[Με αφορμή την επανέκδοση του μυθιστορήματος του Θ. Δ. Φραγκόπουλου «Τειχομαχία», σκέφτηκα να ανασύρω από το αρχείο μου μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Σιωπηλό σύνορο», την οποία δημοσίευσα στις 06-10-2001 στην εφημερίδα ΕΡΕΥΝΑ Τρικάλων. Για το βιβλίο είχα κάνει αρκετές συζητήσεις με τον συγγραφέα και την κοινή μας φίλη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Στην γόνιμη φιλία των τριών μας της δεκαετίας του 1990 αφιερώνεται τούτη η αναδημοσίευση.]
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αρκετά έντονη ερευνητική, συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα όσον αφορά στην δεκαετία του 40 από ιστορικούς κατά κύριο λόγο και από πεζογράφους κατά δεύτερο. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει ορισμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων που αναφέρονται σε αυτή την εποχή είναι η τόλμη τους να ασχοληθούν με πλέγματα θεμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν ταμπού ή ανάξια λόγου ή τέλος πάντων σκεπάζονταν από το βάρος της εποποιίας της εθνικής μας αντίστασης, πράγμα που δεν άφηνε ζωτικό χώρο σε αυτά. Έτσι ήταν αναμενόμενο να προκαλέσουν αίσθηση οι Βραδιές μπαλέτου του Α. Πανσέληνου, η Μητέρα του σκύλου του Π. Μάτεση και το πιο πρόσφατο Σιωπηλό σύνορο, βιβλίο που αποτελεί την κορύφωση της συγγραφικής ωριμότητας του Θ. Δ. Φραγόπουλου. Είναι στ΄ αλήθεια δύσκολο να παρουσιάσει κανείς με μια σχετική επάρκεια ένα βιβλίο που επιβάλλει διαδοχικές αναγνώσεις και εντυπωσιάζει με την αιρετικότητά του στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κατ’ αρχήν το μυθιστόρημα γράφτηκε τμηματικά, και τμηματικά δημοσιεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε περιοδικά στο διάστημα ανάμεσα στο 1959 και το 1992. (Παρόλα αυτά ο ρυθμός των κεφαλαίων είναι ενιαίος). Κατά δεύτερο λόγο ο συγγραφέας, χωρίς να γράφει ιστορικό μυθιστόρημα, παίζει (με τον αναγνώστη) με την ιδέα ότι άλλοτε γράφει μυθιστόρημα και άλλο ιστορία, από τη μια μεριά παραθέτοντας και κείμενα που έχουν τη μορφή μαρτυριών, πράγμα που γίνεται πολύ συνειδητά, και από την άλλη βαφτίζοντας τα πρόσωπα του έργου του με ονόματα τέτοια και περιγράφοντάς τα τόσο λεπτομερώς, που ακόμη και ένας ανυποψίαστος αναγνώστης ταυτίζει αμέσως πολλά από αυτά με γνωστά δημόσια πρόσωπα. Αλλά στο τελευταίο θα επανέλθουμε.
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φραγκόπουλος ασχολείται
με την εποχή και με κάποια από τα πρόσωπά της. Θα παραπέμψουμε μόνο στο
μυθιστόρημα Τειχομαχία, του οποίου κεντρικό πρόσωπο, υπαρκτό μάλιστα, είναι το
πρόσωπο του οποίου αυτή τη φορά η απουσία αποτελεί και σημείο αναφοράς, χορηγός
θα λέγαμε, του τελευταίου βιβλίου του, πρόκειται για τον νεαρό Κίτσο Μακρυγιάννη-Μαλτέζο,
που εκτελέστηκε το 1944 από εαμίτες.
Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για ενασχόληση με ένα
κεντρικό πρόσωπο αλλά έχουμε την φιλοτέχνηση μιας τοιχογραφίας της δεκαετίας
του 40, που απεικονίζει μια παρέα νέων ανθρώπων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους,
η οποία μέσα στις αντιξοότητες της Κατοχής βιώνει τη βιολογική και πνευματική
της ωρίμανση. Αυτό είναι συνάμα ένα από
τα νέα στοιχεία που φέρνει ο συγγραφέας. Πέρα από τα πολιτικά και εθνικά
γεγονότα της εποχής, υπάρχουν οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με ιδέες και
επιθυμίες, οι οποίοι χωρίς να ζουν ανεξάρτητη από τα μεγάλα γεγονότα, δεν
παύουν να έχουν και την ιδιωτική διάσταση, δεν είναι καρικατούρες της ιστορίας
ούτε πάλι καρικατούρες στα χέρια του συγγραφέα πλάστη. Εδώ θα επανέλθουμε στο
θέμα αν ταυτίζονται ή αν έχει νόημα να ταυτιστούν τα πρόσωπα του βιβλίου με
υπαρκτά. Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο πλάστης τους. Αναγνωρίζει την
αναγκαστική υποκειμενικότητα της μαρτυρίας του μεμονωμένου σκεπτόμενου ανθρώπου
και την αυτονόμηση σε τελευταία ανάλυση των ηρώων από τον δημιουργό τους
Αυτό δικαιολογεί και την απουσία προσπάθειας συγκάλυψης
γνωστών προσώπων πίσω από ψευδώνυμα. Αυτή ακριβώς η περιορισμένη αναβάπτιση
θέλει να δείξει το βασανιστικό παιχνίδι μεταξύ της πραγματικότητας και της
πρόσληψής της, δεν πρόκειται λοιπόν για προσπάθεια αναπαράστασης της
πραγματικότητας άλλωστε ο συγγραφέας έχει δείξει στο παρελθόν, πως όταν το θεωρεί
σκόπιμο, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ασχέτως αν συμφωνεί κανείς πάντα με
αυτό.
Όπως γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά ο ίδιος, «μην
αρχίσετε να αναρωτιόσαστε για άλλες ταυτότητες, εδώ δεν είναι μπλόκο ο
αστυνομικό μήτε roman
a clef,
που λένε οι Γάλλοι. Δεν υπάρχει καμιά ταυτότητα προς αποκάλυψη, εδώ δεν
είναι η «Διάπλαση των Παίδων» με τα ψευδώνυμα και τις αποκαλύψεις της […] κάθε
πρόσωπο που μπαίνει στην πεζογραφία […] έχει δύο υποστάσεις: εκείνη που
ανταποκρίνεται στο πρότυπο που είδε, γνώρισε ,συναναστράφηκε ο συγγραφέας, και
εκείνη που διαπλάθεται σιγά σιγά, μέσα στην ελικοειδή του εξέλιξη που είναι η
διαδικασία της γραφής, του δημιουργικού γίγνεσθαι, που καμιά φορά παλεύει με τη
βούληση του συγγραφέα, παίρνει μια στάση αντιπαλότητας μαζί του, ορμάει για να
κατασπαράξει το ίδιο το πρότυπό του, του προσθέτει άλλα χαρακτηριστικά, καμιά
φορά φτάνοντας μέχρι την τερατογονία.» Αυτό δεν λυτρώνει τον συγγραφέα από την
αγωνία του για τα αποτελέσματα του έργου του: «Πάντα η σχηματοποίηση ήταν η ευκολότερη
λύση, μα κι αυτή τιμωρεί αλάνθαστα. Στο
τέλος από τα αδέξιά σου χέρια βγαίνουν όχι πρόσωπα, όχι άνθρωποι που πάλλονται,
ζουν, υφίστανται, μα κομμένες φιγούρες, άψυχες, αδέξια ψαλιδισμένες αφήνοντας
απ’ έξω τη χάρη τους, τη ζωντάνια τους, την ανθρωπιά τους.
Το θέμα του βιβλίου είναι ,όπως ήδη αναφέρθηκε, ένας
διάλογος του συγγραφέα με το παρελθόν, με μια εποχή και με τους ανθρώπους της,
ένας από τους οποίους είναι ο ίδιος. Το πρόσωπο λοιπόν του συγγραφέα είναι
διακριτό σε ολόκληρο το βιβλίο και μάλιστα σε δύο ρόλους. Στο πρόσωπο του Μάρκου,
που είναι σύγχρονος στον γεγονότων και πάλι παρουσιάζεται ως μέτοχός τους ή ως
στοχαζόμενος με μια χρονική απόσταση από αυτά, και στο πρόσωπο που κρατάει την
τελική γραφίδα και έχει απέναντί του τον αναγνώστη.
Σε όλο το βιβλίο υπάρχει μία διαρκής κίνηση από τον
χρόνο των γεγονότων στον χρόνο του αφηγητή, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος,
κυριαρχεί ένας στοχασμός για την ανάμνηση καθώς και η ίδια η ανάμνηση, και τα
δύο ως αντανάκλαση ενός πράγματος ανύπαρκτου πλέον. Επίσης το μυθιστόρημα είναι
διάσπαρτο με θεωρητικούς στοχασμούς για την τέχνη της συγγραφής, δείγμα των
οποίων ήδη δώσαμε. Όπως είπαμε, το πολιτικό στοιχείο δεν απουσιάζει από το
βιβλίο. Εκείνους που θα έσπευδαν να καταχωρίσουν τον συγγραφέα σε κάποιον
πολιτικό χώρο, τους προλαβαίνει δική του κριτική τοποθέτηση απέναντι στην
αριστερά αλλά συνάμα και απέναντι στη δεξιά: «Βέβαια ανήκαμε στη δεξιά, και
αυτό μας εξασφάλιζε μιαν ασυλία από τον χίτικο οχετό που άρχιζε στην επαρχία
κυρίως κι όλας να οργιάζει σε βάρος των αριστερών» (σ. 51).
Συνηθίζεται με το πέρασμα του χρόνου να μυθοποιεί και
να εξιδανικεύει κανείς το παρελθόν. Ο Φραγκόπουλος ακολουθεί έναν αντίθετο
δρόμο, της απομυθοποίησης, αφού πρώτα μακαρίσει εκείνους που είχαν την ευτυχία
να ζήσουν σε εποχή μυθική δια τον μύθων, δηλαδή και τον Μάρκο της δεκαετίας του
40: «Μακαρίζει κανείς εκείνους τους
ανθρώπους που έζησαν σε καιρούς όπου ο μύθοι ανθοβολούν και ας οικτίρουμε
εκείνους που ζουν στην εποχή που οι μύθοι πεθαίνουν. Όμως από όλους τους
ανθρώπους, οι πιο αξιολύπητοι πρέπει να είναι εκείνοι που ζουν στην εποχή που
αρχίζουν οι μύθοι να ξεφτίζουν, όταν φανερώνεται η γήρανσή τους, όταν αρχίζουν
να φθείρονται το υφάδι και το στημόνι τους, δηλαδή η πίστη των ανθρώπων για το
άφθαρτο της ποιότητάς τους και η λάμψη της πειστικότητάς τους. Στον τόπο μας
είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάθε λίγο και κάποιον άλλο μύθο, μια που η φθορά
είναι ταχεία και συνεχής. Μετέφηβοι της Κατοχής, όλοι εσείς που παραδοθήκατε
ολόψυχα σε προδότες-μύθους, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ».
Αυτός τους προδότες μύθους ο Φραγκόπουλος μας
εμπιστεύετε σαν σκυτάλη τρυφερά στο χέρι, σε ένα μυθιστόρημα εξίσου συγκινητικό
και όμοιο σε προβληματισμό με την ταινία του Edgar Reitz «Η
Δεύτερη Πατρίδα» - παρότι η τελευταία είναι κατοπινότερη ως προς τον χρόνο που
εκτιλύσσετε η αφήγηση και το χρόνο της δημιουργίας της- και μάλιστα σε μια
γλώσσα που θα έπρεπε να βάλει σε προβληματισμό τους νεότερους πεζογράφους.
Αγαθοκλής Αζέλης
