνοι μεγάλων πολιτικών οικογενειών είχαν κατά εύνοια υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης. Μέλη της οικογένειάς τους εναλλάσσονταν στην εξουσία για πενήντα περίπου χρόνια με μικρά διαλείμματα. Ήταν λοιπόν και οι δύο πορφυρογέννητοι, έζησαν και μεγάλωσαν με μοναδικό σκοπό να κυβερνήσουν αυτή τη χώρα.. Είχαν πειστεί οι ίδιοι ότι η ιστορία «τους χρωστούσε» αυτή την αποστολή και πως όλοι οι άλλοι πολίτες της λιλιπούτειας κοινωνίας υπήρχαν μόνο για να τους υπηρετούν πάντα και να τους βοηθούν να πετύχουν το στόχο τους. Στα παιδικά και νεανικά τους χρόνια οι δύο πρίγκιπες ζούσαν από κοντά τη μεγάλη ζωή αλλά και την ηθική σήψη της υψηλής κοινωνίας. Ήταν αποκομμένοι όμως από τον λαό και τα πραγματικά προβλήματα, που οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες αντιμετώπιζαν εκείνη την ανώμαλη εποχή. Εκείνους τους ανθρώπους, δηλαδή, που επρόκειτο να εκπροσωπήσουν τα επόμενα χρόνια δεν τους είχαν συναντήσει ποτέ.

Σπούδασαν αυτοί οι πορφυρογέννητοι στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία και στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Συναναστράφηκαν με πρίγκιπες και βασιλείς, με όλους τους πορφυρογέννητους της γης. Το μεγάλο σχολείο όμως γι’ αυτούς ήταν το σπίτι τους και οι πιο σημαντικοί δάσκαλοι οι γονείς τους, οι οποίοι τους εκπαίδευσαν στα δικά τους ίχνη και τους κληροδότησαν την ιδέα περί αποστολής.

Ένα βασικό εργαλείο που χρησιμοποίησαν και οι δύο πορφυρογέννητοι από την πρώτη προεκλογική αντιμαχία τους, όντας για πρώτη φορά αντίπαλοι μπροστά σε κρίσιμη γι’ αυτούς κάλπη, ήταν ο λαϊκισμός. Χωρίς να έχουν έστω υποτυπώδες πρόγραμμα, υπόσχονταν τα πάντα εκ του ασφαλούς. Την πρώτη μεταξύ τους εκλογική αναμέτρηση την κέρδισε ο bon viveur (στη δική μας γλώσσα καλοπερασάκιας) Ιβάν, ο οποίος ανέθεσε στους επιτελείς του τη διοίκηση της χώρας, ούτως ώστε να του περισσεύει χρόνος να «χαίρεται τη βασιλεία του». Συνέστησε στους επιτελείς του δημοσίως να πολιτεύονται με σεμνότητα και ταπεινότητα., να φαίνονται δηλαδή ότι πολιτεύονται έτσι, καθώς η χώρα είχε εισέλθει στην εποχή της επικοινωνίας και έπρεπε να καλλιεργείται το φαίνεσθαι και όχι το είναι. Η χώρα λοιπόν έπεσε στα χέρια των ασυγκράτητων κολάκων του περιβάλλοντος του Ιβάν, που ασκούσαν την εξουσία στο δικό του όνομα. Την ίδια περίοδο ο Τζο φρόντισε να καταργήσει τα αιρετά όργανα στην παράταξή του, για να καταστήσει αδιαμφισβήτητη την παντοκρατορία του, πράγμα το οποίο αποτελούσε επί μακρόν τη βασική του ενασχόληση.

Ενώ συμβαίνουν τα παραπάνω, στη λιλιπούτεια πολιτεία έχει αρχίσει μια εποχή αφανούς σήψης και παρακμής. Δύσκολα μπορούσε κανείς να το αντιληφθεί. Κι αν κάποιος διαισθανόταν το πρόβλημα και προσπαθούσε να το αναδείξει, όλο το κατεστημένο της πολιτείας, πολιτικό και κοινωνικό, έπεφτε επάνω του να τον φιμώσει, ή ακόμη να τον εξαφανίσει. Κυριαρχούσε η τρομοκρατία του εφησυχασμού.

Βασικό συστατικό του πυρήνα αυτού του επικίνδυνου ιού ήταν η λαϊκίστικη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας και της αδιαφορίας. Της λογικής ότι επιτυχημένος ήταν ο πονηρός που ξεπερνούσε τους νόμους, παρασιτούσε και πλούτιζε σε βάρος των άλλων πολιτών. Ο νομοταγής και ο ηθικός πολίτης ήταν ανόητος και το θύμα της υπόθεσης. Αυτή η νοοτροπία είχε έρθει νομοτελειακά στην κοινωνία ως βασικός κανόνας, αφού πρώτα είχε υποχωρήσει η παιδεία στη χώρα. Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η γρήγορη οικονομική ανέλιξη κοινωνικών στρωμάτων χωρίς παράλληλη άνοδο της μόρφωσής τους, αντιθέτως μάλιστα συχνά σημειώνονταν πτώση του μορφωτικού επιπέδου. Έτσι δημιουργούνταν σταδιακά μια κοινωνία «χυλός», χωρίς αρχές και αξίες, χωρίς ιδανικά και οράματα. Η λιλιπούτεια πολιτεία μετατράπηκε λοιπόν σταδιακά από κοινωνία αρχών και αξιών σε μια κοινωνία καταναλωτισμού και εύκολου πλουτισμού. Οδηγός της ήταν η άπληστη και διαρκώς αυξανόμενη ανικανοποίητη επιθυμία απόκτησης αγαθών και αξιωμάτων με κάθε τρόπο.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί ηγέτες έδιναν το παράδειγμα και οι υποτελείς τους ακολουθούσαν κατά γράμμα. Επικράτησε η λογική ότι έπρεπε να δουλεύουν λιγότερο, να αμείβονται περισσότερο και να σπαταλούν ακόμη περισσότερα χρήματα. Οι φίλαρχοι (με γιώτα) και οι παρατάξεις τους ονόμαζαν αυτό το φαινόμενο ευημερία και στήριζαν με κάθε τρόπο την επέκταση και την ενδυνάμωσή του.

Τα σημάδια της βαθιάς κοινωνικής κρίσης προϋπήρξαν φυσικά της οικονομικής κρίσης. Πρώτο στοιχείο της κοινωνικής κρίσης ήταν η ηθική κατάπτωση. Όλοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί θεσμοί υποχωρούσαν σταδιακά. Οι πολίτες που εξέφραζαν φιλοδοξία να υπηρετήσουν αυτούς του θεσμούς, διέπονταν όλο και περισσότερο από ιδιοτελή και ταπεινά κριτήρια. Αντίθετα όλο και περισσότεροι πολίτες με ρομαντισμό, αρχές και αξίες, απομακρύνονταν από τα κοινά. Στο μεταξύ η ψεύτικη εικόνα της ευημερίας υπερκάλυπτε τα εμφανή σημάδια της παρακμής. Η υποβάθμιση των θεσμών έφερε τις άλλες παρενέργειες. Η πραγματική δημοκρατία μεταβαλλόταν σιγά-σιγά σε κατ’ επίφασιν δημοκρατία, αν όχι σε δικτατορική δημοκρατία. Τα πολιτικά κόμματα έφτασαν να γίνουν οι πιο προβληματικές επιχειρήσεις της χώρας. Οι πολίτες αναρωτιούνταν χωρίς να τολμούν να εκφράσουν δημόσια την εύλογη απορία τους: «Πώς θα μπορούσαν να κυβερνήσουν σωστά μια χώρα κάποιοι που δεν μπορούν να διαχειριστούν τα οικονομικά των κομμάτων τους»;

Επιπλέον, η επικοινωνιακή εξουσία στο σύνολό της ήταν στα χέρια των ίδιων των επιχειρηματιών της οικονομικής εξουσίας. Η οικονομική εξουσία είχε εξοπλιστεί με την επικοινωνιακή, από την πρώτη στιγμή που νομιμοποιήθηκαν τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης στη λιλιπούτεια πολιτεία. Ήταν εμφανές ότι άλλο ένα τμήμα της πολιτικής εξουσία είχε εκχωρηθεί σε άλλες εξουσίες, οι οποίες συνασπίζονταν σε μια υπερεξουσία, που κατέστη παντοδύναμη. Αυτό υποβάθμιζε ακόμη περισσότερο την ήδη ανάπηρη από καιρό δημοκρατία. Η διοίκηση της χώρας γινόταν χωρίς αξιόπιστο σχέδιο και προπαντός, χωρίς έλεγχο και λογοδοσία.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ταξιδεύουμε στο σκάφος ενός μυθιστορήματος, ταξίδι μέσα στον χρόνο. Έφτασε το έτος 2107 και ο βασιλεύς των θεών, ο νεφεληγερέτης Ζεύς διαπίστωσε ότι ο περιούσιος λιλιπούτειος λαός του οδηγείτο σχεδόν με βεβαιότητα στην καταστροφή. Αποφάσισε λοιπόν να αναθέσει στον μάντη Τειρεσία να επιληφθεί του θέματος. Εκείνος έκανε πρώτα μια περιήγηση στη χώρα για αυτοψία. Τον εξέπληξαν οι αλλαγές που διαπίστωσε. Είχε αφήσει πολίτες που λειτουργούσαν με αρχές και αξίες και τώρα τους βρήκε να νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Βρήκε τους ηγέτες να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά και προβληματίστηκε: Πώς αλήθεια ήταν δυνατό να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση και να οδηγήσουν στη σωτηρία ένα λαό που κινδυνεύει να καταστραφεί, ηγέτες σαν αυτούς που παρακολουθούσε για ώρες να συμπεριφέρονται και να μαλώνουν σαν μικρά παιδιά;»

Ο Τειρεσίας ζήτησε ακρόαση από τους δύο πολιτικούς ηγέτες, τον Ιβάν και τον Τζο. Αφού τους συστήθηκε, τους διατύπωσε ένα χρησμό για τη χώρα τους: «Όσο εσείς θα συνεχίσετε να λειτουργείτε όπως λειτουργούσατε μέχρι σήμερα, δεν πρόκειται να αποφύγετε την κατάρρευση. Η χώρα θα καταστραφεί στα δικά σας χέρια. Στα χέρια ενός πολιτικού συστήματος που φέρει ακέραια την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας (…) Η χώρα τα αμέσως επόμενα χρόνια θα καταρρεύσει. Όλοι οι πολίτες, κυρίως όμως οι οικονομικά ασθενέστεροι, θα υποστούν μια μεγάλη οδύνη. Θα χάσουν τις δουλειές, τις συντάξεις και τις περιουσίες τους. Δεν θα μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Δεν θα μπορούν να αγοράζουν τα φάρμακά τους ή να θεραπεύονται στα δημόσια νοσοκομεία. Η ανέχεια και η πείνα θα επανέλθουν στη χώρα. Η τάξη και η ασφάλεια της χώρας θα διασαλευθεί πλήρως. (…) Το κύρος της χώρας στη διεθνή κοινότητα θα καταρρεύσει τελείως(…) Η χώρα έχει άμεση ανάγκη αλλαγής πλεύσης σε όλους τους τομείς. Στη νοοτροπία, στη διοίκηση, στο πολιτικό σύστημα, παντού. Για να αλλάξει εκ βάθρων η χώρα, πρέπει να στρατευτούν οι πάντες σε μια πανεθνική προσπάθεια».

Οι δύο ηγέτες προτίμησαν μια συνομωσία σιωπής από την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Φρόντισαν μάλιστα να αποκρύψουν τον χρησμό εξαφανίζοντας και τον ίδιο τον Τερεισία. Συνέχισαν να πολιτεύονται με τον ίδιο τρόπο, μέχρι που το 2109 ενημερώθηκαν από ισχυρό παράγοντα του εξωτερικού ότι επίκειται οικονομική καταστροφή. Οι δυο τους δεν κατόρθωσαν να αποφασίσουν μια από κοινού δράση. Στις εκλογές που επακολούθησαν, την εξουσία πήρε το κόμμα του Τζο. Σύμφωνα με τον αφηγητή το σχέδιο του νέου ηγέτη της χώρας άρχιζε και εξαντλούνταν στην παγίωση της εξουσίας του, στην άλωση και στον έλεγχο του κράτους από τον ίδιο και τους φίλους του. Ο ρυθμός της αφήγησης γίνεται καταιγιστικός, προσπαθώντας να ακολουθήσει τη ροή των γεγονότων. Δεν θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε τα γεγονότα κατά τη νέα τάξη πραγμάτων. Είναι ανάγκη να τα διαβάσει λεπτομερώς ο αναγνώστης, για να εμβαθύνει στη λειτουργία και δυσλειτουργία των μηχανισμών της εξουσίας μιας δυστοπικής χώρας, η οποία παρέλυσε κάθε δυνατή δράση, κάθε αντίδραση στην ολική κρίση της λιλιπούτειας κοινωνίας. Για να διαπιστώσει το γάντζωμα στην εξουσία με κάθε κόστος, να παρακολουθήσει την πορεία μιας κοινωνίας προς την καταστροφή, μιας κοινωνίας που πληρώνει με υψηλό αντίτιμο τις ανάλαφρες και εύκολες επιλογές, μιας κοινωνίας που της αρκούσε να βλέπει το δέντρο μπροστά της και να αγνοεί το δάσος στο φόντο. Η αφήγηση κόβει την ανάσα του αναγνώστη, τον περνά στ’ αλήθεια δι’ ελέους και φόβου, για να οδηγήσει στην τελική κάθαρση περνώντας από την καταστροφή, κάθαρση απροσδόκητη ίσως γενικώς, όχι όμως και στο πλαίσιο μιας ουτοπικής αφήγησης, η οποία αυτή την αποστολή έχει. Ο αναγνώστης θα πιεί μέχρι το τέλος το πικρό ποτήρι της επίγνωσης για να καταλήξει με τον αφηγητή στο αξίωμα: «προνοείν και ου μετανοείν τον άνδρα τον σοφόν», ο σοφός πρέπει να προνοεί και όχι να μετανοεί. Ίσως διότι είναι πιο λυτρωτικός ο μόχθος του αργού κτισίματος από εκείνον της απομάκρυνσης των σαριδιών από τα ερείπια.

Ο κύριος Νασιώκας μας έδωσε ένα σταθμισμένο βιβλίο, στο οποίο ισορροπεί η αφηγηματική δεινότητα με τον διεισδυτικό πολιτικό και κοινωνιολογικό στοχασμό, όπου δραστηριοποιούνται από τη μια το φραγγέλιο κατά κατεστημένων τρόπων σκέψης και πρακτικών κι από την άλλη μια ανυπόκριτη αγάπη για τον παραπλανημένο (ίσως και αυτοπαραπλανημένο) λαό της δυστοπικής λιλιπούτειας πολιτείας του. Το θεωρώ ως ένα βιβλίο –πορεία οδυνηρής αυτογνωσίας ενός ανθρώπου που γράφει όχι φανταστικά παρά βιωματικά. Τις ουτοπίες και τις δυστοπίες μπορεί κανείς να τις βιώνει με τον ίδιο τρόπο που βιώνει τον καθημερινό του βίο. Βεβαίως ο συγγραφέας μερικές φορές βρίσκεται σε προνομιακή θέση. Βάζει τον αφηγητή να κάνει τη δύσκολη δουλειά περνώντας δια πυρός και σιδήρου κι ο ίδιος μπορεί να δηλώνει σε επεξηγηματικό σημείωμα. «Η ιστορία εξελίσσεται σε μια φανταστική χώρα, κάποτε στο μέλλον, που καταρρέει λόγω ηθικής κατάπτωσης της ηγεσίας και του λαού της. Η σάτιρα έχει στοιχεία υπερβολής και φυσικά κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις ή πρόσωπα είναι απολύτως συμπτωματική και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα». Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς που έγραψαν σάτιρα ή κριτική για την οποία η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η εξουσία έδειχναν δυσανεξία, την έγραφαν με προσωπείο, προσωπείο που διέγραφε με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου που σκέπαζε, αφήνοντας μόνο ένα φύλλο συκής, το οποίο περισσότερο αποκαλύπτει παρά κρύβει την αλήθεια. Από τον υπέροχο διαφωτιστή Έρασμο του «Μωρίας εγκώμιον» μέχρι τον Ιησουίτη μοναχό Μπαλτάσαρ Γκρασιάν αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Όμως ο νους μου πηγαίνει αίφνης και σε μια παράλληλη αναφορά του γερμανού νομπελίστα συγγραφέα Χάινριχ Μπελ, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Η χαμένη τιμής της Κατερίνας Μπλουμ», ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο που αναφέρεται στις δημοσιογραφικές πρακτικές της Μπιλντ, της γερμανικής εφημερίδας με το μεγαλύτερο τιράζ: «Τα πρόσωπα και η πλοκή τούτου του αφηγήματος είναι φανταστικά. Ενδεχόμενες ομοιότητες με δημοσιογραφικές πρακτικές της εφημερίδας Μπιλντ δεν είναι ούτε σκόπιμες ούτε τυχαίες, παρά αναπόφευκτες.» Αναπόφευκτη ή όχι η σύγκριση με την πραγματικότητα, συμπτωματική ή όχι η ομοιότητα της αφήγησης με την αυθεντική ζωή, σημασία έχει ότι κλείνοντας τον «Χρησμό» του κ. Νασιώκα, ο αναγνώστης είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος, του οποίου το σώμα δεν χωρά πλέον το νέο πνεύμα και το θυμικό.

Σας ευχαριστώ

Αγαθοκλής Αζέλης