Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Το σιωπηλό σύνορο, μυθιστόρημα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1995.


[Με αφορμή την επανέκδοση του μυθιστορήματος του Θ. Δ. Φραγκόπουλου «Τειχομαχία», σκέφτηκα να ανασύρω από το αρχείο μου μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Σιωπηλό σύνορο», την οποία δημοσίευσα στις 06-10-2001 στην εφημερίδα ΕΡΕΥΝΑ Τρικάλων. Για το βιβλίο είχα κάνει αρκετές συζητήσεις με τον συγγραφέα και την κοινή μας φίλη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Στην γόνιμη φιλία των τριών μας της δεκαετίας του 1990 αφιερώνεται τούτη η αναδημοσίευση.]




 Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αρκετά έντονη ερευνητική, συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα όσον αφορά στην δεκαετία του 40 από ιστορικούς κατά κύριο λόγο και από πεζογράφους κατά δεύτερο. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει ορισμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων που αναφέρονται σε αυτή την εποχή είναι η τόλμη τους να ασχοληθούν με πλέγματα θεμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν ταμπού ή ανάξια λόγου ή τέλος πάντων σκεπάζονταν από το βάρος της εποποιίας της εθνικής μας αντίστασης, πράγμα που δεν άφηνε ζωτικό χώρο σε αυτά. Έτσι ήταν αναμενόμενο να προκαλέσουν αίσθηση οι Βραδιές μπαλέτου του Α. Πανσέληνου, η Μητέρα του σκύλου του Π. Μάτεση και το πιο πρόσφατο Σιωπηλό σύνορο, βιβλίο που αποτελεί την κορύφωση της συγγραφικής ωριμότητας του Θ. Δ. Φραγόπουλου. Είναι στ΄ αλήθεια δύσκολο να παρουσιάσει κανείς με μια σχετική επάρκεια ένα βιβλίο που επιβάλλει διαδοχικές αναγνώσεις και εντυπωσιάζει με την αιρετικότητά του στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κατ’ αρχήν το μυθιστόρημα γράφτηκε τμηματικά, και τμηματικά δημοσιεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε περιοδικά στο διάστημα ανάμεσα στο 1959 και το 1992. (Παρόλα αυτά ο ρυθμός των κεφαλαίων είναι ενιαίος). Κατά δεύτερο λόγο ο συγγραφέας, χωρίς να γράφει ιστορικό μυθιστόρημα, παίζει (με τον αναγνώστη) με την ιδέα ότι άλλοτε γράφει μυθιστόρημα και άλλο ιστορία, από τη μια μεριά παραθέτοντας και κείμενα που έχουν τη μορφή μαρτυριών, πράγμα που γίνεται πολύ συνειδητά, και από την άλλη βαφτίζοντας τα πρόσωπα του έργου του με ονόματα τέτοια και περιγράφοντάς τα τόσο λεπτομερώς, που ακόμη και ένας ανυποψίαστος αναγνώστης ταυτίζει αμέσως πολλά από αυτά με γνωστά δημόσια πρόσωπα. Αλλά στο τελευταίο θα επανέλθουμε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φραγκόπουλος ασχολείται με την εποχή και με κάποια από τα πρόσωπά της. Θα παραπέμψουμε μόνο στο μυθιστόρημα Τειχομαχία, του οποίου κεντρικό πρόσωπο, υπαρκτό μάλιστα, είναι το πρόσωπο του οποίου αυτή τη φορά η απουσία αποτελεί και σημείο αναφοράς, χορηγός θα λέγαμε, του τελευταίου βιβλίου του, πρόκειται για τον νεαρό Κίτσο Μακρυγιάννη-Μαλτέζο, που εκτελέστηκε το 1944 από εαμίτες.

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για ενασχόληση με ένα κεντρικό πρόσωπο αλλά έχουμε την φιλοτέχνηση μιας τοιχογραφίας της δεκαετίας του 40, που απεικονίζει μια παρέα νέων ανθρώπων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, η οποία μέσα στις αντιξοότητες της Κατοχής βιώνει τη βιολογική και πνευματική της ωρίμανση.  Αυτό είναι συνάμα ένα από τα νέα στοιχεία που φέρνει ο συγγραφέας. Πέρα από τα πολιτικά και εθνικά γεγονότα της εποχής, υπάρχουν οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με ιδέες και επιθυμίες, οι οποίοι χωρίς να ζουν ανεξάρτητη από τα μεγάλα γεγονότα, δεν παύουν να έχουν και την ιδιωτική διάσταση, δεν είναι καρικατούρες της ιστορίας ούτε πάλι καρικατούρες στα χέρια του συγγραφέα πλάστη. Εδώ θα επανέλθουμε στο θέμα αν ταυτίζονται ή αν έχει νόημα να ταυτιστούν τα πρόσωπα του βιβλίου με υπαρκτά. Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο πλάστης τους. Αναγνωρίζει την αναγκαστική υποκειμενικότητα της μαρτυρίας του μεμονωμένου σκεπτόμενου ανθρώπου και την αυτονόμηση σε τελευταία ανάλυση των ηρώων από τον δημιουργό τους

Αυτό δικαιολογεί και την απουσία προσπάθειας συγκάλυψης γνωστών προσώπων πίσω από ψευδώνυμα. Αυτή ακριβώς η περιορισμένη αναβάπτιση θέλει να δείξει το βασανιστικό παιχνίδι μεταξύ της πραγματικότητας και της πρόσληψής της, δεν πρόκειται λοιπόν για προσπάθεια αναπαράστασης της πραγματικότητας άλλωστε ο συγγραφέας έχει δείξει στο παρελθόν, πως όταν το θεωρεί σκόπιμο, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ασχέτως αν συμφωνεί κανείς πάντα με αυτό.

Όπως γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά ο ίδιος, «μην αρχίσετε να αναρωτιόσαστε για άλλες ταυτότητες, εδώ δεν είναι μπλόκο ο αστυνομικό μήτε roman a clef,  που λένε οι Γάλλοι. Δεν υπάρχει καμιά ταυτότητα προς αποκάλυψη, εδώ δεν είναι η «Διάπλαση των Παίδων» με τα ψευδώνυμα και τις αποκαλύψεις της […] κάθε πρόσωπο που μπαίνει στην πεζογραφία […] έχει δύο υποστάσεις: εκείνη που ανταποκρίνεται στο πρότυπο που είδε, γνώρισε ,συναναστράφηκε ο συγγραφέας, και εκείνη που διαπλάθεται σιγά σιγά, μέσα στην ελικοειδή του εξέλιξη που είναι η διαδικασία της γραφής, του δημιουργικού γίγνεσθαι, που καμιά φορά παλεύει με τη βούληση του συγγραφέα, παίρνει μια στάση αντιπαλότητας μαζί του, ορμάει για να κατασπαράξει το ίδιο το πρότυπό του, του προσθέτει άλλα χαρακτηριστικά, καμιά φορά φτάνοντας μέχρι την τερατογονία.» Αυτό δεν λυτρώνει τον συγγραφέα από την αγωνία του για τα αποτελέσματα του έργου του: «Πάντα η σχηματοποίηση ήταν η ευκολότερη λύση,  μα κι αυτή τιμωρεί αλάνθαστα. Στο τέλος από τα αδέξιά σου χέρια βγαίνουν όχι πρόσωπα, όχι άνθρωποι που πάλλονται, ζουν, υφίστανται, μα κομμένες φιγούρες, άψυχες, αδέξια ψαλιδισμένες αφήνοντας απ’ έξω τη χάρη τους, τη ζωντάνια τους, την ανθρωπιά τους.

Το θέμα του βιβλίου είναι ,όπως ήδη αναφέρθηκε, ένας διάλογος του συγγραφέα με το παρελθόν, με μια εποχή και με τους ανθρώπους της, ένας από τους οποίους είναι ο ίδιος. Το πρόσωπο λοιπόν του συγγραφέα είναι διακριτό σε ολόκληρο το βιβλίο και μάλιστα σε δύο ρόλους. Στο πρόσωπο του Μάρκου, που είναι σύγχρονος στον γεγονότων και πάλι παρουσιάζεται ως μέτοχός τους ή ως στοχαζόμενος με μια χρονική απόσταση από αυτά, και στο πρόσωπο που κρατάει την τελική γραφίδα και έχει απέναντί του τον αναγνώστη.

Σε όλο το βιβλίο υπάρχει μία διαρκής κίνηση από τον χρόνο των γεγονότων στον χρόνο του αφηγητή, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, κυριαρχεί ένας στοχασμός για την ανάμνηση καθώς και η ίδια η ανάμνηση, και τα δύο ως αντανάκλαση ενός πράγματος ανύπαρκτου πλέον. Επίσης το μυθιστόρημα είναι διάσπαρτο με θεωρητικούς στοχασμούς για την τέχνη της συγγραφής, δείγμα των οποίων ήδη δώσαμε. Όπως είπαμε, το πολιτικό στοιχείο δεν απουσιάζει από το βιβλίο. Εκείνους που θα έσπευδαν να καταχωρίσουν τον συγγραφέα σε κάποιον πολιτικό χώρο, τους προλαβαίνει δική του κριτική τοποθέτηση απέναντι στην αριστερά αλλά συνάμα και απέναντι στη δεξιά: «Βέβαια ανήκαμε στη δεξιά, και αυτό μας εξασφάλιζε μιαν ασυλία από τον χίτικο οχετό που άρχιζε στην επαρχία κυρίως κι όλας να οργιάζει σε βάρος των αριστερών» (σ. 51).

Συνηθίζεται με το πέρασμα του χρόνου να μυθοποιεί και να εξιδανικεύει κανείς το παρελθόν. Ο Φραγκόπουλος ακολουθεί έναν αντίθετο δρόμο, της απομυθοποίησης, αφού πρώτα μακαρίσει εκείνους που είχαν την ευτυχία να ζήσουν σε εποχή μυθική δια τον μύθων, δηλαδή και τον Μάρκο της δεκαετίας του 40:  «Μακαρίζει κανείς εκείνους τους ανθρώπους που έζησαν σε καιρούς όπου ο μύθοι ανθοβολούν και ας οικτίρουμε εκείνους που ζουν στην εποχή που οι μύθοι πεθαίνουν. Όμως από όλους τους ανθρώπους, οι πιο αξιολύπητοι πρέπει να είναι εκείνοι που ζουν στην εποχή που αρχίζουν οι μύθοι να ξεφτίζουν, όταν φανερώνεται η γήρανσή τους, όταν αρχίζουν να φθείρονται το υφάδι και το στημόνι τους, δηλαδή η πίστη των ανθρώπων για το άφθαρτο της ποιότητάς τους και η λάμψη της πειστικότητάς τους. Στον τόπο μας είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάθε λίγο και κάποιον άλλο μύθο, μια που η φθορά είναι ταχεία και συνεχής. Μετέφηβοι της Κατοχής, όλοι εσείς που παραδοθήκατε ολόψυχα σε προδότες-μύθους, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ».

Αυτός τους προδότες μύθους ο Φραγκόπουλος μας εμπιστεύετε σαν σκυτάλη τρυφερά στο χέρι, σε ένα μυθιστόρημα εξίσου συγκινητικό και όμοιο σε προβληματισμό με την ταινία του Edgar Reitz «Η Δεύτερη Πατρίδα» - παρότι η τελευταία είναι κατοπινότερη ως προς τον χρόνο που εκτιλύσσετε η αφήγηση και το χρόνο της δημιουργίας της- και μάλιστα σε μια γλώσσα που θα έπρεπε να βάλει σε προβληματισμό τους νεότερους πεζογράφους.

 

Αγαθοκλής Αζέλης



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Πρόχειρες προ-επιγνώσεις

 

Αυγαταίνουνε οι βραβευμένοι ποιητές

Φιλοφρονήσεις ανταλλάσσουν στα φευγάτα

Ένα σαλόνι όλος ο κόσμος μια οθόνη

Ολημερίς ζυμώνουνε εκπλήξεις

Ολονυχτίς εισπράττουνε τα λάικ

Γοργά τη σκαρφαλώσαν την κορφή

Μυρμήγκι φαίνεται το πλήθος από κάτω

Καπάρωσαν μερίδιο στη θέωση

Δεν έχει από εκεί επιστροφή

 

A.A.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

 Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

Μέσα στην ευωδιά του πρωινού, τριγυρισμένος από τις ακτίνες της ουράνιας γαλανότητας, πορευόταν ένας νεαρός με κατεύθυνση βουνά που έγνεφαν κι ένιωθε την χαρούμενη καρδιά του να χτυπάει συντονισμένη με όλους τους παλμούς του κόσμου. Δίχως κινδύνους κι ελεύθερος ακολουθούσε τον δρόμο του ώρες πολλές διασχίζοντας το ανοιχτό τοπίο, μέχρι που άξαφνα, στην είσοδο ενός δάσους, τριγύρω του, κοντά και μακριά συνάμα, ακατανόητα, ήχησε μια φωνή: «Μην περάσεις αυτό το δάσος, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να διαπράξεις φόνο». Εμβρόντητος κοντοστάθηκε ο νεαρός, κοίταξε προς όλες τις πλευρές, και καθώς δεν φαινόταν κανένα ζωντανό πλάσμα, κατάλαβε πως του είχε μιλήσει ένα πνεύμα. Όμως η τόλμη του ξεσηκώθηκε αρνούμενη να υπακούσει σε μια τόσο σκοτεινή πρόσκληση κι επιβραδύνοντας μόνο λίγο το βήμα του, περπατούσε σταθερά προς τα εμπρός, αλλά με τεταμένες τις αισθήσεις, για να αντιληφθεί εγκαίρως τον άγνωστο εχθρό, που φαίνεται να του ανακοίνωσε εκείνη την προειδοποίηση. Κανέναν δεν συνάντησε, κανείς ύποπτος θόρυβος δεν έγινε αντιληπτός, κι ανενόχλητος ο νεαρός σύντομα βγήκε απ’ τη βαριά σκιά των δέντρων στο ξέφωτο. Κάτω από τα τελευταία μακριά κλαδιά κάθισε λίγο να ξεκουραστεί κι έστρεψε το βλέμμα του πέρα από ένα εκτεταμένο λιβάδι, προς τα βουνά, από τα οποία ξεχώριζε το καθαρό περίγραμμα μιας ακίνητης κορυφής ως τελευταίος υψηλός στόχος. Δεν πρόλαβε όμως να σηκωθεί ο νεαρός και για δεύτερη φορά ακούστηκε η ακατανόητη φωνή, τριγύρω του, κοντινή ταυτόχρονα κι απόμακρη, όμως ακόμη πιο αποτρεπτική από την πρώτη φορά: «Μην περάσεις αυτό το λιβάδι, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να φέρεις την καταστροφή στην πατρίδα σου.» Και τούτη τη νέα προειδοποίηση απαγόρευσε στον νεαρό να την υπακούσει η περηφάνια του, ναι, χαμογέλασε στον χειμαρρώδη λόγο, που κόμπαζε με μυστηριώδη νοήματα κι επιτάχυνε το βήμα του, αβέβαιος μέσα του αν φτέρωνε τον βηματισμό του ανυπομονησία ή ανησυχία. Υγρή βραδινή ομίχλη άχνιζε στην πεδιάδα, όταν τελικά στάθηκε μπροστά στο πέτρινο τοίχωμα, που λογάριαζε να υπερνικήσει. Όμως δεν πρόλαβε να πατήσει τη γυμνή πέτρα κι ακούστηκε τριγύρω του, ακατανόητα, κοντά και μακριά συνάμα, πιο απειλητικά από πριν: «Μη συνεχίσεις, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να υποστείς τον θάνατο.» Τότε ο νεαρός άφησε ένα πολύ δυνατό γέλιο στον αέρα και συνέχισε δίχως δισταγμό και χωρίς βιασύνη την πορεία του. Όσο περισσότερο τον ζάλιζε το μονοπάτι που τον οδηγούσε ψηλά, τόσο πιο ελεύθερα ένιωθε το στέρνο του να ανοίγει και στην κορυφή που με θάρρος σκαρφάλωσε, πύρωνε η τελευταία λάμψη της ημέρας το κεφάλι του. «Να ’μαι!» φώναξε με φωνή λυτρωμένη. «Αν ήταν δοκιμασία, καλό ή κακό πνεύμα, τότε την πέρασα με επιτυχία. Κανένας φόνος δεν βαραίνει την ψυχή μου, άθικτη γλυκοκοιμάται η αγαπημένη πατρίδα, κι εγώ ζω. Κι όποιος και να ’σαι, είμαι πιο δυνατός από σένα, γιατί δεν σε πίστεψα και καλά έκανα.»

Τότε ξετυλίχτηκε σαν καταιγίδα που ξεκίνησε από τα πιο απόμακρα μέρη και πλησίαζε όλο και πιο κοντά: «Νεαρέ, γελιέσαι!» και η δύναμη της βροντής έριξε κάτω τον διαβάτη.

Εκείνος όμως ξάπλωσε κατά μήκος της στενής κορυφογραμμής, σαν να είχε την πρόθεση να αναπαυτεί εδώ, και με μια ειρωνική σύσπαση της άκρης των χειλιών του είπε σαν να μονολογούσε: «Μήπως έκανα στ’ αλήθεια κανέναν φόνο και δεν το πήρα είδηση;»

Και βούιξε τριγύρω του: «Το απρόσεκτο βήμα σου ποδοπάτησε ένα σκουλήκι.»

Αδιάφορα απάντησε ο νεαρός: «Λοιπόν, δεν μου μίλησε ούτε καλό ούτε κακό πνεύμα, αλλά ένα αστείο πνεύμα. Δεν ήξερα ότι κυκλοφορεί και τέτοιο πράγμα στον αέρα, γύρω από μας τους θνητούς!»

Τότε βρόντηξε τριγύρω στο χλωμό λυκόφως του υψώματος: «Δεν είσαι λοιπόν ο ίδιος με εκείνον που σήμερα το πρωί ένιωθε την καρδιά του να χτυπά στον ίδιο ρυθμό με όλους τους παλμούς του κόσμου, που σου φαινόταν περιορισμένη μια ζωή που από τη χαρά και τη φρίκη της τίποτε δεν φτάνει στην αναίσθητη ψυχή σου;»

«Αν εννοείται έτσι το πράγμα» αποκρίθηκε ο νεαρός ζαρώνοντας το μέτωπο, «τότε είμαι εκατοντάδες και χιλιάδες φορές ένοχος. Όπως κι άλλοι θνητοί, που το απρόσεκτο βήμα τους εξοντώνει αμέτρητα μικρά όντα ξανά και ξανά, δίχως κακή πρόθεση.»

«Για ένα από αυτά προειδοποιήθηκες όμως. Ξέρεις για ποιον σκοπό ήταν ταγμένο το συγκεκριμένο σκουλήκι στην ατέρμονη πορεία του γίγνεσθαι και των συμβάντων;»

Με χαμηλωμένο το κεφάλι αποκρίθηκε ο νεαρός: «Καθώς δεν το ξέρω ούτε μπορώ να το ξέρω αυτό, ας σου εξομολογηθώ ταπεινά ότι στην πορεία μου μέσα στο δάσος, ανάμεσα σε πολλούς άλλους φόνους έκανα κι εκείνον ακριβώς που είχες τη θέληση να εμποδίσεις. Όμως είμαι στ’ αλήθεια περίεργος να μάθω, πώς κατόρθωσα στη διαδρομή μου στα λιβάδια να προξενήσω κακό στην πατρίδα μου.»

«Είδες την πολύχρωμη πεταλούδα», ρώτησε ένας ψίθυρος τριγύρω του, «νεαρέ, που πετάρισε για λίγο στα δεξιά σου;»

«Πολλές είδα, κι εκείνην που ίσως εννοείς.»

«Πολλές είδες! Μερικές τις έβγαλε από τον δρόμο τους η πνοή των χειλιών σου· όμως αυτήν που εννοώ, την κυνήγησε η άγρια αναπνοή σου ανατολικά και φτεροκόπησε μίλια μακριά, όλο και πιο μακριά, μέχρι που πέρασε τα χρυσά κάγκελα που περιφράζουν τον βασιλικό κήπο. Όμως από αυτήν την πεταλούδα θα κατάγεται η κάμπια που μες στη χρονιά θα συρθεί ένα καλοκαιρινό απόγευμα στον λευκό αυχένα της νεαρής βασίλισσας και θα την ξυπνήσει τόσο απότομα από τον γλυκό της ύπνο, που η καρδιά της θα παγώσει στο σώμα της και θα χάσει τον καρπό της κοιλιάς της. Κι αντί για τον κανονικό γόνο, που έχασε με δόλο τη ζωή του, θα κληρονομήσει το βασίλειο ο αδελφός του βασιλιά· ύπουλος, διεφθαρμένος και φριχτός καθώς είναι φτιαγμένος, θα ρίξει τον λαό σε απελπισία, αγανάκτηση και τελικά, για να σωθεί ο ίδιος, στη δίνη του πολέμου, που θα φέρει ανυπολόγιστη καταστροφή στην αγαπημένη σου πατρίδα. Για όλα αυτά δεν ευθύνεται κανείς άλλος από εσένα, νεαρέ, που η άγρια πνοή σου οδήγησε την πολύχρωμη πεταλούδα εκείνου του λιβαδιού ανατολικά και πέρασε τα χρυσά κάγκελα και κατέληξε στον κήπο του βασιλιά.»

Ο νεαρός σήκωσε τους ώμους: «Ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν όπως τα προβλέπεις, αόρατο πνεύμα, πώς θα μπορούσα να το αρνηθώ, αφού στη γη πάντα το ένα είναι επακόλουθο του άλλου, συχνά μάλιστα κάτι τρομερό προέρχεται από κάτι ασήμαντο και κάτι ασήμαντο από κάτι τρομερό; Όμως τι μπορεί να με παρακινήσει να εμπιστευτώ ακριβώς αυτή την προφητεία, όταν δεν εκπληρώθηκε η άλλη, που με απειλούσε με τον θάνατό μου για το σκαρφάλωμα στον βράχο;»

«Όποιος ανέβηκε εδώ πάνω», ήχησε γύρω του τρομακτικά, «πρέπει και να ξανακατέβει, εάν επιθυμεί να συνεχίσει να περιφέρεται ανάμεσα στους ζωντανούς. Το έχεις σκεφτεί;»

Τότε ο νεαρός σηκώθηκε απότομα, σαν να είχε την πρόθεση να πάρει αμέσως τον σωτήριο δρόμο της επιστροφής. Όμως όταν αντιλήφθηκε με αιφνίδια φρίκη την αδιαπέραστη νύχτα που τον περιέβαλλε, αντιλήφθηκε ότι για ένα τέτοιο παράτολμο ξεκίνημα χρειαζόταν φως· και για να είναι βέβαιος ότι θα είχε καθαρές αισθήσεις το πρωί, ξάπλωσε ξανά στη στενή βουνοκορφή κι επιθύμησε με πάθος έναν δυναμωτικό ύπνο. Όμως όσο κι αν έμενε ξαπλωμένος ακίνητος, οι σκέψεις και οι αισθήσεις του έμεναν ξύπνιες και τα κουρασμένα βλέφαρα ανοιχτά, κι ανατριχιαστικά προαισθήματα διαπερνούσαν την καρδιά και τις φλέβες του. Το ιλιγγιώδες βάραθρο έρχονταν ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια του, αυτό που ήταν ο μοναδικός δρόμος επιστροφής στη ζωή· αυτός, που πάντα ήταν βέβαιος για τα βήματά του, ένιωθε να ζυμώνονται στην ψυχή του άγνωστες μέχρι τότε αμφιβολίες και να τον διαπερνούν επώδυνα, μέχρι που δεν μπορούσε πια να τις αντέξει και αποφάσισε να τολμήσει αμέσως το αναπόφευκτο, παρά να περιμένει τη μέρα βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα. Και ξανά σηκώθηκε για την αλαζονική του προσπάθεια, δίχως την ευλογία του φωτός, μόνο με το ψηλαφητό του βήμα να ελέγξει τον επικίνδυνο δρόμο. Δεν πρόλαβε όμως να πατήσει το πόδι του στο σκοτάδι και συνειδητοποίησε σαν μια οριστική ετυμηγορία, ότι πολύ σύντομα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η προφητεία για το πεπρωμένο του. Και με θλιμμένη οργή φώναξε στον αέρα: «Αόρατο πνεύμα που με προειδοποίησες τρεις φορές, που δεν σε πίστεψα τρεις φορές και τώρα υποκλίνομαι μπροστά σου ως τον ισχυρότερο -πριν με καταστρέψεις, πες μου ποιος είσαι.»

Κι ακούστηκε να διαπερνά τη νύχτα ασφυκτικά κοντά κι ανεξιχνίαστα μακριά συνάμα η φωνή: «Κανένας θνητός δεν με έχει γνωρίσει μέχρι τώρα, κι ονόματα έχω πολλά. Πεπρωμένο με ονομάζουν οι δεισιδαίμονες, οι τρελοί σύμπτωση και οι ευσεβείς θεό. Όμως γι’ αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους σοφό, είμαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν.»

«Τότε σου δίνω την κατάρα μου την τελευταία μου στιγμή», φώναξε ο νεαρός, με την πίκρα του θανάτου στην καρδιά. «Γιατί, αν είσαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν, τότε έπρεπε να γίνουν όλα όπως έγιναν, τότε έπρεπε να διασχίσω το δάσος για να διαπράξω έναν φόνο, έπρεπε να βαδίσω σε αυτό το λιβάδι για να καταστρέψω την πατρίδα μου, έπρεπε να σκαρφαλώσω στον βράχο για να βρω την κάθοδό μου -παρά την προειδοποίησή σου. Γιατί λοιπόν ήμουν καταδικασμένος να την ακούσω, τρεις φορές, αφού δεν θα με ωφελούσε σε τίποτα; Έπρεπε να γίνει κι αυτό; Και γιατί, ω ύψιστη ειρωνεία, να πρέπει ακόμη και την τελευταία μου στιγμή να σου κλαψουρίσω το αδύναμο γιατί μου;»

Τότε έφτασε στον νεαρό, σαν να απλωνόταν στα άκρα του αόρατου ουρανού, βαρύ από φοβερή απάντηση και σοβαρό, ένα ακατανόητο γέλιο. Όμως καθώς προσπαθούσε να αφουγκραστεί στο βάθος, παραπάτησε κι έχασε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του· κι έπεσε λοιπόν στον γκρεμό, βαθύτερο από εκατομμύρια γκρεμούς -σε ένα σκοτάδι, που μέσα του παραμόνευαν όλες οι νύχτες που ήρθαν και θα έρθουν από την πρώτη αρχή μέχρι το τέλος των κόσμων.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Κτέρισμα

Όταν μοιράστηκε στα δυο η οικοσκευή

Του δόθηκε η άνεση να πάρει και να φύγει

Ερήμην

Μερόνυχτα ξεδιάλεγε διστακτικά

Μα πάλι τα επέστρεφε στη θέση τους

Η μετακόμιση ολοκληρώθηκε εγκαίρως

Μ΄ ένα δικό της μόνο αναμνηστικό στο χέρι

και την αλμύρα του ύστερου γιαλού

Το ανάλαφρο μαγιώ της να λευκαίνει

Σποραδικά το ανέσυρε το κτέρισμα

Και πίσω πάλι διπλωμένο στο συρτάρι

Ώσπου ξεχείλωσε το λάστιχο

Κι έγινε η σκιά σκιά του εαυτού της

Η ίδια η απώλεια κατολισθαίνοντας

Σκεπάζοντας τον χρόνο με προσχώσεις