Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΑΡΙΣΤΟΥΧΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ


Σε μια σεμνή και κατανυκτική τελετή, την Κυριακή 29 Δεκεμβρίου, ο ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) ΤΡΙΚΑΛΩΝ βράβευσε με δύο αριστεία και τρεις επαίνους στο χώρο της βιβλιοθήκης του πέντε αποφοίτους Λυκείων του Ν. Τρικάλων που εισήχθησαν με άριστα σε τμήματα Φιλολογίας και Ιστορίας ελληνικών πανεπιστημίων.

Συγκεκριμένα απένειμε το Αριστείο Φιλολογίας «Χρίστος Θεοδωρίδης» στην απόφοιτη του Γενικού Λυκείου Πύλης Χρυσούλα Καρακικέ, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,92. Το Αριστείο Ιστορίας «Κων/νος Κούμας» απένειμε στον απόφοιτο του 8ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων Βασίλειο Κίτο, ο οποίος εισήχθη στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,78. Οι τρεις έπαινοι απονεμήθηκαν στην Θώδη Χαϊδή απόφοιτη του 4ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,63, στον Αλεξιάδη Νικόλαο, απόφοιτο του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, ο οποίος εισήχθη στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών με βαθμό 18,55, και στην Πετσούλα Αναστασία, απόφοιτη του 7ου Γενικού Λυκείου Τρικάλων, η οποία εισήχθη στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με βαθμό 18,33.

Στη Χρυσούλα Καρακικέ δόθηκε επίσης χρηματικό βραβείο 500 ευρώ, χορηγία της κ. Νίκης Θεοδωρίδη, ομότιμης καθηγήτριας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης, ενώ σε όλους τους βραβευθέντες προσφέρθηκαν τόμοι από τις εκδόσεις του Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ. Δύο φιλόλογοι παρουσίασαν διεξοδικά δύο θέματα συναφή με την εκδήλωση. Ο κ. Δημήτριος Παπαβασιλείου μίλησε για τον θεσμό των Αριστείων Φιλολογίας και Ιστορίας, ενώ η κ. Ναυσικά Μουλά ανέλυσε τη σημασία και τις προοπτικές των φιλολογικών και ιστορικών σπουδών, ελπίζουμε δε να δημοσιευτούν οι λαμπρές ομιλίες για να διαβαστούν από ένα ευρύτερο κοινό. Τέλος την εκδήλωση περιέβαλαν με το κύρος τους ο προϊστάμενος επιστημονικής και παιδαγωγικής καθοδήγησης Δ/θμιας Εκπαίδευσης Θεσσαλίας κ. Θωμάς Μπεχλιβάνης, η σχολική σύμβουλος φιλολόγων Τρικάλων κ. Ιουλία Κανδήλα και ο διευθυντής σπουδών της ΣΜΥ σχης κ. Ευθύμιος Αγγελάκης.

Ο στόχος του παρόντος σημειώματος δεν είναι τόσο ενημερωτικός, αφού ο Φ.Ι.ΛΟ.Σ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ θα ενημερώσει το κοινό αρμοδίως με αναλυτικό δελτίο τύπου. Πολύ περισσότερο θα θέλαμε να εξάρουμε την πρωτοβουλία του τοπικού μας πνευματικού οργανισμού -ο οποίος πάνω από τρεις δεκαετίες υπηρετεί τα γράμματα- σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία να τονώσει το ηθικό των νέων φοιτητών μας, να επισημάνει την αξία της προσπάθειάς τους και να τους εκφράσει τη συμπαράστασή του στον αγώνα για την κατάκτηση της γνώσης.

Κρατήσαμε για το τέλος μια επισήμανση, ότι για τους αριστούχους μαθητές που βραβεύτηκαν η επιλογή της σχολής τους δεν αποτέλεσε λύση ανάγκης που υπαγορεύτηκε από τα μόρια πρόσβασης που πέτυχαν στις εξετάσεις. Η υψηλή επίδοσή τους τούς πρόσφερε πολλές εναλλακτικές λύσεις. Η επιλογή τους όμως να φοιτήσουν σε σχολή Φιλολογίας ή Ιστορίας αποτέλεσε επιλογή ζωής με χαρακτήρα υπαρξιακό. Θεωρούμε λοιπόν πολύ σημαντικό ότι έρχονται να υπηρετήσουν τα ανθρωπιστικά γράμματα, αρχικά από τη θέση του φοιτητή και αργότερα του επιστήμονα, εκλεκτοί νέοι άνθρωποι, των οποίων το συγκροτημένο πνεύμα συνοδεύεται από ένα σπάνιο ανθρώπινο ήθος, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, καθώς δύο από αυτούς διετέλεσαν μαθητές μας ενώ τον τρίτο είχαμε την τιμή να προλογίσουμε πρόσφατα σε βράβευση σε τοπικό λογοτεχνικό διαγωνισμό. Όταν η ευφυΐα συνοδεύεται από σφαιρική μορφωτική και καλλιτεχνική συγκρότηση και επιπλέον ευγενική ψυχή, τότε για τη χειμαζόμενη κοινωνία μας χαράζει ελπίδα.


Αγαθοκλής Αζέλης
         Φιλόλογος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βιέννης

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Έκτορα Νασιώκα: Ο χρησμός, μυθιστόρημα, Αθήνα 2013, Βιβλιοπαρουσίαση


Έκτορα Νασιώκα: Ο χρησμός

Κυρίες και κύριοι,

Ο Βρετανός φιλόλογος Arthur Pollard στο βιβλίο του «Σάτιρα» (εκδ. Ερμής, Αθήνα 2000) γράφει:

«Ο σατιρικός δεν είναι βολικός άνθρωπος για να ζει κανείς μαζί του. Έχει έντονη συνείδηση των ανοησιών και των ελαττωμάτων των συνανθρώπων του και δεν μπορεί να κρατηθεί και να μην το δείξει. Βρίσκεται σε δύσκολη θέση, γιατί πολύ εύκολα μπορεί να κατηγορηθεί για ηθική ανωτερότητα ή ακόμη και για υποκρισία αν ο κόσμος πιστέψει ότι βλέπει σ’ αυτόν τα ίδια ελαττώματα που αυτός καταδικάζει στους άλλους. Κι αν ακόμη αποφύγει αυτές τις κατηγορίες, είναι ενδεχόμενο να έχει να αντικρούσει την κατηγορία ότι κινείται από καθαρά προσωπική έχθρα ενάντια στα θύματά του (…) ‘Όπως ο ιεροκήρυκας, έτσι κι ο σατιρικός επιδιώκει να πείσει και να συνεγείρει, η θέση του όμως σε σχέση μ’ αυτούς στους οποίους απευθύνεται είναι πιο λεπτή και πιο δύσκολη από εκείνη του ιεροκήρυκα. Ο τελευταίος επιδιώκει, βασικά, να κάνει τους ακροατές του ν’ αποδεχθούν την αρετή, ενώ ο σατιρικός πρέπει να κάνει τους αναγνώστες του να συμφωνήσουν μ’ αυτόν στην επισήμανση και στην καταδίκη συμπεριφοράς κι ανθρώπων που αυτός θεωρεί αχρείους.»

Τι γίνεται όμως όταν η σάτιρα ενδύεται το ένδυμα της αλληγορίας; Με αυτό θα ασχοληθούμε παρακάτω, στην παρουσίαση του περιεχομένου του βιβλίου μας. Για την ώρα ας επισημάνουμε ακόμη ότι η σάτιρα δεν είναι κωμωδία. Δεν βγάζει γέλιο. Το πολύ να προκαλέσει μισό χαμόγελο, που παγώνει κι αυτό στην πορεία σχηματισμού του, καθώς ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο συγγραφέας δεν στοχεύει απλώς στο ξεγύμνωμα της προβληματικής συμπεριφοράς, τα βέλη του για να φτάσουν στο στόχο περνούν πρώτα μέσα από την ψυχή του αναγνώστη.

Η ιστορία του πνεύματος έχει να μας παρουσιάσει σημαντικά παραδείγματα σάτιρας ή αν θέλετε σατιρικής κριτικής. Σε δυσκολότερες εποχές, στις οποίες η ελευθερία λόγου δεν ήταν αυτονόητη, η σάτιρα ενδυόταν το ένδυμα της αλληγορίας, για να εκφράζεται πιο άνετα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το «Μωρίας εγκώμιον» του μεγάλου ανθρωπιστή Εράσμου. Σε κάποιες περιπτώσεις πάλι, η κριτική παρουσιάζεται μέσω της περιγραφής μιας ουτοπικής χώρας, στην οποία επικρατεί η ιδεατή κατάσταση, αντίθετη ακριβώς προς αυτήν που κυριαρχεί στη χώρα του συγγραφέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η «Ουτοπία» του Τόμας Μορ. Δεν παρουσιάζονται όμως μόνο ουτοπίες με τη μορφή της ευτοπίας, υπάρχουν και οι δυστοπίες, όπως η Φάρμα των ζώων και το ακόμη εφιαλτικότερο 1984 του Τζώρτζ Όργουελ.

Στη δική μας περίπτωση, σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου κ. Έκτορα Νασιώκα, έχουμε ένα «μυθιστόρημα πολιτικής σάτιρας σε μορφή παραμυθιού, ποτισμένο με το άρωμα της ώσμωσης αυτής της περιόδου». Θα προσθέταμε εμείς ότι έχουμε μια σατιρική αλληγορική δυστοπία, την οποία ο αναγνώστης μπορεί να ερμηνεύσει με οδηγίες χρήσεως που είναι διάχυτες μέσα στην ίδια την αφήγηση.

Στο βιβλίο προτάσσεται εισαγωγικό σημείωμα στο οποίο αναγράφεται το κίνητρο της συγγραφής: πολιτικό, με την έννοια της ανάγκης διαπαιδαγώγησης του πολιτικού σώματος της χώρας, πολιτευομένους και πολίτες. Θα έλεγα ότι υπάρχει κάποια συγγένεια με τον Ίωνα Δραγούμη στον τρόπο και τη σκοπιμότητα της συγγραφής.

 «Η χώρα μας διάγει μια από τις δυσκολότερες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Οι πολίτες και ιδιαίτερα οι νέες γενιές αντιμετωπίζουν πρωτόγνωρα γι’ αυτούς προβλήματα, τα οποία βιώνουν ακόμη βαρύτερα και από την πραγματικότητα αφού στην μέχρι τώρα ζωή τους είχαν ζήσει σε πολύ καλύτερες συνθήκες.

Είναι η πρώτη γενιά, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, που κινείται με ταχύτατους ρυθμούς από καλύτερο σε χειρότερο περιβάλλον διαβίωσης και η μοναδική ίσως στην ιστορία γενιά που δεν βλέπει μπροστά της την ελπίδα κάποιου διεξόδου.

Ποτέ μέχρι σήμερα δεν κατέχονταν οι Έλληνες από τέτοια απαισιοδοξία. Έζησε πολέμους, πείνες, κατοχές και αφάνταστες εθνικές καταστροφές αυτός ο λαός χωρίς να πέσει σε τέτοια κατάθλιψη. Ακόμη και τη γερμανική κατοχή και την πείνα του 1940-41 ο ελληνικός λαός την αντιπάλεψε με κέφι και αισιοδοξία.

 (…)

Από το 2007 ήταν σε όλους τους υπεύθυνους γνωστό ότι η χώρα βάδιζε με βεβαιότητα στην καταστροφή αν συνέχιζε τον ίδιο δρόμο, ανεξάρτητα αν ενέσκηπτε ή όχι παγκόσμια οικονομική κρίση. Εκτός αν η χώρα αντιδρούσε, άλλαζε δρόμο και λογική, απαρνιόταν το λαϊκισμό και έπαιρνε έγκαιρα όλα τα αναγκαία μέτρα. Για να συμβεί αυτό απαιτούνταν εθνική αυτογνωσία, αποφασιστικότητα στην κορυφή και στη βάση και επίμονη πανεθνική προσπάθεια.

(…) Η λύση στην τραγωδία που βιώνουν οι πολίτες βρίσκεται μέσα στο νου και την ψυχή τους. Είναι δηλαδή δική τους υπόθεση. Η κάθαρση και ο εξαγνισμός λαού και ηγεσίας αποτελεί προϋπόθεση και σταθερή βάση για ανάπτυξη και προκοπή(…)».

 

Αυτές είναι κάποιες γενικές σκέψεις του συγγραφέα μας για τη δική μας χώρα και τη δική μας εποχή. Διότι το υπόλοιπο βιβλίο σε άλλη χώρα αναφέρεται, λέει, και σε άλλη, μελλοντική, μετά 100 χρόνια, εποχή. Πρόκειται για μια «λιλιπούτεια πολιτεία», τίτλος που παραπέμπει στο αλληγορικό έργο του Σουίφτ «Τα ταξίδια του Γκάλιβερ» το οποίο όλοι πρέπει να διαβάσουμε μια φορά στα παιδικά μας χρόνια και μια στην πλήρη ωριμότητά μας. Σε αυτή τη λιλιπούτεια πολιτεία λοιπόν ζούσε ένας ιδιόμορφος ευτυχισμένος λαός δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων. Ήταν έναν λαός διαφωνούντων, που όλοι τα γνώριζαν όλα και όλοι τα αμφισβητούσαν όλα. Πρόκειται για μια πολιτεία με μεγάλη ιστορία, η οποία περνώντας δια πυρός και σιδήρου κατόρθωσε να επιβιώσει για αρκετές χιλιετίες, μεταλλασσόμενη, ενώ άλλοι πολιτισμοί στο μεταξύ είχαν καταρρεύσει. Στη σημαία της απεικονίζονταν η υδρόγειος σφαίρα, στο κέντρο της δε κυριαρχούσε η ίδια η λιλιπούτεια πολιτεία, της οποίας έμβλημα ήταν ο Ομφαλός της Γης. Οι πολίτες αυτής της χώρας είχαν την αίσθηση ότι ήταν ο περιούσιος λαός και ότι ζούσαν σε μια χώρα που ήταν κτισμένη πάνω στον ομφαλό της γης. Αυτή η αίσθηση τους γέμιζε αυτοπεποίθηση αλλά και τους προσέδιδε στοιχεία αλαζονείας. Στην αρχαιότητα η παιδεία, οι τέχνες, η ευγένεια, η αλληλεγγύη, η φιλοξενία και ο αθλητισμός, ήταν μερικές βάσεις πάνω στην οποία χτίστηκε αυτή η χώρα. Αναγνώριζε ως συμπολίτη οποιονδήποτε αλλοδαπό ελάμβανε τη δική της παιδεία. Η παιδεία ήταν η αιχμή της και το συγκριτικό της πλεονέκτημα. Η λιλιπούτεια δημοκρατία είχε γεννηθεί μέσα στο μυαλό κάποιων φωτισμένων ανθρώπων αυτής της παράξενης φυλής και έμελλε να αποτελέσει τη βάση και τον τρόπο οργάνωσης όλων των κοινωνιών του κόσμου στο διηνεκές. Η σύλληψη ήταν απλή αλλά σοφή. Οι πολίτες θα αποφάσιζαν για τα πάντα, με την αρχή της πλειοψηφίας. Αυτή ήταν η άμεση δημοκρατία. Αργότερα προχώρησαν στη δημοκρατική εκπροσώπηση δι’ αντιπροσώπων.

Με κανόνες και αρχές λοιπόν πορευόταν και επιβίωνε ο λιλιπούτειος λαός στα εύκολα και στα δύσκολα, μακροημέρευε και προχωρούσε, έγραφε ιστορία και πρωταγωνιστούσε σε αυτήν.

Αυτήν την πολιτεία την είχε λέει υπό την προστασία του ο Ζευς, ο οποίος ανέθεσε στον γνωστό μάντη της αρχαιότητας Τειρεσία να ασχολείται αποκλειστικά μαζί τους. Ο Τειρεσίας έπρεπε να διαγιγνώσκει εγκαίρως και να ενημερώνει τους άρχοντες αυτού του τόπου όταν επρόκειτο να τους συμβεί κάποιο μεγάλο κακό. Η ενημέρωση θα έπρεπε να γίνεται τουλάχιστον πέντε χρόνια νωρίτερα από το τραγικό μελλούμενο συμβάν.

Ο Τειρεσίας παρακολούθησε συστηματικά για αρκετό χρονικό διάστημα τον μικρό αυτό λαό κι όταν επιβεβαιώθηκε ότι πορεύεται σε καλό δρόμο με ασφάλεια, αποδήμησε στη νήσο των μακάρων.

Ο αφηγητής κάνει ένα μεγάλο άλμα μέσα στο χρόνο και μας μεταφέρει 25 περίπου αιώνες αργότερα, στο μέλλον, στο έτος 2103. Την εποχή εκείνη η λιλιπούτεια πολιτεία ευημερούσε πολιτικά, βιώνοντας μια απρόσκοπτη δημοκρατική πορεία και μετέχοντας σε έναν συνασπισμό ισχυρών και ανεπτυγμένων χωρών, τη λεγόμενη μεγάλη κοινοπολιτεία. Μάλιστα πρόσφατα είχε γίνει μέλος και ενός υποσυνόλου αυτής της κοινοπολιτείας, το οποίο συναλλάσσονταν με το ισχυρότερο νόμισμα στον κόσμο. Η χώρα μάλιστα ήταν έτοιμη να διοργανώσει προσεχώς τους Ολυμπιακούς αγώνες, το μεγαλύτερο αθλητικό γεγονός στον κόσμο. Με άλλα λόγια, από μικρή και αδύναμη χώρα όπως ήταν, κατά παράξενο τρόπο, σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα είχε περάσει στο κλαμπ των οικονομικά ισχυρών χωρών. Συγκαταλεγόταν μεταξύ των είκοσι πιο ανεπτυγμένων χωρών του κόσμου.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή οι πολίτες εξέλεξαν δυο νέους ηγέτες, τον Ιβάν και τον Τζο για να τους κυβερνήσουν. Στη θέση του φίλαρχου τοποθέτησαν τον Ιβάν και στη θέση του αρχηγού των ατάκτων τον Τζο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι ο «φίλαρχος»γραφόταν τότε με «ι» κι όχι με «υ», πάντως όπως κι αν ονομαζόταν, το αξίωμά του έμοιαζε με του δικού μας πρωθυπουργού, ενώ εκείνο του αρχηγού των ατάκτων παραπέμπει σε εκείνο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν και πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές, λέει, χώρες σε δύο διαφορετικές εποχές. Οι δύο νέοι αξιωματούχοι δεν ήταν νέοι στην πολιτική παρά μόνο στις ηγετικές θέσεις, καθώς όντας γόνοι μεγάλων πολιτικών οικογενειών είχαν κατά εύνοια υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης. Μέλη της οικογένειάς τους εναλλάσσονταν στην εξουσία για πενήντα περίπου χρόνια με μικρά διαλείμματα. Ήταν λοιπόν και οι δύο πορφυρογέννητοι, έζησαν και μεγάλωσαν με μοναδικό σκοπό να κυβερνήσουν αυτή τη χώρα.. Είχαν πειστεί οι ίδιοι ότι η ιστορία «τους χρωστούσε» αυτή την αποστολή και πως όλοι οι άλλοι πολίτες της λιλιπούτειας κοινωνίας υπήρχαν μόνο για να τους υπηρετούν πάντα και να τους βοηθούν να πετύχουν το στόχο τους. Στα παιδικά και νεανικά τους χρόνια οι δύο πρίγκιπες ζούσαν από κοντά τη μεγάλη ζωή αλλά και την ηθική σήψη της υψηλής κοινωνίας. Ήταν αποκομμένοι όμως από τον λαό και τα πραγματικά προβλήματα, που οι φτωχοί μεροκαματιάρηδες αντιμετώπιζαν εκείνη την ανώμαλη εποχή. Εκείνους τους ανθρώπους, δηλαδή, που επρόκειτο να εκπροσωπήσουν τα επόμενα χρόνια δεν τους είχαν συναντήσει ποτέ.

Σπούδασαν αυτοί οι πορφυρογέννητοι στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία και στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου. Συναναστράφηκαν με πρίγκιπες και βασιλείς, με όλους τους πορφυρογέννητους της γης. Το μεγάλο σχολείο όμως γι’ αυτούς ήταν το σπίτι τους και οι πιο σημαντικοί δάσκαλοι οι γονείς τους, οι οποίοι τους εκπαίδευσαν στα δικά τους ίχνη και τους κληροδότησαν την ιδέα περί αποστολής.

Ένα βασικό εργαλείο που χρησιμοποίησαν και οι δύο πορφυρογέννητοι από την πρώτη προεκλογική αντιμαχία τους, όντας για πρώτη φορά αντίπαλοι μπροστά σε κρίσιμη γι’ αυτούς κάλπη, ήταν ο λαϊκισμός. Χωρίς να έχουν έστω υποτυπώδες πρόγραμμα, υπόσχονταν τα πάντα εκ του ασφαλούς. Την πρώτη μεταξύ τους εκλογική αναμέτρηση την κέρδισε ο bon viveur (στη δική μας γλώσσα καλοπερασάκιας) Ιβάν, ο οποίος ανέθεσε στους επιτελείς του τη διοίκηση της χώρας, ούτως ώστε να του περισσεύει χρόνος να «χαίρεται τη βασιλεία του». Συνέστησε στους επιτελείς του δημοσίως να πολιτεύονται με σεμνότητα και ταπεινότητα., να φαίνονται δηλαδή ότι πολιτεύονται έτσι, καθώς η χώρα είχε εισέλθει στην εποχή της επικοινωνίας και έπρεπε να καλλιεργείται το φαίνεσθαι και όχι το είναι. Η χώρα λοιπόν έπεσε στα χέρια των ασυγκράτητων κολάκων του περιβάλλοντος του Ιβάν, που ασκούσαν την εξουσία στο δικό του όνομα. Την ίδια περίοδο ο Τζο φρόντισε να καταργήσει τα αιρετά όργανα στην παράταξή του, για να καταστήσει αδιαμφισβήτητη την παντοκρατορία του, πράγμα το οποίο αποτελούσε επί μακρόν τη βασική του ενασχόληση.

Ενώ συμβαίνουν τα παραπάνω, στη λιλιπούτεια πολιτεία έχει αρχίσει μια εποχή αφανούς σήψης και παρακμής. Δύσκολα μπορούσε κανείς να το αντιληφθεί. Κι αν κάποιος διαισθανόταν το πρόβλημα και προσπαθούσε να το αναδείξει, όλο το κατεστημένο της πολιτείας, πολιτικό και κοινωνικό, έπεφτε επάνω του να τον φιμώσει, ή ακόμη να τον εξαφανίσει. Κυριαρχούσε η τρομοκρατία του εφησυχασμού.

Βασικό συστατικό του πυρήνα αυτού του επικίνδυνου ιού ήταν η λαϊκίστικη νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας και της αδιαφορίας. Της λογικής ότι επιτυχημένος ήταν ο πονηρός που ξεπερνούσε τους νόμους, παρασιτούσε και πλούτιζε σε βάρος των άλλων πολιτών. Ο νομοταγής και ο ηθικός πολίτης ήταν ανόητος και το θύμα της υπόθεσης. Αυτή η νοοτροπία είχε έρθει νομοτελειακά στην κοινωνία ως βασικός κανόνας, αφού πρώτα είχε υποχωρήσει η παιδεία στη χώρα. Πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η γρήγορη οικονομική ανέλιξη κοινωνικών στρωμάτων χωρίς παράλληλη άνοδο της μόρφωσής τους, αντιθέτως μάλιστα συχνά σημειώνονταν πτώση του μορφωτικού επιπέδου. Έτσι δημιουργούνταν σταδιακά μια κοινωνία «χυλός», χωρίς αρχές και αξίες, χωρίς ιδανικά και οράματα. Η λιλιπούτεια πολιτεία μετατράπηκε λοιπόν σταδιακά από κοινωνία αρχών και αξιών σε μια κοινωνία καταναλωτισμού και εύκολου πλουτισμού. Οδηγός της ήταν η άπληστη και διαρκώς αυξανόμενη ανικανοποίητη επιθυμία απόκτησης αγαθών και αξιωμάτων με κάθε τρόπο.

Οι κοινωνικοί και πολιτικοί ηγέτες έδιναν το παράδειγμα και οι υποτελείς τους ακολουθούσαν κατά γράμμα. Επικράτησε η λογική ότι έπρεπε να δουλεύουν λιγότερο, να αμείβονται περισσότερο και να σπαταλούν ακόμη περισσότερα χρήματα. Οι φίλαρχοι (με γιώτα) και οι παρατάξεις τους ονόμαζαν αυτό το φαινόμενο ευημερία και στήριζαν με κάθε τρόπο την επέκταση και την ενδυνάμωσή του.

Τα σημάδια της βαθιάς κοινωνικής κρίσης προϋπήρξαν φυσικά της οικονομικής κρίσης. Πρώτο στοιχείο της κοινωνικής κρίσης ήταν η ηθική κατάπτωση. Όλοι οι πολιτικοί και οι κοινωνικοί θεσμοί υποχωρούσαν σταδιακά. Οι πολίτες που εξέφραζαν φιλοδοξία να υπηρετήσουν αυτούς του θεσμούς, διέπονταν όλο και περισσότερο από ιδιοτελή και ταπεινά κριτήρια. Αντίθετα όλο και περισσότεροι πολίτες με ρομαντισμό, αρχές και αξίες, απομακρύνονταν από τα κοινά. Στο μεταξύ η ψεύτικη εικόνα της ευημερίας υπερκάλυπτε τα εμφανή σημάδια της παρακμής. Η υποβάθμιση των θεσμών έφερε τις άλλες παρενέργειες. Η πραγματική δημοκρατία μεταβαλλόταν σιγά-σιγά σε κατ’ επίφασιν δημοκρατία, αν όχι σε δικτατορική δημοκρατία. Τα πολιτικά κόμματα έφτασαν να γίνουν οι πιο προβληματικές επιχειρήσεις της χώρας. Οι πολίτες αναρωτιούνταν χωρίς να τολμούν να εκφράσουν δημόσια την εύλογη απορία τους: «Πώς θα μπορούσαν να κυβερνήσουν σωστά μια χώρα κάποιοι που δεν μπορούν να διαχειριστούν τα οικονομικά των κομμάτων τους»;

Επιπλέον, η επικοινωνιακή εξουσία στο σύνολό της ήταν στα χέρια των ίδιων των επιχειρηματιών της οικονομικής εξουσίας. Η οικονομική εξουσία είχε εξοπλιστεί με την επικοινωνιακή, από την πρώτη στιγμή που νομιμοποιήθηκαν τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης στη λιλιπούτεια πολιτεία. Ήταν εμφανές ότι άλλο ένα τμήμα της πολιτικής εξουσία είχε εκχωρηθεί σε άλλες εξουσίες, οι οποίες συνασπίζονταν σε μια υπερεξουσία, που κατέστη παντοδύναμη. Αυτό υποβάθμιζε ακόμη περισσότερο την ήδη ανάπηρη από καιρό δημοκρατία. Η διοίκηση της χώρας γινόταν χωρίς αξιόπιστο σχέδιο και προπαντός, χωρίς έλεγχο και λογοδοσία.

Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ταξιδεύουμε στο σκάφος ενός μυθιστορήματος, ταξίδι μέσα στον χρόνο. Έφτασε το έτος 2107 και ο βασιλεύς των θεών, ο νεφεληγερέτης Ζεύς διαπίστωσε ότι ο περιούσιος λιλιπούτειος λαός του οδηγείτο σχεδόν με βεβαιότητα στην καταστροφή. Αποφάσισε λοιπόν να αναθέσει στον μάντη Τειρεσία να επιληφθεί του θέματος. Εκείνος έκανε πρώτα μια περιήγηση στη χώρα για αυτοψία. Τον εξέπληξαν οι αλλαγές που διαπίστωσε. Είχε αφήσει πολίτες που λειτουργούσαν με αρχές και αξίες και τώρα τους βρήκε να νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Βρήκε τους ηγέτες να συμπεριφέρονται σαν μικρά παιδιά και προβληματίστηκε: Πώς αλήθεια ήταν δυνατό να αντιδράσουν αποτελεσματικά σε μια τόσο δύσκολη κατάσταση και να οδηγήσουν στη σωτηρία ένα λαό που κινδυνεύει να καταστραφεί, ηγέτες σαν αυτούς που παρακολουθούσε για ώρες να συμπεριφέρονται και να μαλώνουν σαν μικρά παιδιά;»

Ο Τειρεσίας ζήτησε ακρόαση από τους δύο πολιτικούς ηγέτες, τον Ιβάν και τον Τζο. Αφού τους συστήθηκε, τους διατύπωσε ένα χρησμό για τη χώρα τους: «Όσο εσείς θα συνεχίσετε να λειτουργείτε όπως λειτουργούσατε μέχρι σήμερα, δεν πρόκειται να αποφύγετε την κατάρρευση. Η χώρα θα καταστραφεί στα δικά σας χέρια. Στα χέρια ενός πολιτικού συστήματος που φέρει ακέραια την ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση της χώρας (…) Η χώρα τα αμέσως επόμενα χρόνια θα καταρρεύσει. Όλοι οι πολίτες, κυρίως όμως οι οικονομικά ασθενέστεροι, θα υποστούν μια μεγάλη οδύνη. Θα χάσουν τις δουλειές, τις συντάξεις και τις περιουσίες τους. Δεν θα μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Δεν θα μπορούν να αγοράζουν τα φάρμακά τους ή να θεραπεύονται στα δημόσια νοσοκομεία. Η ανέχεια και η πείνα θα επανέλθουν στη χώρα. Η τάξη και η ασφάλεια της χώρας θα διασαλευθεί πλήρως. (…) Το κύρος της χώρας στη διεθνή κοινότητα θα καταρρεύσει τελείως(…) Η χώρα έχει άμεση ανάγκη αλλαγής πλεύσης σε όλους τους τομείς. Στη νοοτροπία, στη διοίκηση, στο πολιτικό σύστημα, παντού. Για να αλλάξει εκ βάθρων η χώρα, πρέπει να στρατευτούν οι πάντες σε μια πανεθνική προσπάθεια».

Οι δύο ηγέτες προτίμησαν μια συνομωσία σιωπής από την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Φρόντισαν μάλιστα να αποκρύψουν τον χρησμό εξαφανίζοντας και τον ίδιο τον Τερεισία. Συνέχισαν να πολιτεύονται με τον ίδιο τρόπο, μέχρι που το 2109 ενημερώθηκαν από ισχυρό παράγοντα του εξωτερικού ότι επίκειται οικονομική καταστροφή. Οι δυο τους δεν κατόρθωσαν να αποφασίσουν μια από κοινού δράση. Στις εκλογές που επακολούθησαν, την εξουσία πήρε το κόμμα του Τζο. Σύμφωνα με τον αφηγητή το σχέδιο του νέου ηγέτη της χώρας άρχιζε και εξαντλούνταν στην παγίωση της εξουσίας του, στην άλωση και στον έλεγχο του κράτους από τον ίδιο και τους φίλους του. Ο ρυθμός της αφήγησης γίνεται καταιγιστικός, προσπαθώντας να ακολουθήσει τη ροή των γεγονότων. Δεν θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε τα γεγονότα κατά τη νέα τάξη πραγμάτων. Είναι ανάγκη να τα διαβάσει λεπτομερώς ο αναγνώστης, για να εμβαθύνει στη λειτουργία και δυσλειτουργία των μηχανισμών της εξουσίας μιας δυστοπικής χώρας, η οποία παρέλυσε κάθε δυνατή δράση, κάθε αντίδραση στην ολική κρίση της λιλιπούτειας κοινωνίας. Για να διαπιστώσει το γάντζωμα στην εξουσία με κάθε κόστος, να παρακολουθήσει την πορεία μιας κοινωνίας προς την καταστροφή, μιας κοινωνίας που πληρώνει με υψηλό αντίτιμο τις ανάλαφρες και εύκολες επιλογές, μιας κοινωνίας που της αρκούσε να βλέπει το δέντρο μπροστά της και να αγνοεί το δάσος στο φόντο. Η αφήγηση κόβει την ανάσα του αναγνώστη, τον περνά στ’ αλήθεια δι’ ελέους και φόβου, για να οδηγήσει στην τελική κάθαρση περνώντας από την καταστροφή, κάθαρση απροσδόκητη ίσως γενικώς, όχι όμως και στο πλαίσιο μιας ουτοπικής αφήγησης, η οποία αυτή την αποστολή έχει. Ο αναγνώστης θα πιεί μέχρι το τέλος το πικρό ποτήρι της επίγνωσης για να καταλήξει με τον αφηγητή στο αξίωμα: «προνοείν και ου μετανοείν τον άνδρα τον σοφόν», ο σοφός πρέπει να προνοεί και όχι να μετανοεί. Ίσως διότι είναι πιο λυτρωτικός ο μόχθος του αργού κτισίματος από εκείνον της απομάκρυνσης των σαριδιών από τα ερείπια.

Ο κύριος Νασιώκας μας έδωσε ένα σταθμισμένο βιβλίο, στο οποίο ισορροπεί η αφηγηματική δεινότητα με τον διεισδυτικό πολιτικό και κοινωνιολογικό στοχασμό, όπου δραστηριοποιούνται από τη μια το φραγγέλιο κατά κατεστημένων τρόπων σκέψης και πρακτικών κι από την άλλη μια ανυπόκριτη αγάπη για τον παραπλανημένο (ίσως και αυτοπαραπλανημένο) λαό της δυστοπικής λιλιπούτειας πολιτείας του. Το θεωρώ ως ένα βιβλίο –πορεία οδυνηρής αυτογνωσίας ενός ανθρώπου που γράφει όχι φανταστικά παρά βιωματικά. Τις ουτοπίες και τις δυστοπίες μπορεί κανείς να τις βιώνει με τον ίδιο τρόπο που βιώνει τον καθημερινό του βίο. Βεβαίως ο συγγραφέας μερικές φορές βρίσκεται σε προνομιακή θέση. Βάζει τον αφηγητή να κάνει τη δύσκολη δουλειά περνώντας δια πυρός και σιδήρου κι ο ίδιος μπορεί να δηλώνει σε επεξηγηματικό σημείωμα. «Η ιστορία εξελίσσεται σε μια φανταστική χώρα, κάποτε στο μέλλον, που καταρρέει λόγω ηθικής κατάπτωσης της ηγεσίας και του λαού της. Η σάτιρα έχει στοιχεία υπερβολής και φυσικά κάθε ομοιότητα με πραγματικές καταστάσεις ή πρόσωπα είναι απολύτως συμπτωματική και δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα». Όλοι οι μεγάλοι συγγραφείς που έγραψαν σάτιρα ή κριτική για την οποία η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και η εξουσία έδειχναν δυσανεξία, την έγραφαν με προσωπείο, προσωπείο που διέγραφε με σαφήνεια τα χαρακτηριστικά του προσώπου που σκέπαζε, αφήνοντας μόνο ένα φύλλο συκής, το οποίο περισσότερο αποκαλύπτει παρά κρύβει την αλήθεια. Από τον υπέροχο διαφωτιστή Έρασμο του «Μωρίας εγκώμιον» μέχρι τον Ιησουίτη μοναχό Μπαλτάσαρ Γκρασιάν αυτό το μοτίβο επαναλαμβάνεται. Όμως ο νους μου πηγαίνει αίφνης και σε μια παράλληλη αναφορά του γερμανού νομπελίστα συγγραφέα Χάινριχ Μπελ, στην εισαγωγή του βιβλίου του «Η χαμένη τιμής της Κατερίνας Μπλουμ», ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο που αναφέρεται στις δημοσιογραφικές πρακτικές της Μπιλντ, της γερμανικής εφημερίδας με το μεγαλύτερο τιράζ: «Τα πρόσωπα και η πλοκή τούτου του αφηγήματος είναι φανταστικά. Ενδεχόμενες ομοιότητες με δημοσιογραφικές πρακτικές της εφημερίδας Μπιλντ δεν είναι ούτε σκόπιμες ούτε τυχαίες, παρά αναπόφευκτες.» Αναπόφευκτη ή όχι η σύγκριση με την πραγματικότητα, συμπτωματική ή όχι η ομοιότητα της αφήγησης με την αυθεντική ζωή, σημασία έχει ότι κλείνοντας τον «Χρησμό» του κ. Νασιώκα, ο αναγνώστης είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος, του οποίου το σώμα δεν χωρά πλέον το νέο πνεύμα και το θυμικό.

Σας ευχαριστώ

Αγαθοκλής Αζέλης

 

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013


 

Η τιμή της παιδείας ή η τιμή του δημοσιογραφούντος πνευματικού ανθρώπου;
Μια απάντηση σε άρθρο του κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου
 
     Μία ιδιαιτέρως διαβρωτική λειτουργία του λαϊκισμού είναι η χρήση διαδεδομένων στερεοτύπων ως μέσου πειθούς, τα οποία ικανοποιούν το «λαϊκό αίσθημα». Πρόκειται για πρακτική που δεν ξενίζει, καθώς είναι διαδεδομένη όχι μόνο στα δικά μας έντυπα ευρείας κυκλοφορίας αλλά και σε αντίστοιχα στην Ευρώπη. Όταν όμως αυτή την πρακτική την υιοθετεί ένας εγνωσμένου κύρους και παιδείας πνευματικός άνθρωπος (ο κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος) σε άρθρο του που δημοσιεύεται σε σοβαρή εφημερίδα («Καθημερινή»), τότε το πράγμα γίνεται ανησυχητικό. Διότι εάν το τιτλοφορούμενο «Η τιμή της παιδείας» άρθρο του («Καθημερινή, 14/09/2013) δεν γράφτηκε βιαστικά και δεν δόθηκε για δημοσίευση χωρίς δεύτερη ανάγνωση, τότε ο λαϊκισμός έχει διεισδύσει και στο στρατόπεδο των συστηματικών πολεμίων του.
     Το κείμενο διέπεται από μια λιβελογραφικού τύπου προσέγγιση της συμπεριφοράς «των»  καθηγητών της Μέσης Εκπαίδευσης όσον αφορά στη σχέση τους με το βιβλίο, για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί «μισούν την αξιολόγηση», μάλιστα είναι «θέμα τιμής» γι’ αυτούς να τη μισούν.
     Χαρακτήρισα το άρθρο λαϊκιστικό και θα συμπλήρωνα άδικο και συκοφαντικό στη λειτουργία του, καθώς αντί να χρησιμοποιεί επιχειρήματα και τεκμήρια, χρησιμοποιεί την επίκληση στην αυθεντία και στο συναίσθημα, ενώ γενικεύει με τρόπο που καλλιεργεί συλλογικά στερεότυπα, τα οποία εύκολα αποδομούνται, όχι μόνο από έναν εκπαιδευτικό που …μισεί την αξιολόγηση για λόγους τιμής αλλά κι από έναν επιμελή μαθητή της Γ΄ Λυκείου, μολονότι στο Λύκειο, σύμφωνα με το στερεότυπο, τα παιδιά δεν μαθαίνουν γράμματα παρά, σύμφωνα με τον αρθρογράφο μας, ιδρώνουν για να μάθουν απέξω το βιβλίο και στο τέλος να το μισήσουν. Μάλιστα το άρθρο έρχεται να προστεθεί στο πλήθος των απαξιωτικών για το δημόσιο σχολείο και τους εκπαιδευτικούς του άρθρων ή σχολίων που κατακλύζουν το διαδίκτυο, γεννώντας προβληματισμό για τη σκοπιμότητά του.
     Ας προσεγγίσουμε το άρθρο όπως κάνουμε σε ένα τυπικό μάθημα έκθεσης στο Λύκειο, ξεκινώντας από τον τίτλο «Η τιμή της παιδείας». Χαρακτηρίζεται από πολυσημία και μπορεί να αναφέρεται στην τιμή με την οικονομική (π.χ. οι εκπαιδευτικοί εξαργύρωναν κουπόνια βιβλίων, βλ. παρακάτω) αλλά και με την ηθικοκοινωνική έννοια. Η παιδεία μπορεί να χρησιμοποιείται με την έννοια της μόρφωσης (ελλιπούς καθώς διαφαίνεται στο άρθρο) των εκπαιδευτικών, οι οποίοι λέει ούτε καν ένα δεύτερο εγχειρίδιο για τα διδασκόμενα μαθήματά τους δεν μπαίνουν στο κόπο να διαβάζουν και πορεύονται με το ένα που έχουν μάθει απέξω· μπορεί επίσης να σημαίνει και την εκπαίδευση ως θεσμό. Η πολυσημία του τίτλου μπορεί να λειτουργήσει σαν «παγίδα του βλέματος», όπως λέγεται στη δημοσιολογία, για να προσελκύσει ένα ευρύ κοινό. Αν διαβάσουμε ανάμεσα στις γραμμές, όταν ολοκληρώσουμε την ανάγνωση του άρθρου, ο τίτλος ίσως παίρνει και το νόημα «η τιμή της παιδείας και οι εχθροί της αξιολόγησης, και κατά συνέπειαν ά-τιμοι.
     Το άρθρο ξεκινά με ιστορική αναδρομή. Στις μαθητικές εκθέσεις αυτό γίνεται μεταξύ άλλων για να θεμελιώσουν την ερμηνεία ενός σύγχρονου φαινομένου μέσω των ιστορικών του αιτίων και της εξέλιξής του στον χρόνο. Στην ιστορική του αναδρομή ο κ. Θεοδωρόπουλος πληροφορεί το κοινό ότι «σε παλαιότερους καιρούς, ευνοϊκότερους των σημερινών, οι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης έπαιρναν κάτι κουπόνια από το υπουργείο τα οποία μπορούσαν να ανταλλάξουν με βιβλία. Βιβλία κανονικά, ξέρετε, απ’ αυτά που περιμένουν τους αναγνώστες τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Δεν ήταν ούτε ένας ούτε δύο αυτοί που πήγαιναν στο βιβλιοπωλείο και ζητούσαν να τους δώσουν το αντίτιμο του κουπονιού σε ρευστό. Τυπωμένο χαρτί τα μεν, τυπωμένα χαρτιά και τα αείμνηστα πεντοχίλιαρα με τον Γέρο του Μοριά στην πρόσοψη.» Το βάρος της πληροφορίας εδώ πέφτει στο ότι «ούτε ένας ούτε δύο» καθηγητές εξαργύρωναν τα κουπόνια τους με χρήματα. Τι σημαίνει «ούτε ένας ούτε δύο»; Σημαίνει πολλοί, για να έχει αξία αναφοράς το γεγονός. Από πού όμως αντλεί το στατιστικό του δείγμα ο αρθρογράφος; θα ρωτούσε ο μαθητής της Γ΄ Λυκείου, ο οποίος γνωρίζει ότι τα συλλογικά στερεότυπα ή τα ατομικά βιώματα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως τεκμήρια και να υποστηρίξουν έναν συλλογισμό. Δεν θα αναφερθώ στην ειρωνεία όπως αυτή αποτυπώνεται ενδεικτικά σε φράσεις όπως «Βιβλία κανονικά, ξέρετε, απ’ αυτά που περιμένουν τους αναγνώστες τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων» ή «τυπωμένο χαρτί τα μεν, τυπωμένα χαρτιά και τα αείμνηστα πεντοχίλιαρα με τον Γέρο του Μοριά στην πρόσοψη», ή παρακάτω «λόγω κρίσης θα προτιμούσαν (οι καθηγητές) να αγοράσουν ένα κιλό γάλα ή καμιά μπριζόλα» αντί να διαβάζουν βιβλία· διότι τότε θα έπρεπε να γράψω πραγματεία και όχι άρθρο.
     Στη συνέχεια ο αρθρογράφος, αφού κάνει επίκληση στην αυθεντία του Τσαρούχη, υποβάλλει την ιδέα ότι την περίοδο της ιστορικής του αναδρομής για τους Έλληνες (και τους καθηγητές μαζί τους, καθώς συνεκδοχικώς φαίνεται) «τα είδη πρώτης ανάγκης ήταν τα Τίμπερλαντ», οπότε οδηγείται στη σκέψη ο αναγνώστης ότι ο φιλόλογος π.χ. εξαργύρωνε τα κουπόνια για να μπορεί να περπατάει με υποδήματα πολυτελείας στην τάξη ή πηγαίνοντας στην τράπεζα για να εισπράξει τον γλίσχρο μισθό του, αντί να αγοράσει ένα βιβλίο συντακτικού.
     Ακολούθως υποστηρίζει ο αρθρογράφος ότι «και το βιβλίο είναι το πιο υποτιμημένο στοιχείο του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ένα και μοναδικό για κάθε μάθημα που το προσφέρει δωρεάν και ευγενώς το υπερούσιο κράτος μας. Ο καθηγητής το έχει μάθει απ’ έξω, το ξέρει από πέρυσι και πρόπερσι, το βαριέται, αλλά τον βολεύει. Ο μαθητής το βρίσκει έτοιμο, πρέπει να ιδρώσει για να το μάθει απέξω και στο τέλος φτάνει να το μισεί.» Προφανώς θεωρεί ότι ο καθηγητής διδάσκει μόνο από το ένα σχολικό εγχειρίδιο, χωρίς σημειώσεις και ασκήσεις δικές του, στον πίνακα και σε φωτοτυπίες, χωρίς τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή και του διαδραστικού πίνακα. Ίσως και ως προς αυτό, το στατιστικό του δείγμα ήταν οριακής αξίας. Έτσι ίσως δεν γνωρίζει καν ότι καθηγητές από εκείνους που κατά την άποψή του μισούν την αξιολόγηση μαθαίνουν ιδίοις αναλώμασι τη χρήση των ηλεκτρονικών μέσων διδασκαλίας, αφού η πολιτεία δεν έχει ακόμη προσφέρει σε όλους τη δυνατότητα, όπως ίσως δεν γνωρίζει (ευκαιρίας δοθείσης) ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί με βιβλιοθήκη μεγαλύτερη από εκείνη του σχολείου τους.
     Στην επόμενη παράγραφο υπενθυμίζεται η καθιέρωση του ενός «εγκεκριμένου βιβλίου» από τον Ιωάννη Μεταξά». Καταλαβαίνει από αυτό ο αναγνώστης ότι στόχος ήταν ο έλεγχος της παρεχόμενης γνώσης. Ακολούθως γράφει «και συνεχίζεται ώς σήμερα ακόμη. Αν μη τι άλλο η παιδεία μας δείχνει πίστη και σταθερή προσήλωση στους στόχους της.» Εδώ το νόημα γίνεται ασαφές. Ποιος είναι η παιδεία η οποία δείχνει σταθερή προσήλωση και σε ποιους στόχους; Το μοναδικό εγχειρίδιο δηλαδή καθιστά το μεταξικό σχολείο ταυτόσημο με εκείνο της μεταπολίτευσης; Συνάμα ο αρθρογράφος βρίσκει την ευκαιρία να διαβάλει και γι’ αυτό τους εκπαιδευτικούς: «Και πότε οι καθηγητές κινητοποιήθηκαν μόνο για να απαιτήσουν τη δυνατότητα χρήσης πολλών εκπαιδευτικών βιβλίων βάσει της διδακτέας ύλης, με το πολύ απλό σκεπτικό ότι η παιδεία, το πρώτο αγαθό που σου προσφέρει, είναι η δυνατότητα επιλογής;» Από αυτό το παράθεμα καταλαβαίνουμε ότι ο συντάκτης θα ήθελε να έχουν προβεί «οι εκπαιδευτικοί» σε μονοθεματική κινητοποίηση με αίτημα το πολλαπλό βιβλίο και προκύπτει ότι δεν θεωρεί ως είδος κινητοποίησης τον δημόσιο διάλογο είτε στις κλαδικές ημερίδες είτε μέσω διαδικτύου. Για να μην τον αδικούμε πάντως, έπρεπε-κατά τη γνώμη μου- να γίνει περισσότερος διάλογος επί του θέματος και να αναδειχθούν τα υπέρ και τα όποια κατά. Και πάλι όμως φαίνεται να αγνοεί ο αρθρογράφος τη συμπλήρωση του μοναδικού σχολικού εγχειριδίου με περαιτέρω υλικό εκ μέρους των εκπαιδευτικών. Ίσως πάλι δεν χωράει αυτό στο στερεότυπο του εχθρικού προς το βιβλίο και την αξιολόγηση καθηγητή.
     Στην τελευταία παράγραφο ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι «να πρέπει να διαβάσεις δέκα βιβλία για να επιλέξεις αυτό που θεωρείς εσύ καλύτερο; Αυτό από μόνο του αποτελεί ένα είδος αυτοαξιολόγησης και ως γνωστόν οι καθηγητές μισούν τη λέξη αξιολόγηση. Όπως και οι συνάδελφοί τους που στελεχώνουν το υπουργείο. Είναι θέμα τιμής». Περιεχόμενο και ύφος επιχειρούν να κατεδαφίσουν το επαγγελματικό ήθος των εκπαιδευτικών, το οποίο πρώτα υποσκάφθηκε συστηματικά με τους τρόπους που ανέφερα παραπάνω. Αναρωτιέμαι μάλιστα αν ο αρθρογράφος αγνοεί ότι τα στελέχη του Υπουργείου, τα οποία κατά τη γνώμη του μισούν την αξιολόγηση, έχουν θεσπίσει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, η δε στάση των υπό αξιολόγηση εκπαιδευτικών δεν μπορεί να σφυγμομετρηθεί μόνο με κριτήριο τη στάση του συνδικαλιστικού τους οργάνου.
     Κλείνοντας θα ήθελα να εκφράσω τη θλίψη που ένιωσα διαβάζοντας ένα τόσο γενικευτικό αφοριστικό και χωρίς αποδεικτικό χαρακτήρα άρθρο, το οποίο ενισχύει στερεότυπα αντί να θέσει με περίσκεψη θέματα σε δημόσια συζήτηση. Θλίψη, που αντί για επιστημονικές προτάσεις (με την έννοια της επιστημολογίας) το αναγνωστικό κοινό εισπράττει κατά κόρον αξιολογικές κρίσεις. Βεβαίως, όπως έχει εκφραστεί από επιστημολογικής πλευράς, από μια αξιολογική κρίση ελάχιστα πληροφορούμαστε για την αλήθεια ενός πράγματος, είναι όμως αποκαλυπτική για εκείνον που τη διατυπώνει. Εκφράζει τα αξιολογικά του κριτήρια και τον τρόπο σκέψης του. Προσθέτω όμως ότι μπορεί συνάμα να προκαλέσει δημόσια βλάβη, αν σε εποχή που παρατηρείται μια πολύπλευρη δημόσια επιθετική αντιμετώπιση των εκπαιδευτικών, συμπεριφερθεί κανείς ως «φιλοπαίγμων εν ου παικτοίς», για να χρησιμοποιήσω μια φράση του μοναδικού εγχειριδίου της Έκφρασης-Έκθεσης της Γ΄ Λυκείου.

Αγαθοκλής Αζέλης

Φιλόλογος επαρχιακού σχολείου

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2013


Μαρούλα Θ. Σπάχου


Πριν δεκαπέντε χρόνια που εγκαταστάθηκα στα Τρίκαλα, είχε μικρότερη ηλικία από τη δική μου σήμερα που γράφω τούτες τις γραμμές. Στην προσωπική μου οδύσσεια είχα ήδη γνωρίσει πολιτείες πολλές και είχα μάθει πολλών ανθρώπων τις βουλές, τόσων που θεωρούσα ότι η ζωή δεν έκρυβε εκπλήξεις. Όταν λοιπόν έγινα κάτοικος Τρικάλων κι εκείνη η πρώτη απογευματινή συντροφιά μου, τις ώρες που ο συνδετικός μας κρίκος, δική της κόρη και δική μου γυναίκα, εργαζόταν, ενώ ο ίδιος ήμουν άγνωστος μεταξύ αγνώστων στη νέα πατρίδα, ήταν σαν να μάθαινα τη ζωή και τους ανθρώπους από την αρχή. Τύχη αγαθή μου πρόσφερε κατά καιρούς τη γνωριμία εκλεκτών ανθρώπων ευεργετικών, όμως την καλύτερη την επιφύλασσε, φαίνεται, για τη μέση της ώριμης ζωής μου. Η Μαρούλα δεν ήταν απλώς ένας νέος τύπος ανθρώπου, ήταν το ζωντανό κέντρο ενός κύκλου με δυσθεώρητη ακτίνα. Όπως ένας περιστρεφόμενος προβολέας σε νύχτα σκοτεινή φωτίζει τον περίγυρο και καταλαγιάζει τον φόβο του αγνώστου, έτσι κι εκείνη με την παρουσία της, σωματική και νοητή, δημιουργούσε οικειότητα, θαλπωρή, ασφάλεια, αυτοπεποίθηση. Ήταν η πρώτη αρχή πολλών ομόκεντρων κύκλων κι ένας μαγνήτης που έκανε πολλούς να επιθυμούν να τέμνεται ο κύκλος της δικής τους ζωής με τη δική της. Το σπίτι της, εκτός από αφετηρία της ευρύτερης οικογένειας, αποτελούσε κι ένα είδος προξενείου για τους συγχωριανούς που κατέβαιναν στον κάμπο και για τους διερχόμενους με κατεύθυνση την ορεινή κοινή μας πατρίδα. Παρατηρώντας την έμαθα πολλά και διόρθωσα πολλά στερεότυπα μέσα μου. Συνειδητοποίησα την αξία της «πρακτικής φιλοσοφίας» της καθημερινής ζωής που δεν διδάσκεται στα πανεπιστήμια, την προνομιακή θέση της συναισθηματικής νοημοσύνης και της ενσυναίσθησης απέναντι στην τυποποιημένη παιδαγωγική των εγχειριδίων, έμεινα άναυδος μπροστά σε μια πρωτόγνωρη δοτικότητα όχι ως ανταλλακτική αξία αλλά ως καταστατική συνθήκη ζωής. Έμαθα ότι ένας άνθρωπος μπορεί, στο ανθρώπινο μέτρο και με ανθρώπινο τρόπο να υλοποιεί τη χριστιανική ρήση, γενόμενος «ο μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, αλλά τους μετέχοντας αγιάζων», με την κοσμική μεταφορά των όρων. Διαπίστωσα ότι ένας θεμελιωδώς καλός άνθρωπος μπορεί να διαμορφώνει αναλόγως την ποιότητα των συνοδοιπόρων του, σαν ένας αντίστροφος Μίδας, που εμφυσεί ψυχή σε ό,τι άψυχο αγγίζει. Μοιράστηκε τη ζωή και τις ποιότητές της με τον εφάμιλλο Θόδωρο κι έδωσαν στην κοινωνία τέκνα στα οποία κληροδότησαν την καλύτερη ιδιότητά τους, να είναι χρήσιμοι άνθρωποι.

Η Μαρούλα με τη στάση της καθιστούσε τις δυσκολίες ανέφελες εποχές, ήταν η γέφυρα για να περνάμε απέναντι. Την εποχή της δυσμενέστατης ασθένειάς της μας δίδαξε μια αξιοπρέπεια διαφορετικής υφής, συνιστάμενη σε αθόρυβη μάχη μέχρις εσχάτων, με παράλληλη προστασία των συμμαχομένων. Ευθυτενή κι αλύγιστη θα τη θυμόμαστε, όχι απλώς μητέρα αγαπημένη και μοναδική, αλλά παράδειγμα σεμνό για δικούς και ξένους, να μας ταξιδεύει στο σκάφος της προς τις εσχατιές της μνήμης και του δικού μας βίου.

Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013


Πάνος Καράν-Ζαχαρίας Ταρπάγκος: δύο διαπρεπείς σολίστες οικουμενικής εμβέλειας στα Τρίκαλα




 


Στο εμβληματικό θεατρικό έργο «Φάουστ» ο Γκαίτε βάζει τον Μεφιστοφελή να παρουσιάζει στον διανοητή-«καθολικό άνθρωπο» Φάουστ ως την πιο φριχτή περιοχή της κόλασης ένα μέρος στο οποίο κυριαρχεί η απόλυτη, αιώνια σιγή. Θα αποτολμούσαμε να σύρουμε την ιδέα του Γκαίτε στην διαμετρικά αντίθετη περιοχή του κόσμου, ορίζοντάς την ως μια ευτοπία στην οποία δεν κυριαρχεί απλώς ο αιώνιος ήχος, παρά ο αρμονικός ήχος, σαν αυτόν που μαγεύει τον «Κρητικό» του εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού και τον αποσπά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα του ναυαγίου και του θανάτου. Μια τέτοια αρμονία είχαμε την τύχη να συναντήσουμε την Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013 δύο φορές με τους ίδιους συντελεστές, το πρωί με τη μορφή σύζευξης δια-λόγου και μουσικής στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, το βράδυ με ρεσιτάλ έργων για πιάνο και φλάουτο που έκοβε την ανάσα.

Πρόκειται για χρονική σύμπτωση; Όχι, απλώς και οι δύο εκδηλώσεις αποτέλεσαν πρωτοβουλία του νέου πλην ιδιαιτέρως ποιοτικού και δραστήριου Συλλόγου Φίλων της Μουσικής Τρικάλων, ο οποίος δραστηριοποιείται την τελευταία διετία στον νομό μας με στόχο να φέρει το τρικαλινό κοινό σε επαφή με την ποιοτική μουσική. Επιστέγασμα της συστηματικής παρουσίας του στον δημόσιο βίο της πόλης μας αποτέλεσε η τελευταία διπλή εκδήλωση, η οποία συνάντησε ευήκοον ους και συνεργασία από τη Διεύθυνση, το προσωπικό και τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων αφενός και από τις κεφαλές του Δήμου Τρικκαίων αφετέρου.

Ο Σύλλογος Φίλων της Μουσικής κατόρθωσε κάτι πολύ σημαντικό και συνάμα δύσκολο. Πέτυχε τη συναίνεση δύο σπουδαίων, νέων σε ηλικία μουσικών, με ασυνήθιστη για την ηλικία τους διεθνή καταξίωση, να δώσουν ένα ρεσιτάλ στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου και να συναντηθούν με τους καθηγητές και τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου για ένα άτυπο σεμινάριο, με την πρωταρχική σημασία της λέξης, της σποράς ιδεών. Πρόκειται για τον πιανίστα Πάνο Καράν και τον φλαουτίστα Ζαχαρία Ταρπάγκος, δύο λαμπρούς μουσικούς με εξαιρετικές σπουδές, πλούσιο βιογραφικό και επικοινωνιακή αμεσότητα με το κοινό κάθε ηλικίας. Ουσιαστικοί καλλιτέχνες και ισορροπημένοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν άφησαν το ήθος τους να καμφθεί από το βάρος της διεθνούς αναγνώρισης, συνομίλησαν με αμεσότητα με το κοινό τους στο Μουσικό Σχολείο, απάντησαν στις ποικίλες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εκμαίευσαν περαιτέρω. Η επικοινωνία είχε κάτι το μαγικό: η ομήγυρη είχε την αίσθηση ότι αποτελεί μια ομάδα που συμπορεύεται από παλιά, παιδιά και μεγαλύτεροι στην ηλικία, σε μια αδελφότητα ενορχηστρωμένη από τους δύο μουσικούς, οι οποίοι για να διαλύσουν κάθε αρχική αμηχανία συστήθηκαν παίζοντας μουσική.

Το βράδυ της ίδιας μέρας το Πνευματικό Κέντρο αποτέλεσε χώρο συνάντησης των φίλων της κλασικής μουσικής της πόλης μας. Οι δύο σολίστες παρουσίασαν έργα υψίστης ποιότητας και δυσκολίας. Θα αναφέρουμε μόνο τη σονάτα του Λιστ Piano Sonata in B minor S. 178, αποκορύφωμα του ρεπερτορίου του Λιστ, την οποία με κομμένη την ανάσα αφουγκράστηκε το κοινό, μη συνειδητοποιώντας πότε πέρασαν τα τριάντα περίπου λεπτά αυτού του χαρακτηριζόμενου ως αυτοβιογραφικού έργου του δεξιοτέχνη στις συνθέσεις για πιάνο Ούγγρου συνθέτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα που παρουσιάστηκε επαναλήφθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 26 Ιουνίου από τους ίδιους ταλαντούχους νεαρούς ερμηνευτές.

Στο πρόσωπο του Πάνου Καράν το τρικαλινό κοινό δεν συνάντησε μόνο έναν σπουδαίο πιανίστα, ο οποίος έχει δώσει ρεσιτάλ σε πολλές από τις σπουδαιότερες αίθουσες της υφηλίου. Συνάντησε και έναν ευαίσθητο ανθρωπιστή, ο οποίος το 2011 ίδρυσε τη μη κερδοσκοπική (φιλανθρωπική) οργάνωση Keys of Change (=κλειδιά//πλήκτρα της Αλλαγής), η οποία αποσκοπεί στην προσφορά πρόσβασης προς την κλασική μουσική σε απόμερες περιοχές του πλανήτη ή άλλες που αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα. «Μέχρι τώρα η οργάνωση Keys of Change έχει ξεκινήσει την εξάπλωση της κλασικής μουσικής παιδείας σε απόμερα χωριά του Ισημερινού, του Περού και της Βραζιλίας, στα προσωρινά καταφύγια των αστέγων της Ιαπωνίας μετά από τον καταστροφικό σεισμό το 2011, και στην Αφρική στη Σιέρα Λεόνε και στην Ουγκάντα, όπου το ακροατήριο αποτελείτο κυρίως από παιδιά χτυπημένα από τη μάστιγα του ιού του AIDS», όπως διαβάζουμε στο πρόγραμμα του ρεσιτάλ. Η κλασική μουσική «είναι από τα πιο απλά αλλά δυνατά μέσα ένωσης ανθρώπων παντού στον κόσμο. Έχει τη δυνατότητα να χτίσει γέφυρες για την ειρήνη και ευνοεί – βοηθά την θετική κοινωνική αλλαγή», σύμφωνα με τον Πάνο Καράν. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μέρος των εσόδων από τα εισιτήρια του ρεσιτάλ θα διατεθούν για τους σκοπούς της ανωτέρω φιλανθρωπικής οργάνωσης.

Αξίζουν συγχαρητήρια στον Σύλλογο Φίλων της Μουσικής Τρικάλων και ιδιαιτέρως στην ακάματη ψυχή του, τον πρόεδρο κ. Ι. Γεωργιάδη, για την ξεχωριστή προσφορά στο τρικαλινό κοινό. Θερμές ευχαριστίες αρμόζουν και στους δύο εκλεκτούς καλλιτέχνες, οι οποίοι παρά το πυκνό πρόγραμμά τους, βρήκαν τον χρόνο για να έρθουν στα Τρίκαλα. Ας ευχηθούμε ότι μας επιφυλάσσονται και άλλες ανάλογης ποιότητας εκπλήξεις.

 

Δρ. Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013


ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΥ ΚΟΡΝΑΡΟΥ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ.
ΜΙΑ ΜΟΥΣΙΚΟΘΕΑΤΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ ΤΡΙΚΑΛΩΝ



Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν·
και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
μα στο Kαλό κ’ εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν

(ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, στίχοι 1-4)

Μερικές φορές, όταν ένα βίωμα είναι πολύ έντονο, χρειάζεται να περάσει κάποιος χρόνος μέχρι να γυρίσει ο τροχός, να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα μέσα μας, ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε λογικά γι’ αυτό. Σε αυτή την κατηγορία βιωμάτων ανήκει και η μουσικοθεατρική παράσταση του Ερωτόκριτου, έργου του Κρητικού ποιητή Βιτσέντζου Κορνάρου (Σητεία 1553-Ηράκλειο 1613/4), η οποία έλαβε χώρα στο υπαίθριο θέατρο του Φρουρίου των Τρικάλων, στις 18 Ιουνίου.

Η παράσταση αποτελεί παραγωγή καθηγητών και μαθητών του Μουσικού Σχολείου της πόλης μας, επιστέγασμα-κρεσέντο των πολυάριθμων ποιοτικών εκδηλώσεων μιας ιδιαιτέρως παραγωγικής χρονιάς. Οι υπεύθυνες καθηγήτριες, Δήμητρα και Μαρία Κοσβύρα (στη μουσική επιμέλεια και τη διδασκαλία της χορωδίας), Παναγιώτα Ζαφειρίου (στη μουσική επιμέλεια, την ενορχήστρωση, τη διδασκαλία και τη διεύθυνση ορχήστρας) και Μαρία Μανθέλα (στη θεατρική προσαρμογή και τη σκηνοθετική επιμέλεια) έχουν συνδέσει το όνομά τους με εμπνευσμένες παραγωγές. Εξέπληξε λοιπόν το γεγονός ότι κατόρθωσαν να υπερβούν τον εαυτό τους και να προσφέρουν στο τρικαλινό κοινό μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του Μουσικού Σχολείου και στους μαθητές τους σημαντικά παιδαγωγικά και μαθησιακά βιώματα.

Το κατάμεστο θέατρο απέδωσε στους δημιουργούς τις τιμές που τους ανήκαν. Χειροκρότησαν θερμά αυτό που είδαν. Τι θα έλεγε άραγε το κοινό, αν γνώριζε και όλα όσα δεν φαίνονταν; Αν π.χ. γνώριζε το μέγεθος και τις υπερβληθείσες δυσκολίες του εγχειρήματος, όπως το να ξεκινήσουν οι υπεύθυνες καθηγήτριες από μηδενικό σχεδόν σημείο, να κάνουν τη δική τους προεργασία, να επιλέξουν τους μαθητές του θεατρικού μέρους, τους σολίστ (φωνές και όργανα) του μουσικού μέρους, να τους εκπαιδεύσουν όλους και δίπλα και μαζί τους τη μεγάλη χορωδία, ώστε να μπορούν το βράδυ της παράστασης να αποδίδουν όλοι τα μέγιστα συντονισμένοι, έχοντας να κάνουν με εφήβους μαθητές από αρχάρια γυμνασιόπαιδα της Α΄ τάξης μέχρι τελειόφοιτους Λυκείου οι οποίοι αντιμετώπιζαν παράλληλα τη δοκιμασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων; (Όποιος έχει την εμπειρία της εργασίας σε ομοιογενή σχολική τάξη καταλαβαίνει τι σημαίνει να συντονίζεις ένα απολύτως ετερογενές σε ηλικίες και ρόλους πολλαπλάσιο αριθμητικά σύνολο). Μήπως ήταν τουλάχιστον αποκλειστικής απασχόλησης στην επαγγελματικού επιπέδου παράσταση, καθηγήτριες και μαθητές; Τουναντίον, όλοι ήταν πολυάσχολοι στο όριο των αντοχών και του χρόνου τους. Μήπως αρκούσε ο σχολικός χρόνος για τη διδασκαλία και τις πρόβες; Ούτε κι αυτό, αντιθέτως όλοι εργάστηκαν και απογεύματα και Σαββατοκύριακα. Τι τους ενέπνευσε; Τι τους έδωσε την ώθηση; Πέρα από τη γνώση και το ταλέντο, η αγάπη για τα παιδιά και το παντοιοτρόπως λοιδορούμενο στη δημόσια σκηνή εκπαιδευτικό λειτούργημα, η παιδαγωγική χάρις, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση παρουσίασε μια σπάνια παιδαγωγική αρετή: ανέδειξε χαρίσματα. Στους μαθητές πάλι έδωσε κίνητρο και δύναμη η αγάπη, η αναγνώριση και η μέριμνα που εισπράττουν στο Μουσικό Σχολείο, η χαρά της ομαδικής δουλειάς, η ιδιαίτερη εμπειρία να συν-εργάζονται με τους δασκάλους τους συνοικοδομώντας την υπέρβαση της κοινοτυπίας. Στο τέλος υποκλιθήκαμε στις ιδιότητες των μαθητών μας οι οποίες δεν χωρούν εντός των τοίχων μιας τάξης. Ήταν οικείοι και συνάμα αγνώριστοι.

Η μουσικοθεατρική παράσταση του Ερωτόκριτου, η οποία κατόρθωσε να δημιουργήσει στο υπαίθριο θέατρο αδιαχώρητο που όμοιό της δεν τυχαίνει ούτε σε εύπεπτα λαϊκιστικά θεάματα, κατέδειξε ότι το Μουσικό Σχολείο Τρικάλων έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη του απαιτητικού κοινού, ως ένας εκπαιδευτικός φορέας ο οποίος καλλιεργεί την παιδεία, το ήθος και τις καλές τέχνες. Δεν θα θεωρούσαμε τολμηρή τη σκέψη, ότι σε μερικές δεκαετίες θα ακούμε με δέος και συγκίνηση για τις προσωπικότητες στις οποίες θα έχουν μετεξελιχθεί τα παιδιά που έδρασαν παντοιοτρόπως στη σκηνή και πίσω από αυτήν στις 18 Ιουνίου. Για τους συναδέλφους που κόπιασαν δίπλα σ’ αυτά τα ξεχωριστά παιδιά, καθώς και για τους μαθητές του Μουσικού Σχολείου φαίνεται ταιριαστός ο αφορισμός-κατακλείδα του έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου (στίχοι 511-518), μια αλήθεια που έρχεται από μεγάλη γεωγραφική και χρονική απόσταση, χωρίς απώλειες στη διαδρομή:

 

Για τούτο, οπού ’ναι φρόνιμος, μηδέ χαθεί στα Πάθη,
το ρόδον κι όμορφος αθός γεννάται μες στ' αγκάθι.
Eτούτ’ η Aγάπη η μπιστική με τη χαρά ετελειώθη,
και πλερωμή στα βάσανα μεγάλη τώς εδόθη.
Kαι κάθε είς που εδιάβασεν, εδά κι ας το κατέχει,
μη χάνεται στα κίντυνα, μα πάντα ολπίδα ας έχει.
K’ εκείνον, οπού εκόπιασεν, ας τον καληνωρίζουν (...)


Δρ Αγαθοκλής Αζέλης

Φιλόλογος
 

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013


Τρεις απόπειρες και μια διαπίστωση

 

Το σκοτάδι επιχειρεί

Να φωτίσει το σκοτάδι

 

Η απουσία αδημονεί

Να γεμίσει την απουσία

 

Ο θάνατος καραδοκεί

Ν’ αναιρέσει τον θάνατο

 

Η σιωπή επιχαίρει

Να καταγράφει τη σιωπή
 
 
 

Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Μνήμης παλίρροια



Φωτίζοντας τις σιωπές

Που θε να ψηλαφήσεις

Από της μνήμης τις ρωγμές

Συρρέουνε συμφύσεις

 

Θλίψη βαθιά της άρνησης

Τρελλής χαράς αντάρα

Απώθησης κατάδυση

Επιθυμιάς κατάρα

 

Εσύ η λάμψη εσύ το σκότος

Ερώτηση ρητορική

Εσύ η φυγή εσύ ο νόστος

Αμφιθυμία μαγική

 

Παλίρροια και άμπωτη

Στου χρόνου σου τις κάνες

Σαν προσδοκία άλιωτη

Από θρεμμένες πλάνες

 

Μια ναυαγό, ταξιδευτή

Την άλλη με θωπεύουν

Της μοίρας μας αναδευτή

Με μνήμη σημαδεύουν

 

Εσύ η λάμψη εσύ το σκότος

Ερώτηση ρητορική

Εσύ η φυγή εσύ ο νόστος

Αμφιθυμία μαγική
 
 
 

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Λυκόφως δίκην λυκαυγούς


Λυκόφως δίκην λυκαυγούς

Σκορπίζω πάντα περιτρίμματα

Μπροστά στην άδεια θέση στο τραπέζι

Ενώπιον της ανοιχτής κουρτίνας

Σαν να τους λέω για λίγο πως σηκώθηκες

Και σε προσμένω ν’ αποφάς

Πριν παραδώσω καθαρή τη θέα




Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Αναδρομή


Αναδρομή

Οξειδωμένο ψεύδος του καθρέφτη
Φενάκης τέκνο είδωλο σαθρό
Ψυχής δεν είναι έκτακτες θαμβώσεις
Μόνο πουκάμισο εκ γενετής κενό
Λικνίζεται πια πάνω στην κρεμάστρα
Της κιβωτού μιας θλίψης μυστικής
Ίχνος καιρού που οι στενές συμφύσεις
Σώματος νου θνησιγενώς ακροβατούν


Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013


Ιχνηλατώντας τη χαρά της ανάγνωσης

Μαθητές του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων γνωρίζονται με την κ. Μαρούλα Κλιάφα και το λογοτεχνικό της έργο


Α

ποτελεί κοινό τόπο η διαπίστωση ότι οι Νεοέλληνες διαβάζουν λίγο. Για την ακρίβεια, ότι διαβάζουν λίγο μη υποχρεωτικά αναγνώσματα, μεταξύ των οποίων καταλογίζεται η λογοτεχνία. Ο υπέρμετρος εργασιακός φόρτος των μαθητών ήδη από την πρώτη τάξη του Δημοτικού, προϊόν ενός εκπαιδευτικού προσανατολισμού που δεν θέτει ως προτεραιότητα τη μάθηση μέσα στη σχολική τάξη, σε συνδυασμό με μια στρεβλή ιεράρχηση των μαθησιακών αγαθών, ουσιαστικά εξοβελίζει την ανάγνωση με ψυχαγωγικό και μαθησιακό στόχο από τη ζωή των μικρών μαθητών. Η χρησιμοθηρική εργαλειακή αντιμετώπιση της γνώσης επιφέρει το τελειωτικό χτύπημα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο. Οι έλληνες ακαδημαϊκοί πολίτες γεννώνται χωρίς αναγνωστική κουλτούρα. Αυτό συμβαίνει μολονότι στη χώρα μας υπάρχει στις δεκαετίες της μεταπολίτευσης υψηλής στάθμης πολυάριθμη βιβλιοπαραγωγή, σε σημείο που να αναρωτιέται κανείς ποιοι διαβάζουν όλα αυτά τα εν πολλοίς θαυμάσια βιβλία.

Σ

κεπτόμενος ότι το σχολείο οφείλει και συνάμα έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει τους μαθητές στα μονοπάτια της φιλαναγνωσίας, επιχειρώ τα τελευταία χρόνια να ανοίξω στη σχολική καθημερινότητα χώρο για τη συστηματική ανάγνωση από τους μαθητές λογοτεχνικών βιβλίων, στο περιθώριο του μαθήματος της λογοτεχνίας. Ο στόχος είναι πολυδιάστατος: οι μαθητές να διαβάσουν τουλάχιστον ένα ολόκληρο μυθιστόρημα επιδιώκοντας την αναγνωστική απόλαυση με τη συστηματική προσέγγιση, παρακολουθώντας αφηγηματικές στρατηγικές, παρατηρώντας χαρακτήρες, διεισδύοντας στους προβληματισμούς του συγγραφέα. Συμπληρωματικός στόχος είναι να εξασκηθούν οι μοναχικοί στη δουλειά τους μαθητές του ελληνικού σχολείου, στην ομαδοσυνεργατική εργασία.

Θ

εωρώντας ότι το προαναφερθέν εγχείρημα πρέπει να λαμβάνει χώρα το συντομότερο δυνατόν, επιλέγω να το εφαρμόζω στην Α΄ Γυμνασίου. Φέτος το εφάρμοσα σε δύο τμήματα της Α΄ Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου Τρικάλων, το Α2 και το Α3, με έναν συμπληρωματικό στόχο, να γνωρίσουν οι μαθητές προσωπικά τον συγγραφέα του οποίου τα έργα θα διάβαζαν. Επιλέξαμε να ασχοληθούμε με βιβλία της καταξιωμένης τρικαλινής συγγραφέως κυρίας Μαρούλας Κλιάφα.

Τ

α παιδιά κάθε τμήματος χωρίστηκαν σε ομάδες με κατά μέσον όρο τέσσερις μαθητές. Μετά από μια εισαγωγική παρουσίαση των έργων της κ. Κλιάφα, κάθε ομάδα επέλεξε ελεύθερα ένα βιβλίο της για ανάγνωση και επεξεργασία. Η συγκρότηση των ομάδων έγινε μάλλον εύκολα, όμως δεν ήταν πάντα εύκολη η συνάντηση των μαθητών τα Σαββατοκύριακα, στον λιγοστό χρόνο που τους απομένει από τις πολυάριθμες δραστηριότητές τους. Άλλη ομάδα εργάστηκε ταχύτερα, άλλη βραδύτερα, εξαίρεση αποτέλεσε ομάδα που δεν λειτούργησε ομαδικά παρά ατομικά, οπότε σε αυτή την περίπτωση είχαμε πολλές ατομικές τελικές εργασίες, αντί για μια ομαδική. Οι δυσκολίες που προέκυψαν στην ομαδική εργασία κατέδειξαν ακριβώς την αξία της προσπάθειας. Η τελική υλοποίηση της συνεργασίας αντικατοπτρίζει την επιτυχία των μαθητών να εργαστούν τελικά σε ένα νέο εν πολλοίς πλαίσιο. Το αποτέλεσμα ήταν δημιουργικό και ενδιαφέρον.

Κ

άθε ομάδα έγραψε σε συνεργασία μια περίληψη του βιβλίου, παρουσιάζοντας την υπόθεση και τους χαρακτήρες. Όταν ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, έλαβε χώρα μια συνάντηση στην υποδειγματικά οργανωμένη από τον φιλόλογο κ. Θανάση Τσουκνίδα βιβλιοθήκη του σχολείου, στην οποία παρουσιάστηκαν οι εργασίες και έγινε συζήτηση γι’ αυτές. Θεωρήθηκε ότι ήταν ο πιο ζεστός και κατάλληλος χώρος για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Το αποτέλεσμα της κάθε συνάντησης ήταν ιδιαιτέρως γόνιμο, η συζήτηση ζωηρή και διεισδυτική, επομένως αποτελεσματική. Με τον τρόπο αυτόν οι μαθητές δεν διάβασαν απλώς συστηματικά και δημιουργικά ένα ολόκληρο βιβλίο, υπερβαίνοντας την αποσπασματικότητα του καθημερινού μαθήματος, αλλά γνώρισαν σε ένα βαθμό τέσσερα ακόμη βιβλία της ίδιας συγγραφέως, αποκτώντας ένα πανόραμα του συγγραφικού της έργου και αδημονώντας να διαβάσουν οι ίδιοι τα υπόλοιπα βιβλία της, για τα οποία έκαναν λόγο οι συμμαθητές.

Τ

ο επόμενο βήμα ήταν η πρόσκληση της προσηνούς κ. Κλιάφα στο σχολείο μας, για μια συνομιλία με τους μαθητές. Τα παιδιά υποδέχθηκαν τη συγγραφέα με καταιγισμό ερωτήσεων κι εκείνη τα προσέγγισε με τη γνωστή παιδαγωγική της επάρκεια, έμπειρη στην ψυχολογία των εφήβων. Χωρίς να προσέλθουν απροετοίμαστοι στη συνάντηση οι μαθητές, προτιμήθηκε να προβληματιστούν κατά μόνας για τις ερωτήσεις που θα ήθελαν να θέσουν ενώπιοι ενωπίω στη συγγραφέα, παρά να σκηνοθετηθεί μια παρωδία αυθορμητισμού με τους μαθητές να κρατούν σε χαρτάκι ερώτηση διατυπωμένη από τον καθηγητή τους. Ο χρόνος κύλησε με μεγάλη ταχύτητα, καθώς οι ερωτήσεις των παιδιών ήταν εκ προοιμίου πολλές, συνάμα όμως κάθε ερώτηση απαντημένη προκαλούσε νέες αλυσιδωτές ερωτήσεις. Μόνη η επίκληση των κανόνων του ημερησίου προγράμματος του σχολείου μπόρεσε να πείσει τους μαθητές να διακόψουν τις ερωτήσεις τους. Στα πρόσωπά τους, καθώς έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, φαινόταν η ένταση της νέας εμπειρίας. Στη συζήτηση ανατροφοδότησης που ακολούθησε την επόμενη μέρα στην τάξη είχαν πολλά εύστοχα να πουν. Κυριαρχούσε η ικανοποίηση από την προσήνεια της συγγραφέως και τις αναλυτικές απαντήσεις της σε όλες τις ερωτήσεις, συνάμα από μια απομυθοποίηση, η οποία επενέργησε πολύ θετικά στα παιδιά: η συγγραφέας τους δεν ήταν ένας αποτραβηγμένος από τα εγκόσμια άνθρωπος, παρά κάποιος που τα κατανοεί, τα σέβεται και συνάμα μπορεί να είναι οικείος μαζί τους. Τέλος η αίσθηση που ο ίδιος αποκόμισα ήταν ότι τα άξια και συνεργάσιμα αυτά παιδιά έμειναν ικανοποιημένα από το εγχείρημα και είμαστε όλοι έτοιμοι για το επόμενο βήμα στον κόσμο της λογοτεχνίας.

Δρ. Αγαθοκλής Αζέλης