Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Ο τρίτος Νικόλας



Το φορτηγό κατέβαινε βαρύ τις στροφές της εξόδου από το πέρασμα της Κατάρας. Βούιζε το κεφάλι της να σπάσει. Πώς να του το έλεγε, όταν εκείνος ήταν ριγμένος στην καρότσα κι αυτή μπροστά, δίπλα στον οδηγό και στον συνοδηγό; Να ζητούσε στάση; Και πάλι, πώς δεν θ’ άκουγαν οι άλλοι; Έσφιγγε το φασκιωμένο βρέφος στην αγκαλιά της και το κανάκευε σιωπηλά. Ο δρόμος κυλούσε όλο και πιο αργά. Είχε περάσει ώρα από τότε που ο φιλότιμος οδηγός τούς περιμάζεψε από την ερημιά της Κατάρας για την Καλαμπάκα, μήπως βρουν ειδικό γιατρό. Μέχρι την Κατάρα είχαν κάνει ήδη τρεις ώρες δρόμο με τα πόδια από το χωριό, γιατί δεν υπήρχε οδική πρόσβαση. Τρεις ώρες στο δασικό μονοπάτι με το βρέφος στα χέρια. Μέρες τώρα δεν έλεγε να του πέσει ο πυρετός. Εκείνη περπατούσε με δυσκολία. Τα φάρμακα που της έδωσε πριν λίγες μέρες ο γιατρός στο διπλανό Μέτσοβο δεν ενίσχυσαν την αντοχή της. Κι έτυχε να αρρωστήσει και το μικρό. Το φορτηγό συνέχιζε το δρόμο του. Οι δύο άντρες δίπλα της έλεγαν αστεία, για να μείνει ξύπνιος ο οδηγός. Κι αν σταματούσαν, πώς να του το πει, τόσο αψύς που ήταν; Για ώρα οι λέξεις παρέμεναν σκέψεις στα χείλη της. Μέχρι που σταμάτησαν στη βρύση της Ανάληψης. «Κιρί φτσόρλου*», μπόρεσε μόνο να πει. Το μέγεθος του συμβάντος και η αγωνία για τον τρόπο επιστροφής στο χωριό με το νεκρό παιδί πάγωσαν το ξέσπασμα. Ενημέρωσαν τον οδηγό πως δεν θα συνέχιζαν μαζί τους. Εκείνος βγαίνοντας από τη δεκαετία του 40 είχε μάθει να διαβάζει πρόσωπα. «Αν ήξερα, δεν θα σας έβαζα με πεθαμένο παιδί στο αμάξι», τους είπε φεύγοντας, περισσότερο έχοντάς τον ζώσει τα φίδια των προλήψεων παρά θυμωμένος. Το ζευγάρι πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Ο Νικόλας, αφηγείτο δεκαετίες αργότερα η μάνα στον μοναδικό γιο που της έζησε, δηλητηριάστηκε από τα φάρμακα που της έδωσε ο γιατρός, γιατί δεν της είπε να σταματήσει τον θηλασμό. Έφταιγε όμως και το όνομα, καθώς φαίνεται. Ήταν ο τρίτος στη σειρά αδικοχαμένος με το ίδιο όνομα. Ο αδελφός του πεθερού της, σφαγμένος από ληστές. Ο κουνιάδος της αυτόχειρας στο ίδιο τους το σπίτι. Και τώρα το πρώτο της αγόρι. Κάθε χρόνο μνημόνευαν τ’ όνομά του στα τρισάγια, μαζί με τους άλλους δυο και τόσους ακόμη. Όμως δεν το ξανάδωσαν σε επόμενα παιδιά.

*«Έσβησε το αγόρι», στα βλάχικα.

1 σχόλιο: