Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Μάνου Χατζιδάκι, Reflections, μετάφραση των στίχων


Μάνου Χατζιδάκι

Reflections

                               ( κύκλος τραγουδιών, έργο 26 )
 
(Μετάφραση στίχων: Αγαθοκλής Αζέλης, Φανή Μπαλαμώτη)

 

1 .Ορφέας (Orpheus)

 

Ψυχή στη φωτιά με τους θεούς αναμετρήθηκα

Η σκιά μου οδηγός σου

Μέσα από την κοιλάδα κι ήρθα, κοντοστέκεσαι

Ακολούθησέ με

Ανηφορίζοντας στο λόφο

Τόσο δύσκολο, τόσο δύσκολο

Να σε κρατήσω μακριά από τα μάτια μου

Νιώθω την ανάγκη να γυρίσω

Και να δω το πρόσωπό σου

Ακολούθησέ με

Έλα αυγερινέ μου

Έλα της νυκτός χαμέ

Έλ’ ακολούθησέ με

Σ’ ακολουθώ περνώντας μες από σπασμένο όνειρο

Άπλωσα τα ιστία μου

Να περιμένω πια δύσκολο τόσο

Να δω το πρόσωπό σου

Αν και μου είπανε «ποτέ σου μη γυρίζεις πίσω».

 

 

2. Η μέρα (The day)

 

Καθισμένος τις ώρες που ο ήλιος πυρώνει

Ονειρευόμενος με τρόπο που το όνειρο πάντα γεννιέται

Γλιστρώντας στα όσα νιώθω όταν τη βούλησή μου αποθέτω

Κοιμούμενος την ώρα που ο ήλιος σιωπά

 

Μόνος εδώ μαζί με σένα

Πάρε το χρόνο μου, πάρε κι εμένα

 

Φεύγοντας την ώρα που ο ήλιος παγώνει

Περπατώντας με τον τρόπο ιστορίας ειπωμένης

Περπατώντας μέσα από όσα αγαπώ κι η καρδιά μου είναι ακίνητη

Ελπίζοντας πως θα ονειρευτώ ξανά μα μέχρι τότε πώς να ζήσω

 

Μόνος εδώ μαζί με σένα

Πάρε το χρόνο μου, πάρε κι εμένα

 

 

3. Αγάπα την (Love her)

 

Αγάπα την

Αγάπα την απ’ τον καιρό της άνοιξης

Αγάπα την για τις μέρες που ζείτε

Φίλα την

Φίλα την όταν γελά

Φίλα την για τις νύχτες π’ αγαπάς

 

Και θα μάθεις

Πόσο ξεχωριστό είναι

 να την αγαπάς

Κι εκείνη να νιώσει μπορεί

Την αγάπη να μεστώνει

Μέρα τη μέρα καθώς ζείτε

Μάθε την

Μάθε πώς νιώθει

Μάθε πως αν την αγαπήσεις δική σου μέλει να ’ναι

 

Κράτα την

Κράτα την σαν κλαίει

Κράτα την μέχρι οι καρδιές σας να γιάνουν την πληγή

Κράτα την μέχρι να χαμογελάσει

Να βρέξει μην αφήσεις ποτέ στην αγάπη σας

 

Και θα μάθεις

Πόσο ξεχωριστό είναι να την αγαπάς

Κι εκείνη να νιώσει μπορεί

Την αγάπη να μεστώνει

Με κάθε σου φιλί

Αγάπα την

Αγάπα την

Αγάπα την απ’ τον καιρό της άνοιξης

Αγάπα την για τις μέρες που ζείτε

 

 

5. Κεμάλ (Kemal)

 
Ακούστε ιστορία του ανόητου πρίγκιπα Μπασοβιόλη και του σοφού Τζέρυ Κεμάλ.
Θα θυμάστε ότι την τελευταία φορά βρήκαμε τον πρίγκιπα άφραγκο στη Πονς Βαλντέ ενώ ο Τζέρυ κοιτούσε από ’να δέντρο…

Στη χώρα του Αλή Μπαμπά στη θάλασσα του Μπαμπαλή,

Ζούσε ένας άντρας που έπαιζε σάζι με ζήλο στα γόνατά του.

Χόρευε ανάμεσα στα χνουδωτά δέντρα και ζωντάνευε τα πουλιά

Και τ’ όνομά του ήταν πρίγκιπας Μπασοβιόλης κι αγαπούσε την άσχημη γυναίκα του.

Τραγούδαγε τα τραγούδια του Λούτβη με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο

Και κάπνιζε τσάι με το δύσμορφο κεφάλι και κοιμόταν νύχτα-μέρα.

Με το σαρίκι του και το σκαρί του αντιμετώπιζε τους κλέφτες της Γερμανίας

Όμως πρόσεχε, μεγάλε πρίγκιπα Μπασοβιόλη, θα σε κρεμάσουνε σε δέντρο.
 

Πενήντα ημερόνυχτα περίμεναν ένα σήμα από τον γέροντα Ράταν

Να κάνουν πως φορούν τα χρώματα του αυτοκράτορα Τσάρλι Χαν.

Κι έτσι έκαναν περίπατο στο δάσος με τραγούδι ακούραστοι

Για να βρούνε φύλλα δάφνης στο καζάνι της τρελλής μάγισσας Μπέττη Λη.

Ήρθε η απάντηση από την άκρη ενός φύλλου που βρέθηκε πάνω στο χώμα

«Μόνον ο χρόνος κι ο πρίγκιπας Μπασοβιόλης θα σας γεμίσουν τις κοιλιές.

Ψάξτε στα βουνά, ψάξτε στους κάμπους, διασχίστε τη θάλασσα του Μπαμπαλή,

Μα θυμηθείτε πως τα παιδιά σας χρειάζονται την τροφή από περίτεχνο συρματούργημα.»

 

Τότε μια μέρα στην Αμπαλόνε ήρθε ένας αγγελιοφόρος για να πει

Πως ο κρεμμυδοκέφαλος Μπασοβιόλης έσπασε στα δυό και δεν μπορεί να παίξει

Θα μας πάρει τη γη του Λούτβη ο γεννιοφόρος του Κλήβς;

Μόνο θαύματα θα μας σώσουν και ταχυδακτυλουργικά.

Από τον ουρανό ήρθε μια απάντηση στην ερώτηση του πλήθους

«Θα συναντήσετε έναν ψηλό μελαχρινό ξένο που φοράει μαυρογάλαζα καννίβια.

Ποια είναι η Λούση ποιος ο Νέστωρ; Έπρεπε να είμαστε εκεί τώρα.

Γιατί είναι η Αφροδίτη του Μίλτον κι ο φύλακάς της ο πρίγκιπας Κεμάλ
 

Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ… Καληνύχτα.

 

 

6. Αφοσίωση (Dedication)

 

Νιώθω πως γερνάω

Δεν φοβάμαι

Αν και κόσμους απέχω από το χθες

Όμως δεν πιστεύω πως σήμερα είμ’ αρκετά μεγάλος

Για ν’ αγαπήσω και την αγάπη να νιώσω

Και να δω αν η αγάπη είν’ ο τρόπος

 

Δεν χρειάζομαι μέρη φανταχτερά

Για να σπρώξω την ώρα

Ευτυχισμένος νιώθω

Όντας μαζί σου εδώ απόψε

Κι ας μην είμαι σίγουρος

Πως είναι ο χρόνος ο σωστός

Να αγαπώ, να νιώθω την αγάπη

Να δω πως η αγάπη είναι εντάξει

 

Και θα τραγουδάς

Όσο υπάρχει τραγούδι

Όσα ένιωσες δεν έφυγαν ποτέ

Ήταν η πρώτη σου φορά που ερωτεύτηκες

Ίσως δεν ξανατραγουδήσω αύριο

Όμως θα θυμάμαι

Την πρώτη που αγάπησα φορά

 

Αργά ξεθώριαζε η εικόνα

Και τώρα πια είναι μακριά

Τα γράμματα που θυμόμαστε, παλιά και φθαρμένα

Κι ας έχει περάσει ο χρόνος

Η μνήμη κοντοστέκεται

Στο ν’ αγαπά, να νιώθει την αγάπη

Να ξέρει πότε η αγάπη φεύγει.

 

 

8. Τραγούδι του δρόμου (Street Song)

 

Όλοι γελούν μαζί κι η μέρα περνά

Ευτυχισμένοι σαν το γέλιο μιας γιορτής, τα πεζοδρόμια πλημμυρίζουν

Στους πολυσύχναστους δρόμους οι άνθρωποι χορεύουν

Βαδίζουν τραγουδώντας

 

Χόρεψε μέσα από τα μαγαζιά στους δρόμους όλων των γιορτών τρελά

Στροβιλιζόμενος με ονειροπόληση που σε εκσφενδονίζει

Στους πολυσύχναστους δρόμους η μουσική αναδύεται

Καθώς ο κόσμος παίζει

 

 

9. Πικρή διαδρομή (Bitter way)

 

Περπάτα με σ’ ένα παραθύρι

Και θα σου δείξω τι ακούω

Κράτα με σε μια δαχτυλήθρα

Και θα με κρατήσεις πολύ κοντά

 

Ψηλά και χαμηλά βρέθηκα

Η εμπειρία είναι πράγμα που αγοράζεται

Αφού τα χέρια που χθες σε κρατούσαν

Σου λέγαν ψέματα

Ίσως είμαι χορευτής

Μακάρι όμως για σε να έπαυα, καλή μου

 

 

10. Δέσποινα (Noble Dame)

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια δέσποινα καλόφημη, μια δέσποινα

Έχει ένα ασημένιο δαχτυλίδι από τον βασιλιά της

Δος της μια δεκάρα, βγάλε την για δείπνο, δος της κρασί

Παρηγόρησέ την αν αναστενάζει και μετά κλαίει

 

Αναζήτησέ την στο σιντριβάνι του δρόμου, χαιρέτισέ την

Μη φοβάσαι να χαμογελάσεις και να φύγεις μετά

Κι αν τη δεις να μονολογεί

Άσε την μόνη η καρδιά της πατάει γερά

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια κυρία ξέγνοιαστη, χρυσομαλλούσα

Ήταν η μόνη φίλη του βασιλιά

Ίσως έρθει να ρωτήσει τ’ όνομά σου, δέσποινα

Θα της δώσουμε την αγάπη μας στο δρόμο συντροφιά

 

Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Πρωτοπρεσβύτερος Μιχαήλ Κοσβύρας



Διαπέρασε με τη ζωή του σχεδόν ολόκληρο τον εικοστό αιώνα (από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) και την αρχή του εικοστού πρώτου μέχρι χθες. Έφερε στη ζωή και τη μνήμη του ιστορικά γεγονότα που μεταμόρφωσαν την εικόνα και την ουσία της στενότερης δικής του και της ευρύτερης πατρίδας όλων μας. Πρόκειται για τον πρωτοπρεσβύτερο Μιχαήλ Κοσβύρα από την Αγναντιά Καλαμπάκας, ο οποίος με τον βίο και την πολιτεία του κόσμησε τη ζωή όσων είχαμε την τύχη να διασταυρωθούμε μαζί του, είτε ως ποίμνιο, είτε ως συμπολίτες, είτε ως αναγνώστες του εμβληματικού βιβλίου απομνημονευμάτων του «Από το βουνό στον Άμβωνα».

Κανενός ανθρώπου η ζωή δεν χωράει σε ένα σημείωμα, πόσο μάλλον ενός ξεχωριστού ανθρώπου. Νιώθω όμως την ανάγκη να καταθέσω εδώ μόνο τα λίγα λόγια που είπα στους μαθητές μου για τον παπα-Μιχάλη, οι οποίοι διασταυρώθηκαν με την προσωπικότητά του συναντώντας τη ζωή και το έργο του από τη σκοπιά του ενεργού πολίτη–πατριώτη που συμμετείχε στην εθνική αντίσταση κατά των κατακτητών, του απλού ανθρώπου που αγωνίζεται να τιθασεύσει τις αντιξοότητες της ζωής, του ατόμου που κατόρθωσε με μεγάλη προσπάθεια και θυσίες να υλοποιήσει την εσωτερική του κλήση και να τεθεί στην υπηρεσία του συνανθρώπου γενόμενος ιερέας, του ολιγογράμματου αρχικά ο οποίος κατορθώνει με την επιμονή του να γίνει ένας νέος Μακρυγιάννης με την αμεσότητα και τη δύναμη των απομνημονευμάτων του. Είπα λοιπόν στους μαθητές μου ότι αξίζει να θυμόμαστε ιδιαιτέρως για τον εκλιπόντα πως υπήρξε ένας υποδειγματικός άνθρωπος και ιερωμένος, με ακλόνητη πίστη και δύναμη ψυχής, ως εκ τούτου και παράλληλα ένας χρήσιμος άνθρωπος, με άλλα λόγια ένας ουσιαστικός συν-άνθρωπος. Επίσης ανέφερα ότι μετά το πέρας των εχθροπραξιών του πολέμου, όταν ο πληθυσμός συγκεντρώθηκε ξανά στο χωριό του, ο τότε λαϊκός ακόμη Μιχάλης Κοσβύρας μάζεψε τα παιδάκια διδάσκοντάς τα σε ένα αυτοσχέδιο σχολείο. Όπως χαρακτηριστικά γράφει, «Περίπου ογδόντα παιδιά σχολικής ηλικίας γύριζαν στους δρόμους. Ούτε το σχολείο υπήρχε, ούτε δάσκαλος. Τότε χωρίς να ρωτήσω και να συνεννοηθώ με κανέναν, πήρα μια πρωτοβουλία να μαζέψω κάπου τα παιδιά και να τα κάνω μαθήματα. Όχι για να μάθουν τα πρέποντα, αλλά για μια απασχόληση τουλάχιστο». Το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης και του πατριωτισμού με όλες του τις σημασίες δεν χρειαζόταν εξωτερική πρόσκληση, η εσωτερική κλήση αρκούσε για να εκδηλωθεί.

Ο παπα-Μιχάλης εκτός από πολλούς απογόνους, καλούς και κοινωνικά χρήσιμους ανθρώπους, διαμορφωμένους από τη διδαχή και το παράδειγμά του, αφήνει πίσω του και μια σημαντική παρακαταθήκη για τους νεότερους: με πίστη, αγώνα και τη συνακόλουθη αισιοδοξία να συνδιαμορφώνουμε το παρόν και το μέλλον, με σύνεση και ευθυκρισία να ενθυμούμαστε το παρελθόν.

 

Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Gustav Mahler, Kindertotenlieder (ποίηση Friedrich Rückert, 1872)

Μετάφραση Αγαθοκλής Αζέλης


1.

Ο ήλιος λέει ν’ ανατείλει τώρα

Σα συμφορά μην έγινε τη νύχτα

Η συμφορά σε μένα έγινε και μόνο

Ο ήλιος, λάμπει αυτός για όλους

Μην εγκολπώνεσαι τη νύχτα εντός σου

Στο αιώνιο φως ας τη βυθίσεις

Ένα λαμπιόνι έσβησε στη σκηνή μου

Σωθήτω το χαρμόσυνο της οικουμένης φως

 

Ο ήλιος λέει ν’ ανατείλει τώρα

Σαν να μην έπεσε τη νύχτα μπόρα

Η μπόρα εμένα βρήκε μόνο

Κι ο ήλιος λάμπει απά’ στον κόσμο

Μην εγκολπώνεσαι τη νύχτα εντός

Μα βύθισέ την σ’ αιώνιο φως

Ένα φωτάκι έσβησε βαθιά εντός μου

Ας μείνει της χαρά το φως του κόσμου

 

2.

Μα τώρα βλέπω γιατί τόσο φλόγες σκοτεινές

Με σπινθηροβολείτε κάποτε

Ω μάτια, σαν να’ ταν σ’ ένα βλέμμα

Όλη τη δύναμή σας να πυκνώνετε

Μα δεν το ένιωσα, καθώς με περιτριγύριζαν νεφέλες

Υφασμένες από μοίρα που τυφλώνει

Πως η ακτίνα για τον νόστο ετοιμαζόταν

Για εκεί απ’ όπου οι ακτίνες όλες αναβλύζουν

Θέλατε με το φως σας να μου πείτε:

Κοντά σου αιώνια να μείνουμε ποθούμε!

Όμως η μοίρα μας το ξέκοψε αυτό

Δες μας καλά, γιατί μακριά σου θα ’μαστε σε λίγο!

Αυτά που μάτια σου είναι τούτον τον καιρό

Σε λίγες νύχτες θα σου γίνουν άστρα μόνο.


Μα τώρα βλέπω γιατί φλόγες τόσο σκοτεινές

Με σπινθηροβολείτε κάποτε
 

3.

Σαν η μανούλα σου

Την πόρτα εντός διαβαίνει

Και στρέφω το κεφάλι

Αυτή να αντικρίσω

Το βλέμμα δεν πέφτει

Στο πρόσωπό της πρώτα

Παρά στο μέρος

Δίπλα στο κατώφλι

Εκεί που θα ’τανε

Τ’ αγαπημένο προσωπάκι σου

Όντας λάμποντας από χαρά

Κι εσύ θα ’μπαινες μέσα

Σαν πάντα θυγατέρα μου

Όταν μέσα η μανούλα σου

Περνάει

Με τη λάμψη του κεριού

Είναι σαν πάντοτε

Να ’ρχεσαι μέσα

Σαν να γλιστράς μαζί της

Μες στο δωμάτιο όπως πάντα

Ω, εσύ της πατρικής εστίας

Αχ τόσο σύντομα

Σβησμένο χαράς φως!

 

4.

Συχνά θαρρώ πως βόλτα βγήκαν μόνο,

Σύντομα πως στο σπίτι πάλι θα ’ρθουν

Η μέρα είν’ όμορφη, μη μου τρομάζεις,

Έναν περίπατο πιο μακρινό θα κάνουν.

Μα ναι, μια βόλτα βγήκαν μόνο

Στο σπίτι πάλι τώρα θε να φτάσουν.

Μη μου τρομάζεις, είν’ όμορφη η μέρα

Μια βόλτα κάνουν μόνο στις κορφές

Μόνο μα πρόλαβαν και έφυγαν μπροστά μας

Και δεν θα ξαναέρθουνε στο σπίτι

Θα τα προλάβουμε σε κείνες τις κορφές

Στο φως του ήλιου η μέρα είναι ωραία

Σε κείνες τις κορφές

 

5.

Με τέτοιον καιρό, με τέτοια τύρβη

Ποτέ δεν θα ’στελνα έξω τα παιδιά!

Τα κουβάλησαν έξω

Δεν με αφήσαν ν’ αντιλέξω!

Με τέτοιον καιρό, με τέτοιο μπουρίνι

Ποτέ δεν θα ’στελνα έξω τα παιδιά!

Θα φοβόμουν πως θ’ αρρωστήσουν.

Αυτές είναι σκέψεις ευτελείς

Με τέτοιον καιρό με τέτοια φρίκη

Ποτέ δεν θα ’στελνα έξω τα παιδιά!

Δεν με αφήσαν ν’ αντιλέξω!

Με τέτοιον καιρό, με τέτοιο μπουρίνι

Με τέτοια φρίκη

Αναπαύονται όπως  στης μάνας τους το σπίτι

Χωρίς τον φόβο κάποιας καταιγίδας

Με του θεού το χέρι σκεπασμένα

Αναπαύονται όπως  στης μάνας τους το σπίτι

 

 

Gustav Mahler (1860 - 1911): Das Lied von der Erde


 
Γκούσταφ Μάλερ (1860 - 1911): Το τραγούδι της Γης (μετάφραση Αγαθοκλής Αζέλης)

 
1.     Το τραγούδι της τάβλας για την αθλιότητα της Γης

 

Και να που γνέφει το κρασί στο χρυσαφένιο τάσι

Μα ακόμη να μην πιείτε, τραγούδι πρώτα θα σας πω

Το τραγούδι του καημού [ας ηχήσει γελαστό

Στην ψυχή σας]. Σαν πλησιάζει ο καημός

[ερημώνουνε οι κήποι της ψυχής,

Μαραίνεται, πεθαίνει η χαρά και το τραγούδι.]

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

[Το κελάρι σου κρύβει του χρυσού σου κρασιού την περίσσεια]

 

 

Οικοδεσπότη

[Το κελάρι σου κρύβει του χρυσού σου κρασιού την περίσσεια!]

Να, τούτο το μακρύ λαούτο δικό μου τ’ ονομάζω!

Λαούτο να παίζουμε, ποτήρια ν’ αδειάζουμε,

Να πράγματα που συνταιριάζουν.

Ένα γεμάτο κρασιού τάσι στη σωστή στιγμή

Αξίζει περισσότερο από της Γης όλα τα πλούτη!

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

 

Τ’ ουρανού το στερέωμα αιώνια κυανίζει κι η Γη

Μακραίνει [σταθερά στέκουν κι ανθίζουν την άνοιξη.]

Όμως συ, άνθρωπε, πόσο ζεις;

Ούτε εκατό χρόνια δεν μπορείς να απολαύσεις

Το σάπιο τούτο άθυρμα της Γης,

[Μόνο μια ιδιοκτησία έχεις σίγουρη:

Είναι ο τάφος, που γελά ειρωνικά, στη Γη.

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.]

 

 

Κοιτάξτε εκεί κάτω

Στο φως του φεγγαριού πάνω στους τάφους κάθεται

Μία μορφή, φάντασμα άγριο – είν’ ένας πίθηκος

Ακούστε, το ουρλιαχτό του πώς αντηχεί

Στη γλυκιά ευωδιά της [ζωής!]

Τώρα [πάρτε] το κρασί! Ήρθε η ώρα, σύντροφοι!

Αδειάστε το τό χρυσαφένιο τάσι άσπρο πάτο!

Σκοτεινή είν’ η ζωή, είν’ ο θάνατος.

 

 

2. Ο μοναχικός το φθινόπωρο

 

Φθινοπωριάτικη ομίχλη κυμματίζει κυανοφέγγοντας στη λίμνη

Ντυμένα με πάχνη στέκουν τα αγρωστώδη

Λες κι ένας καλλιτέχνης σκόνη από νεφρίτη

Σκόρπισε απά’ στους τρυφερούς ανθούς

 

Η γλυκιά ευωδιά των ανθέων παρήλθε

Ψυχρός αέρας τους μίσχους τους κάμπτει

Σύντομα τα μαραμένα χρυσά φύλλα

Του λωτού θ’ ανοίξουν δρόμο στο νερό.

 

Η καρδιά μου κουρασμένη. Το φαναράκι μου

Έσβησε τριζοβολώντας, μου θυμίζει τον ύπνο

Σε σένα έρχομαι τόπε της αναπαύσεως οικείε!

Ναι, δος μου ησυχία, ανάγκη έχω αναψυχής!

 

Κλαίω πολύ στις μοναξιές μου,

Το φθινόπωρο στην ψυχή μου τραβάει μακριά

Ήλιε της αγάπης, δεν θα ξαναφέξεις πια,

Τα πικρά μου δάκρυα να στεγνώσεις απαλά;

 


3. Της νιότης

 

Καταμεσής μες στη λιμνούλα

Περίπτερο ορθώνεται από πράσινη

Και άσπρη πορσελάνη

 

Σαν ράχη τίγρης

Καμπυλώνεται η γέφυρα από νεφρίτη

Κι απλώνεται ως το περίπτερο.

 

Στο σπιτάκι κάθονται φίλοι,

Καλοντυμένοι, πίνουν, συζητάνε,

Κάποιοι γράφουν στίχους

 

Τα μεταξωτά μανίκια τους γλιστρούν

Προς τα πίσω, τα μεταξωτά καπέλα τους

Κρέμονται αστεία πίσω στον αυχένα

 

Στης μικρής λίμνης

Την ήσυχη επιφάνεια φαίνονται όλα

Υπέροχα στ’ αντικαθρέφτισμα

 

Όλα ανάποδα

Στο περίπτερο από πράσινη

Και λευκή πορσελάνη

 

Σαν ημισέληνος ορθώνεται η γέφυρα

Ανάποδα το τόξο. Φίλοι

Καλοντυμένοι, πίνουν, συζητάνε.

 

 

4. Της ομορφιάς

 

Κορίτσια νέα δρέπουν άνθη,

Δρέπουν άνθη λωτού στης όχθης την άκρη.

Ανάμεσα σε θάμνους και φύλλα κάθονται,

Μαζεύουν ανθούς στην ποδιά και φωνάζουν

Πειράγματα η μία στην άλλη.

 

Ήλιος χρυσός υφαίνει γύρω απ’ τις μορφές,

Τις καθρεφτίζει στο στιλπνό νερό.

Ο ήλιος καθρεφτίζει τα λυγερά τους μέλη,

Τα γλυκά τους μάτια,

Κι ο ζέφυρος ανασηκώνει με κανακέματα

Το ύφασμα απ’ τα μανίκια τους,

Φυσάει το θαύμα της ευωδιάς τους

Που διαπερνάει τον αέρα.

 

Κοίτα, όμορφα αγόρια που γυροφέρνουν

Πέρα στην όχθη σε άφοβα άτια,

Αστραφτερά σαν ήλιου αχτίδες·

Κι απ’ τα κλωνάρια στις πράσινες ιτιές

Ξεπροβάλλει νεότατο πλήθος!

 

Του ενός το άτι χλιμιντρίζει χαρωπά

Και φοβάται και φεύγει σαν βέλος,

Πάνω από άνθη, πάνω από γρασίδι αιωρούνται οι οπλές

Ποδοπατούν ξαφνικά μες στη θύελλα

Τα γερμένα λουλούδια.

Έι, καθώς κυματίζει στην έξαψη η χαίτη,

Καυτά αχνίζουν τα ρουθούνια!

 

Ήλιος χρυσός υφαίνει γύρω απ’ τις μορφές,

Τις καθρεφτίζει στο στιλπνό νερό.

Κι η πιο όμορφη κόρη στέλνει

Πίσω του βλέμμα αργόσυρτο της νοσταλγίας.

Η περήφανη στάση της είναι υποκρισία.

Στις φλόγες των μεγάλων της ματιών,

Στο σκοτάδι της καυτής της ματιάς

Αιωρείται θρηνητικά ακόμη της

Καρδιάς της η αντάρα

 
 

 

5. Ο μεθυσμένος την άνοιξη

 

Αν η ζωή είναι μονάχα ένα όνειρο,

Τότε προς τι οι κόποι και τα βάσανα;

Θα πιω ώσπου άλλο δεν μπορώ

Για όλη την καλή μου μέρα!

 

Κι όταν να πιω άλλο δεν μπορώ,

Ψυχή, λαιμός όντας γεμάτα,

Τρικλίζοντας μέχρι την πόρτα θα συρθώ

Κι υπέροχα θα κοιμηθώ!

 

Και τι ακούω σαν ξυπνώ; Άκου!

Ένα πουλί στο δέντρο τραγουδά.

Το ρωτώ αν ήρθε κιόλας άνοιξη,

Σαν όνειρο μου φαίνεται όλο πια.

 

Το πουλί κελαηδά: Ναι!

Να η άνοιξη, έφτασε τη νύχτα!

Απ’ τη βαθιά ενδοσκόπηση πετάχτηκα κι ακούω,

Το πουλί τραγουδάει και γελά!

 

Ξαναγεμίζω μου το τάσι

Και το αδειάζω άσπρο πάτο

Και τραγουδώ, μέχρι να λάμψει το φεγγάρι

Στο μελανό στερέωμα.

 

Κι όταν να τραγουδήσω δεν μπορώ,

Θα ξαναποκοιμηθώ

Και τι με νοιάζει η άνοιξη;

Άστε με μεθυσμένο εδώ!

 

 

6. Αποχαιρετισμός

 

Ο ήλιος χάνεται πίσω απ’ τα βουνά.

Σε όλες τις κοιλάδες το βράδυ κατεβαίνει

Με τις σκιές του ολόγιομες με ψύχρα.

Για δες! Σαν ασημένια βάρκα αιωρείται

Το φεγγάρι αναπλέοντας στου ουρανού τη λίμνη.

Νιώθω λεπτού ανέμου την πνοή

Πίσω από τα σκοτεινά τα πεύκα!

 

Το ρυάκι τραγουδάει αρμονικά

Τραγούδι που διασχίζει το σκοτάδι.

Τ’ άνθη χλωμιάζουν μέσα στο ημίφως.

Η γη αναπνέει γεμάτη ύπνο κι ησυχία,

Κάθε νοσταλγία τώρα να ονειρευτεί επιθυμεί

Οι κουρασμένο άνθρωποι πηγαίνουνε στο σπίτι,

Απ’ την αρχή λησμονημένη ευδαιμονία

Και νιότη μες στον ύπνο τους να μάθουν!

Τα πουλιά σιωπούν στα κλαδιά τους.

Ο κόσμος αποκοιμιέται.

 

Φυσάει ψυχρά στον πεύκων μου τον ίσκιο.

Στέκομαι εδώ, τον φίλο μου προσμένω·

Ποθώ, δικέ μου φίλε, στο πλευρό σου

Την ομορφιά του έσπερου να απολαύσω.

Πού είσαι; Μ’ αφήνεις για πολύ μονάχο!

Πηγαινοέρχομαι με το λαούτο μου

Σε δρόμους από μαλακό γρασίδι φουσκωμένους

Αχ ομορφιά!

Αχ της αιώνιας αγάπης – της ζωής– αχ μεθυσμένε κόσμε!

 

Κατέβηκε από τ’ άλογο και του άπλωσε

Το ποτήρι του αποχαιρετισμού

Τον ρώτησε πού πάει

Και γιατί να το κάνει.

Μίλησε, κι η φωνή του ανθισμένη:

Φίλε μου,

Στον κόσμο τούτο δεν μ’ ευνόησε η τύχη!

Πού πάω;

Πηγαίνω στα βουνά, εκεί πορεύομαι

Ψάχνω ησυχία για τη μοναχική καρδιά μου.

Περπατάω για την πατρίδα, για τον τόπο μου.

Ποτέ μου δεν θα περιπλανηθώ στα ξένα.

Σιωπηλή είν’  η καρδιά μου και την ώρα της προσμένει!

Η αγαπημένη γη απανταχού

Ανθίζει την άνοιξη και πάλι πρασινίζει!

Απανταχού κι αιώνια κυανίζει φωτεινό τ’ απόμακρο!

Αιώνια… αιώνια…