Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα. Πειραματική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων.







Το τελευταίο θεατρικό έργο του διακεκριμένου Ισπανού συγγραφέα, το δράμα «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» γράφτηκε μεταξύ του 1933 και του 1936, ολοκληρώθηκε δε ένα μήνα πριν ο Λόρκα δολοφονηθεί από τους φαλαγγίτες του στρατηγού Φράγκο. Πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για νοητή συνέχεια των δραμάτων του «Ματωμένος Γάμος» και «Γέρμα», των οποίων τη θεματική αναπτύσσει περαιτέρω, συγκροτώντας μια τριλογία.
Πρόκειται για μια τραγωδία που εκτυλίσσεται στην ισπανική επαρχία. Η χήρα Μπερνάρντα Άλμπα, ασκεί δεσποτική συμπεριφορά στη μητέρα της που υποφέρει από νοητική υστέρηση, στις δύο παραδουλεύτρες και τις πέντε κόρες της, οι οποίες νιώθουν έντονη την επιθυμία να παντρευτούν. Η μεγαλύτερη σε ηλικία και άσχημη τριανταεννιάχρονη Ανγκούστιας, τέκνο από διαφορετικό γάμο, αρραβωνιάζεται από την αυταρχική μητέρα της με τον πολύ νεότερό της Πέπε ελ Ρομάνο. Εκείνος όμως θα ερωτευτεί την όμορφη Αντέλα η οποία θα ανταποκριθεί. Το παράνομο ζευγάρι παρακολουθεί η Μαρτύριο, άλλη αδελφή, η οποία λόγω ζήλειας τους καταδίδει στη μητέρα της. Εκείνη πυροβολεί ανεπιτυχώς τον Πέπε, ενώ η Αντέλα, νομίζοντας τον αγαπημένο της νεκρό και νιώθοντας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να διαφύγει από τη μητρική καταπίεση, καταφεύγει στην αυτοχειρία. Η Μπερνάρντα, περήφανη όσο και σκληρή, φροντίζει για τον στολισμό της νεκρής και επιβάλλει στην οικογένεια τη σιωπή. Η Αντέλα πρέπει να θεωρηθεί ότι πέθανε αγνή, αυτή ήταν η μεγάλη έγνοια της μάνας της, εγκιβωτισμένη στη θλίψη της απώλειας.
 Η Μπερνάρντα Άλμπα είναι γυναίκα κατάλοιπο μιας παραδοσιακής τυπολατρικής κοινωνίας της ισπανικής επαρχίας. Μια γυναίκα η οποία την ημέρα της κηδείας του δεύτερου συζύγου της κηρύσσει οκταετές πένθος για το σπίτι της, η οποία δεν διστάζει να θυσιάσει την κόρη της εν ονόματι της προστασίας της τιμής της οικογένειάς της, η οποία ουσιαστικά είναι και εκείνη θύμα του ίδιου της του τρεφόμενου με μίσος, ψέμα και βία δεσποτισμού, αφού η άνευ ορίων τυραννία της οδηγεί και την ίδια στην καταστροφή, στο πρότυπο των ηρώων της κλασικής ελληνικής τραγικής παράδοσης οι οποίοι υπερβαίνουν το μέτρο και διαπράττουν ύβρη. Η ηρωίδα του Λόρκα καταδικάζεται κι εκείνη στη συντριβή και τη σιωπή. Το έργο εμπεριέχει οξεία κοινωνική κριτική, ο δε συγγραφέας φαίνεται να θεωρεί ότι τα στηλιτευόμενα ήθη βαίνουν προς το τέλος τους.
Αναφέρθηκε στην αρχή ότι «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» αποτελεί την κατακλείδα της τριλογίας του Λόρκα. Όμως η πληθωρική ποιητική γλώσσα του «Ματωμένου Γάμου», με τις πλούσιες μεταφορές και τα πολυάριθμα μοτίβα, δίνει τη θέση της σε μια σχεδόν ασκητική γλώσσα, ασκητική σαν την πίκρα του θέματος και της πλοκής. Αυτή η ασκητική γλώσσα προσδίδει μεγαλύτερη τραγικότητα στην εξέλιξη του μύθου. Σύμφωνα με τον μελετητή του Λόρκα W. Floeck, με το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα ο Λόρκα δημιούργησε ένα έργο στο οποίο «το παραδοσιακό και το μοντέρνο, η κοινωνική υπευθυνότητα και το αισθητικό πρόταγμα οδηγούνται σε μια ευτυχή ισορροπία».
Αυτό το σημαντικό θεατρικό έργο σε διασκευή και διασταύρωση με στοιχεία από τη ζωή της αγροτικής Θεσσαλίας κατά την εποχή της συγγραφής του ισπανικού έργου, ανέλαβε με έμπνευση, μετά από μακρόχρονη επίπονη προετοιμασία, να προσφέρει στο τρικαλινό φιλότεχνο κοινό η Πειραματική Σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων, καθηλώνοντας τους θεατές και δίνοντας το δικαίωμα να μιλήσει κανείς για πολύπλευρο αριστούργημα σκηνοθεσίας, υποκριτικής, σκηνογραφίας, μουσικής επένδυσης. Καμία πλευρά της παράστασης δεν αφέθηκε λιγότερο φροντισμένη. Οι ηθοποιοί με ενσυναίσθηση απέδωσαν ολοκληρωμένους διακεκριμένους χαρακτήρες και όχι συμβολικές αφαιρετικές περσόνες, η σκηνοθεσία κατόρθωσε να συνδέσει αρμονικά τα εμβόλιμα θεσσαλικά κομμάτια με το ισπανικό υπόβαθρο του έργου, εγχείρημα το οποίο υποστήριξε και η σκηνογραφία, οι φωτισμοί υπογράμμιζαν την τραγικότητα της πλοκής, η μουσική, σε μεγάλο βαθμό ζωντανή, αποδείχτηκε ταιριαστή με το ύφος και το ήθος της παράστασης. Δικαίως έμεινε καθηλωμένο το κοινό, κι αν μου επιτραπεί μια προσωπική αναφορά, οι δύο άκρως αντιθετικοί ανθρωπότυποι, η τυραννική μορφή της Μπερνάρντα μου προκαλούσε δέος και ασφυξία σε όλη τη διάρκεια του έργου, η δε κραυγή απωλείας της απελευθερωμένης πλέον από τον φόβο και πέραν του καλού και του κακού πορευόμενης Αντέλας μου διαπέρασε την ψυχή.
Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι με τη σημερινή πρεμιέρα το Δημοτικό Θέατρο Τρικάλων, το οποίο μας έχει συνηθίσει σε υψηλής ποιότητας παραστάσεις, επαναπροσδιορίζει τον αισθητικό και παιδευτικό του ρόλο στην πόλη μας.

Αγαθοκλής Αζέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου