Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Ένας διευθυντής σχολείου συστήνεται

Με αφορμή την επιλογή νέων διευθυντών σχολικών μονάδων: Μια διαφορετική φωνή από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στο Βερολίνο



[Παρουσιάζουμε σε ελληνική μετάφραση το κείμενο με το οποίο ο κ. Στόλτσε, διευθυντής του δημοτικού σχολείου « Αν ντερ Μαρίε» στο Βερολίνο συστήνεται στους αναγνώστες της ιστοσελίδας του σχολείου. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα κείμενο παιδαγωγικών αρχών, τις οποίες θα άξιζε να τις προσέξουν και οι Έλληνες εκπαιδευτικοί και γονείς: «Μαθαίνοντας μαζί και μαθαίνοντας ο ένας από τον άλλο σημαίνει ότι χτίζουμε γέφυρες!» Το συγκεκριμένο σχολείο διαθέτει και τμήματα ένταξης παιδιών με ειδικές ανάγκες, ενώ για κάποιες ώρες πριν την έναρξη των μαθημάτων και κάποιες μετά, διαθέτει παιδική στέγη για τη φύλαξη με δημιουργική απασχόληση των παιδιών εργαζόμενων γονέων.]


Γεννήθηκα το 1956 κι έζησα ένα μέρος των παιδικών μου χρόνων σε παιδική στέγη. Με λίγη τύχη κατάφερα να διαλέξω ο ίδιος τους γονείς μου. Ποιος άλλος έχει τέτοια δυνατότητα;

Τότε ήμουν περίπου έντεκα χρονών.

Σπούδασα στο πανεπιστήμιο Χούμπολτ και από το έτος 1980/81 υπηρετώ σε σχολείο· έχουν περάσει τριάντα χρόνια από τότε. Μου αρέσει να διαβάζω, να παρακολουθώ συναυλίες κλασικής μουσικής, εξοικειώθηκα κάπως με το θέατρο, ενδιαφέρομαι για τη γραφιστική μέσω υπολογιστή, ζωγραφίζω και σχεδιάζω, περιστασιακά γράφω λίγο και τα τελευταία δύο χρόνια πειραματίζομαι και με τη γλυπτική. Η μαγειρική και οι περίπατοι είναι περαιτέρω πάθη μου.

Από το 1990/91 εργάζομαι ως διευθυντής σχολείου. Στο δημοτικό σχολείο της Μαρίε εργάζομαι από το δεύτερο εξάμηνο του 2010, επομένως είμαι ακόμη σχετικά νέος. Αυτό που με συγκινεί σε τούτο το σχολείο, είναι τα έξυπνα και αφοσιωμένα παιδιά, οι συνάδελφοι, άνδρες και γυναίκες, και, μην το ξεχάσω, πολλοί γονείς και συνεργάτες, οι οποίοι αγωνίζονται για τις υποθέσεις του σχολείου και των παιδιών.

Όλα αυτά τα χρόνια έγιναν πολλές μεταρρυθμίσεις στο Βερολίνο. Μία από τις πλέον επιτυχημένες είναι εκείνη που επέτρεψε την ανάμειξη των ηλικιών κατά την έναρξη του σχολείου.

Βασιζόταν στην επίγνωση ότι οι ανθρώπινες ομάδες δεν είναι ομοιογενείς. Αυτή η ανομοιογένεια μας είναι γνωστή από την καθημερινότητα, από την επαγγελματική και την οικογενειακή ζωή και έχει ανυπολόγιστες συνέπειες.

Η μάθηση είναι ατομική και επενδύεται ως επένδυση στον άνθρωπο. Γι’ αυτό η εξελικτική ψυχολογία δίνει μεγάλη αξία στο να παίρνει τους ανθρώπους από το σημείο που βρίσκονται, όμως συχνά παραβλέπεται μια άλλη αρχή της εξέλιξης, δηλαδή, ξέρω τι μπορείς να κάνεις και να πετύχεις – την αρχή του προσανατολισμού προς το μέλλον. Το να παρέχουμε βοήθεια και στήριξη στα παιδιά καθώς αναπτύσσονται τα ίδια αλλά και εμείς, είναι επομένως ένα ωραίο αλλά συνάμα απαιτητικό και υπεύθυνο καθήκον, σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, η οποία γίνεται όλο και πιο σύνθετη.

Και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο το σχολείο δεν μπορεί να είναι πάροχος υπηρεσιών, διότι όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν και θα έπρεπε να έχουν αυτή την απαίτηση για εξέλιξη, όχι μόνο τα παιδιά μας αλλά κι εμείς οι ίδιοι. Η μάθηση είναι μια διαρκής γεφυροποιία προς τον μαθητή – ακριβέστερα, μια γεφύρωση του χάσματος. Η διδακτική μέθοδος που λέει ότι μπορώ να γεμίσω έναν άνθρωπο με γνώσεις είναι απαρχαιωμένη και αποδείχτηκε ανίκανη, όμως παραδόξως εφαρμόζεται ακόμη και εξακολουθούν να την απαιτούν οι γονείς.

Το νέο σχολείο πρέπει πρωταρχικά να ικανοποιεί τους μαθητές, όμως δεν πρέπει να χάνει και το αίτημα της πραγματικότητας. Δεν είμαστε εχθροί της επίδοσης, όμως η επίδοση προσανατολίζεται προς το παιδί και όχι την απαίτηση του ενήλικα. Η τάση να προβάλλουμε τις δικές μας επιθυμίες και απαιτήσεις πάνω στα παιδιά είναι μεγάλη. Γι’ αυτό έπρεπε να έχουμε όλοι μας συνείδηση ότι και τα παιδιά μας θα έπρεπε, μετά από μας, να είναι σε θέση να περάσουν μια αυτοσυνείδητη, αυτόνομη και καλή ζωή. Το να τα αφήσουμε να το κάνουν εξυπακούεται.

Η πρωταρχική αποστολή του σχολείου είναι το μάθημα. Το να υλοποιήσεις αυτήν την αποστολή με επάρκεια και στοχοπροσήλωση είναι συναρπαστική, δημιουργική, αλλά και πολύ σύνθετη υπόθεση. Οτιδήποτε άλλο αναλαμβάνει το σχολείο ως προς τα μέλη του, υποτάσσεται σε αυτή την αρχή και είναι ένας δημιουργικός αυτοσχεδιασμός. Οπωσδήποτε θα έπρεπε να αναφερθεί ότι η διάρθρωση του ελεύθερου χρόνου, οργανωμένη από τη σχολική κοινότητα, διαδραματίζει έναν μεγάλο ρόλο στην κοινωνικοποίηση των παιδιών και ανήκει στα υποχρεωτικά καθήκοντα του σχολείου.

Το σχολείο είναι κοινότητα, ή για να το πούμε με άλλα λόγια «το σμήνος είναι πιο έξυπνο από το μεμονωμένο πουλί». Εδώ μπορεί να δοκιμαστεί σε μικροκλίμακα ό,τι αφορά στη μεταβολή μιας κοινωνίας. Εδώ υπάρχει χώρος για άλλες, εναλλακτικές μορφές ζωής και κοινωνικά πρότυπα. Το σχολείο υποστηρίζει το άτομο, ώστε να βιώσει τις δυνατές του πλευρές και τις αδυναμίες του, να δοκιμάσει τον εαυτό του και προπάντων να κατανοήσει πράγματα, π.χ. γιατί ο διπλανός μου είναι διαφορετικός και πώς μπορώ να ζήσω με τα θετικά και τα αρνητικά του. Έτσι το κέντρο βάρους δεν τίθεται στον ελλειμματικό προσανατολισμό παρά στην ποικιλία και τη δύναμη. Η κοινωνική δράση και η αντίστοιχη συμπεριφορά δοκιμάζονται και απαιτούνται.

Ως εκ τούτου το σχολείο είναι κι ένας χώρος προστασίας και ελευθερίας, στον οποίο καθημερινά βιώνεται η ελευθερία του ατόμου, η προσωπική του ευθύνη και η ομαδοσυνεργατική δράση. Γι’ αυτό άλλωστε το σχολείο κινδυνεύει όταν υφίσταται το υπερβολικό φορτίο μεμονωμένων συμφερόντων και υπερβολικών απαιτήσεων από την πλευρά της κοινωνίας. Όλο και περισσότερο το σχολείο πρέπει να αναλαμβάνει εργασίες που δεν είναι υποδεέστερες ως προς το περιεχόμενο, το προσωπικό και τα οικονομικά, όμως κλέβουν χρόνο και δυνάμεις, ώστε να υλοποιήσουμε την πραγματική μας αποστολή, δηλαδή να υποστηρίζουμε τα παιδιά μας, για να βρουν έναν δικό τους δρόμο για να μπουν στη ζωή, τον οποίο να μπορούν να τον πορευτούν.

Γι’ αυτό το σχολείο χρειάζεται συναγωνιστές και καθένας που υιοθετεί αυτή την κοινή ευθύνη, θα είναι ευπρόσδεκτος.


Μετάφραση: Δρ Αγαθοκλής Αζέλης,

Φιλόλογος στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Η εύκολη βία υποσκάπτει τον δημόσιο βίο


Το έτος 1897 έβραζε το Μακεδονικό Ζήτημα στα προεόρτιά του. Όλο και εντονότερα διαγραφόταν η ανάγκη να διεκδικήσει εμπράκτως η Ελλάδα τα εδάφη της Μακεδονίας, στα οποία, κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, ανταγωνίζονταν τρεις εθνότητες, Έλληνες, Σέρβοι και Βούλγαροι, για τη μελλοντική διεκδίκηση της περιοχής και την ενσωμάτωσή της στο αντίστοιχο εθνικό κράτος. Η Ελλάδα ήταν τότε οικονομικά κατεστραμμένη, μετά την πτώχευση του 1893, και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει οικονομικά και επιχειρησιακά σε έναν πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυβέρνηση το γνώριζε αυτό, όμως η αντιπολίτευση, η οργάνωση «Εθνική Εταιρεία» και ποικίλοι αγανακτισμένοι με την αδράνεια της κυβέρνησης πολίτες της εποχής, συντονισμένοι από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, απαιτούσαν πόλεμο. Η πίεση των αγανακτισμένων ήταν πανίσχυρη, διαδηλώσεις συντάρασσαν το κέντρο της Αθήνας, η κυβέρνηση αντιστάθηκε για ένα διάστημα, στο τέλος όμως οι εξωθεσμικοί παράγοντες εισέβαλαν με άτακτα στρατεύματα στην Οθωμανική τότε Μακεδονία. Ο Σουλτάνος αξιοποίησε το γεγονός για να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, ενώ η χώρα ουσιαστικά σύρθηκε σε έναν πόλεμο, για τον οποίο ήταν απροετοίμαστη στρατιωτικά, ανεπαρκής οικονομικά, συνάμα δε έδινε στην Ευρώπη την εικόνα ότι παραβίαζε, όπως θα λέγαμε σήμερα, το διεθνές δίκαιο. Οι αδαείς αγανακτισμένοι λοιπόν ουσιαστικά προκάλεσαν αυθόρμητα και απερίσκεπτα τον πόλεμο, την ευθύνη της διεξαγωγής του οποίου είχε η εκλεγμένη κυβέρνηση. Ο πόλεμος κατέληξε σε συντριπτική ήττα της Ελλάδας, ήττα που θα ήταν χειρότερη, αν δεν παρενέβαιναν ευρωπαϊκές δυνάμεις κάτω και από την πίεση συγγενών του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου Α΄. Οι συνέπειες του πολέμου ήταν πολλές, όπως η επιβολή στη χώρα πολεμικών αποζημιώσεων προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο αναγκαστικός δανεισμός από το εξωτερικό και η επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου για τη διασφάλιση της επιστροφής του δανείου στους δανειστές. Στη συνέχεια οι εφημερίδες και άλλοι παράγοντες, μεταξύ των οποίων και  οι «αγανακτισμένοι», αναζητούσαν τον υπεύθυνο της ήττας, κατηγορώντας τον επιτελάρχη διάδοχο Κωνσταντίνο, χωρίς δε να προβληματιστούν για το ρόλο των «αγανακτισμένων».

Στόχος αυτού του άρθρου δεν είναι η ενημέρωση των αναγνωστών για ιστορικά θέματα, παρά να καταδείξει ότι ο ανεξέλεγκτος αυθορμητισμός και η βία μπορούν να οδηγήσουν στην καταστροφή. Παρατηρούμε στις μέρες μας μια έξαρση της βίας στο δημόσιο βίο, αγανακτισμένους, όπως αποκαλούνται και μάλλον είναι, πολίτες, οι οποίοι συμπεριφέρονται απαξιωτικά προς θεσμούς και πολιτικά πρόσωπα, φτάνοντας μέχρι το σημείο της ωμής βίας και της απαγόρευσης του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης όσων θεωρούν υπεύθυνους για την καταστροφική πορεία της χώρας. Αν υποθέσουμε ότι οι προθέσεις των αγανακτισμένων είναι αγαθές και δεν υποκινούνται πολιτικά από αντιδημοκρατικές δυνάμεις του ημίφωτος, τότε πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι με τη στάση τους ουσιαστικά υπονομεύουν τους ίδιους τους στόχους τους. Διότι λύσεις στα μεγάλα προβλήματα, λύσεις κοινωνικά αποδεκτές και δίκαιες, μπορεί να δώσει μόνη η δημοκρατία και σε αυτό κανείς δεν μπορεί να υποκαταστήσει μια νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση. Η κοινωνία των πολιτών έχει το δικαίωμα αλλά και το χρέος να καθοδηγεί, έστω πιεστικά, τους θεσμικούς παράγοντες προς μια επιθυμητή λύση, όμως η πίεση δεν ταυτίζεται με τη βία. Η πίεση αποτελεί και μέσον της παιδαγωγικής, η βία όμως ποτέ. Η συστηματική και διαδεδομένη χρήση βίας προκαλεί πρακτικά τη νομιμοποίηση της βίας, πράγμα που ανοίγει το δρόμο για τον κλονισμό της δημοκρατίας, η οποία στηρίζεται στο διάλογο και στην επιβολή των απόψεων της πλειοψηφίας. Δύναμη και αδυναμία της δημοκρατίας είναι το ότι μπορεί να λειτουργήσει μόνο σε συνθήκες ειρήνης και συνδιαλλαγής. Χρέος των σκεπτόμενων πολιτών είναι να μην παρασυρθούν από την ευκολία της θεαματικής και ηρωοποιητικής βίας, αλλά να προστατέψουν τη δημοκρατική νομιμότητα, στηλιτεύοντας τις ακρότητες.

Εν κατακλείδι θα υπενθυμίσω τη ρήση του μεγάλου διαφωτιστή Βολτέρου: «Διαφωνώ με όλα όσα λες, όμως θα υπερασπιστώ ακόμη και με τη ζωή μου το δικαίωμά σου, ελεύθερα να λες όσα πιστεύεις.»


Αγαθοκλής Αζέλης