Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Κώστας Μαυρουδής,_Ο-Χ._είπε. Πεζά κείμενα, Κίχλη, Αθήνα 2026.

«Επιστρεψιμότητα ή Χριστούγεννα στο Ζάλτσμπουργκ

[…]  Τελείωσε η μεγάλη λειτουργία. / Απ’ το ναό βγαίνει το ζεύγος Στάντλερ / επαναλαμβάνοντας ανάστροφα την πρωινή πορεία από το / σπίτι. Πρωινό στην κουζίνα. / Το γάλα, πλάγιος πίδακας, επιστρέφει στη φιάλη του, / τα δημητριακά γυρίζουν στη συσκευασία της Νεστλέ. / Με τις πιτζάμες του ο σύζυγος / βαδίζει ανάποδα προς το κρεβάτι / όπου εκείνη, μια στουμπουλή φιγούρα απ΄το Νότο / (από τη Βέρτερζεε συγκεκριμένα), / ήδη κοιμάται με το στόμα ανοιχτό, / αυθεντικό ειδύλλιο της πλήξης. […] Όμως, για να μιλάμε σοβαρά, / άσημο πανδοχείο, /  κανείς, αν εξαιρέσουμε τα τρικ του σινεμά, / δεν επιστρέφει με την πλάτη. / κανείς δεν ξαναβρίσκει / την παλιά του θέση. / Η πόλη ας υπόσχεται ό,τι θέλει, / ας έχει ασημένιους ήχους / στη μνήμη του ο δρόμος. / Στο παγωμένο Ζάλτσμπουργκ ή αλλού, / Χριστούγεννα ή όχι, / όλα / στο / μέλλον / προχωρούν. / Σε / μια / κατεύθυνση / βαδίζουμε, / Zum / Jungen / Fuchs, / στην / ίδια / ευθεία / όλοι / πάμε.»

 

Με αυτές τις επιλεγμένες σκέψεις-στίχους αναμετριέται ο Κώστας Μαυρουδής αναστοχαζόμενος την λειτουργία του χρόνου, στο αναφερόμενο ποίημα της ποιητικής του συλλογής «Τέσσερις εποχές», το 2010. Στο νέο του βιβλίο, επιχειρεί μια αντίστροφη προσέγγιση του χρόνου, παρηγορητική σε μεγάλο βαθμό, καθώς επιστρέφει στο παρελθόν, σε διάφορες εκφάνσεις και ψηφίδες του, για την ακρίβεια αφήνοντας να αναδυθούν από την αφάνεια της λήθης στιγμιότυπα, τα οποία προφανώς θεωρεί σημαντικά μέσα στην επίφαση της περιπτωσιολογίας, τα συνδέει με άλλα και τα φέρνει στο φως ως οργανωμένες νοηματικές ενότητες. Γιατί όμως; Ιδού ένα εύλογο ερώτημα. Για να σώσει από την οριστική λήθη γεγονότα, εμπειρίες ή αναγνώσματα του παρελθόντος; -Αυτό θα ήταν μάλλον περιφερειακός στόχος για ένα σημαντικό βιβλίου σπουδαίου συγγραφέα.- Ή μήπως για να μας δείξει ότι εκτός και πριν από το σύγχρονο διαδίκτυο, μορφή και λειτουργία δικτύου έχει σύμπας ο κόσμος της ανθρώπινης πνευματικής δημιουργίας αλλά και ζωής;

Πριν προχωρήσουμε στη σκέψη, ας ασχοληθούμε με ορισμένα «εξωτερικά- χαρακτηριστικά του βιβλίου, τα οποία ίσως μας βοηθήσουν στην διείσδυση σε πιο σύνθετα εσωτερικά.

Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο και την σύντομη περίληψη-ταυτότητα του βιβλίου στο οπισθόφυλο. Είναι εμφανές ή αποτελεί εύλογη εικασία, ότι ο συγγραφέας επινοεί ένα πρόσωπο, τον Χ., του οποίου τις σκέψεις διαμεσολαβεί, σκέψεις τις οποίες δεν είχε δημοσιεύσει. «Το αποτέλεσμα -διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο- είναι ένα μωσαϊκό από μικρές ιστορίες, ποιήματα και αφορισμούς, με τρία κυρίως χαρακτηριστικά: τον στοχασμό, τις αναγνωστικές μνήμες και την επίμονη αναδρομή στο παρελθόν. Ανασύροντας την αφηγηματική ύλη από τις πιο απρόσμενες κρύπτες, ο συγγραφέας επικυρώνει την άποψη ότι »ο μόνος παράδεισος απ’ όπου δεν γίνεται να εκδιωχθούμε είναι η μνήμη«.»

Στο καλαίσθητο εξώφυλλο βλέπουμε τα κάτω άκρα ανδρικών ποδιών σε κομψά ραφτά υποδήματα, το ένα από τα οποία δείχνει λευκό και το άλλο σκιασμένο-διαγραμμισμένο. Να αποτολμήσουμε την υπόθεση ότι γεγονός και μνήμη συμβαδίζουν παράλληλα, ή πρόκειται για ιδιαιτέρως τολμηρή σκέψη; Το μότο μάς προϊδεάζει για το περιεχόμενο. Προέρχεται από την πένα του Μπρούνο Σουλτς και συντομευμένα αναφέρει ότι οι ήρωες πλέον θα έχουν λακωνικούς ρόλους. «Συχνά θα μπούμε στον κόπο να τους φέρουμε στη ζωή για μια και μόνη στιγμή, για μια χειρονομία, για μια λέξη». Αυτό επιβεβαιώνεται σε όλη την έκταση του βιβλίου. Στα Διευκρινιστικά (εισαγωγικά σχόλια) διαφαίνεται η προαναφερθείσα ποικιλότροπη προσπάθεια του συγγραφέα να μισο-κρυφτεί πίσω από την προσωπικότητα ενός άλλου ανθρώπου, ενώ φαίνεται ότι κεντρικός ήρωας είναι το ίδιο το αφηγηματικό υποκείμενο, ο συγγραφέας. Τέλος η ύλη του βιβλίου διακρίνεται σε επτά νοηματικές ενότητες.

Είναι δύσκολο εγχείρημα να επιχειρήσει κανείς να ομαδοποιήσει τις θεματικές, τις προσεγγίσεις, τις οπτικές γωνίες του βιβλίου -ίσως θα μπορούσε να το κάνει κάποιος ικανότερος από την ταπεινότητά μου-, καθώς πρόκειται για μωσαϊκό του οποίου κάθε ψηφίδα έχει μοναδική αξία ως μονάδα και συνάμα συναποτελεί μέρος ενός αδιατάρακτου οργανικού συνόλου, του οποίου η ομοιόσταση κινδυνεύει, αν μιλήσει κανείς γενικευτικά. Όποιος επιθυμεί να κατανοήσει περί τίνος πρόκειται, πρέπει να διαβάσει προσεκτικά το βιβλίο, αρκετές φορές, από την αρχή μέχρι το τέλος.  Αυτό που μπορεί να προσφέρει κανείς ως περαιτέρω αντιπροσωπευτικά στοιχεία ταυτότητας του βιβλίου, είναι η αναφορά μερικών χαρακτηριστικών στοχασμών ή διατυπώσεων, που του έκαναν εντύπωση:

«»Για τα απόμακρα γεγονότα μιλάμε περισσότερο με τη γνώση ότι έχουν συμβεί παρά με τη βέβαιη εικόνα τους. Ανακαλώ συχνά τον παλιό κόσμο. Μπορεί να μην ξαναβρίσκω τη γλώσσα και τις σκέψεις εκείνου που υπήρξα, αλλά οι φίλοι, τα ταξίδια, οι αναγνώσεις μας είχαν χαρακτήρα μύησης και ισόβιου θαύματος. Υπήρχαν στιγμές που μπορούσα να βαδίσω πάνω στο νερό«, είπε ο Χ. τονίζοντας […] την ανεκτίμητη ασφάλεια εκείνων των χρόνων.» (σ. 53).

«Δεσμώτης στο κελί των κριτηρίων μου» (σ. 58).

«Η δοσοληψία με το έργο είναι σχέση για την οποία ξεκινάς μόνος και φτάνεις μόνος. Αν κάποιος δίπλα σου ψιθυρίσει: »Τι ωραία πράγματα συμβαίνουν εδώ«, δεν σε αφορά. Έχει κάτι εντελώς διαφορετικό στο μυαλό του!» (σ. 64).

«Το βιβλίο που διαβάζεις είναι δικό μου· αν όμως το διαβάζεις λάθος, αρχίζει να σου ανήκει» (σ. 65).

«Οι φόβοι μου μ’ έκαναν να νομίζω πως έρωτες σαν τον δικό μας ήταν σπάνιοι, γιατί δεν ξέραμε πως ο έρωτας είναι σαν την ποίηση και ότι όλοι οι εραστές, ακόμα και οι μετριότεροι, νομίζουν πως καινοτομούν!» (σ. 67).

«Σας ακολούθησα στον Ηλεκτρικό, στα ταμεία που το μάρμαρό τους, -θυμάσαι;- είχε αυλάκια από τα κάθετα κέρματα που έσερναν, περιμένοντας, οι επιβάτες.» (σ. 80).

«… η σοβαρά άρρωστη μητέρα μου, τριάντα μόλις ετών …έμενε με την αδελφή της στον τρίτο όροφο του ξενοδοχείου Ευρώπη. […]  Ήταν τυφλή πια […] Ένα απόγευμα η θεία Υβόννη […] είδε να αποβιβάζεται ο πατέρας μου με μια μικρή βαλίτσα στο χέρι. Είχε φτάσει χωρίς καμιά ειδοποίηση απ’ την επαρχία. Η θεία μου μπήκε εσπευσμένα στο δωμάτιο και ανακοίνωσε την άφιξη. »Η μητέρα σου«, μου είπε μετά από πολλά χρόνια, »σηκώθηκε ανήσυχη απ’ το κρεβάτι και προχώρησε σημειωτόν μέχρι τον καθρέφτη του μπάνιου. Χωρίς να πει τίποτε, άρχισε να ψηλαφεί τη γυάλινη εταζέρα ψάχνοντας να βρει το κραγιόν της«.» (σ. 93).

«Ο τόπος όπου γεννιέσαι είναι μια ομηρία». (σ. 111).

«Το παιδί είναι ο απόλυτος ακτήμων. Τίποτε απ' ό,τι κατέχει δεν θα διαρκέσει. Ο χρόνος είναι η βιβλική ποινή, η ενηλικίωση, η έκτισή της. Κάθε παιδί εμπεριέχει την ήττα του: εκκολάπτει εν αγνοία του έναν ξένο, στον οποίον θα παραδοθεί χωρίς πολιορκία. Έχει προσυναφθεί ερήμην του η μεταξύ τους συμφωνία. Πετώντας στην άκρη τα πάντα (την άγνοια, τη φωνή του, τις περιέργειες για τον κόσμο), θα γίνει το αρχείο των μεταβολών του, οι ακούσιοι άλλοι που το διαδέχονται. Καμιά κυριότητα δεν είναι πιο προσωρινή απ' την παιδική.» (σ. 129).

Αυτό που γράψαμε παλιότερα για το εμβληματικό «Αλάτι του Bad Ischl»ίσχύει και για το τελευταίο βιβλίο του συγγραφέα μας: «Το βιβλίο αποτελεί υβριδικό επιστέγασμα του συγγραφικού έργου του Κώστα Μαυρουδή, στο οποίο συναιρείται η ποίηση, η πεζογραφία, ο αφορισμός και ο υπαρξιακός φιλοσοφικός στοχασμός. Πρόκειται για βιωματικό και αναγνωστικό απόσταγμα ενός πολύπλευρα και σε βάθος ιδιαιτέρως καλλιεργημένου ανθρώπου, στο οποίο παρουσιάζει τον αναστοχασμό του για την πνευματική -ιδιαιτέρως τη συγγραφική- δημιουργία και το εφήμερο της ανθρώπινης ύπαρξης, τελικά την άνιση μάχη του ανθρώπου με τον χρόνο, την προσπάθεια του καλλιτεχνικού έργου να υπερβεί την χρονικότητά του. Αν επιτυγχάνεται κάτι ως προς το τελευταίο, είναι η διαφορετική κατανόηση του έργου τέχνης όσο αλλάζει το υποκείμενο της παρατήρησης, γνωστικά και ηλικιακά-υπαρξιακά.

Ο Κώστας Μαυρουδής, ο οποίος κινείται γνωστικά με σπάνια άνεση στη λογοτεχνική παραγωγή μέσα στη διαχρονία, στα κείμενα του παρόντος βιβλίου κάνει δύο παράλληλες συμπληρωματικές κινήσεις: της αποστασιοποιημένης παρατήρησης και της υποδόριας διείσδυσης. Αγγίζει και μετράει τον παλμό από τη μια και συνάμα ταξιδεύει στο κυκλοφορικό σύστημα του παρατηρούμενου αντικειμένου αλλά και του παρατηρούντος υποκειμένου.

Ο λόγος του συγγραφέα μπορεί να είναι αφοριστικός, δεν είναι όμως δογματικός. Εμπεριέχει τη θέση και την άρση της μέσα στο βιβλίο, η ανάγνωση του οποίου καλείται να αποδεσμεύεται από τη γοητεία της χαρισματικής γραφής, ώστε να εντοπίζει αποτελεσματικά αυτή τη δυαδικότητα, όπως σε ένα κυνήγι χαμένου θησαυρού.»

«Έκθαμβοι μέσα στο διαρκές παρόν», -όπως επισημαίνεται στον καταληκτικό στίχο του τελευταίου ποιήματος «ΑΝΟΙΞΗ ή Ανάγνωση με σημειώσεις» της προαναφερθείσας εμβληματικής ποιητικής του συλλογής «Τέσσερις εποχές», βιβλίο που μας προετοίμαζε θεματικά και υφολογικά για τα επόμενα, πεζογραφικά του έργα- ένα διαρκές παρόν το οποίο πλέκει ο Κ. Μαυρουδής με τις απροσδόκητες, διακειμενικές του αναδρομές στο παρελθόν· έκθαμβοι διαβάζουμε το βιβλίο και αναστοχαζόμαστε με αφορμή τις πολυάριθμες πολύτιμες ψηφίδες του, οι οποίες οργανώνουν σε νοηματικές ενότητες οι οποίες νοηματοδοτούν το παρελθόν, παρελθόν το οποίο συναποτελείται από αναγνώσεις, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, μουσικές παραστάσεις, συνομιλίες, εικαστικά έργα· νοηματοδοτούν το παρελθόν διασυνδέοντας τις ψηφίδες με αόρατα νήματα σε οργανικές ενότητες, μέσω των οποίων κατανοούμε καλύτερα τον κόσμο ως αντικείμενο και αναπαράστασή του, κατανοούμε τον εαυτό μας ως παρατηρητή και απολαμβάνουμε μια στοιχειώδη παρηγοριά για το εφήμερο της ζωής και της δημιουργίας, μέσα από μια πιο γήινη ανάκτηση του «χαμένου χρόνου», όχι με την αναζήτηση του Προυστ αλλά με την επανασύνδεση των θραυσμάτων σε ένα -κατά το δυνατόν- όλον.

 

 

Αγαθοκλής Αζέλης

Τάσος Τέλλογλου, Πατριδογνωσία. Ιστορίες ενός εμμονικού. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, Αθήνα 2026.



 

Κυρίες και κύριοι, αγαπητές φίλες και φίλοι,

Αισθάνομαι ιδιαίτερη χαρά και τιμή που έχουμε απόψε κοντά μας τον κ. Τάσο Τέλλογλου, έναν διαπρεπή εκπρόσωπο της ερευνητικής δημοσιογραφίας, ο οποίος έχει διεξαγάγει με πρωτοποριακό τρόπο σημαντικές έρευνες για θέματα τα οποία έχουν απασχολήσει έντονα τον δημόσιο βίο.

Ο Τάσος Τέλλογλου είναι από τους γνωστότερους Έλληνες δημοσιογράφους του ερευνητικού ρεπορτάζ, με μακρά παρουσία στον Τύπο και στην τηλεόραση και ιδιαίτερη ενασχόληση με ζητήματα πολιτικής, οικονομίας, διαφθοράς, δημόσιας διοίκησης και σύγχρονης ιστορίας, αφήνοντας βαθύ το προσωπικό του αποτύπωμα

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1961 και σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άρχισε τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία το 1986 στην εφημερίδα Η Πρώτη. Ακολούθως εργάστηκε στην Καθημερινή και συνεργάστηκε με ιδιαιτέρως επιδραστικούς τηλεοπτικούς δημοσιογράφους σε εμβληματικές εκπομπές, συνδεόμενος στην τηλεόραση ιδιαιτέρως με το είδος της δημοσιογραφικής έρευνας μεγάλου μήκους. Ιδιαίτερο βάρος στη δουλειά του έχουν οι έρευνες για ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς. Χαρακτηριστική είναι η μακρόχρονη ενασχόλησή του με την υπόθεση Siemens. Για τη δημοσιογραφική του έρευνα σχετικά με την υπόθεση έχει λάβει και το Βραβείο Μπότση, ενώ έχει τιμηθεί επανειλημμένα και με τηλεοπτικά βραβεία. Από το 2016 συμμετέχει στον ερευνητικό, συνδρομητικό ιστότοπο inside story, του οποίου υπήρξε μέλος της ιδρυτικής ομάδας. Μεταξύ άλλων, το 2022-2023, μαζί με την Ελίζα Τριανταφύλλου, ερεύνησε την υπόθεση της χρήσης του λογισμικού παρακολούθησης Predator στην Ελλάδα.

Εκτός από το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο παρουσιάζουμε απόψε, έχει συγγράψει αρκετά με θέματα που άπτονται των μεγάλων θεμάτων που ανέδειξε με έρευνές του.

Πριν μιλήσουμε για το βιβλίο που μας απασχολεί απόψε, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε ορισμένα θεωρητικά εισαγωγικά στοιχεία της δημοσιολογίας-δημοσιογραφίας. Στο κυρίως δε μέρος της παρουσίασης θα διαπιστώσουμε πώς ο συγγραφέας μας εφαρμόζει στην πράξη αυτές τις βασικές αρχές.

Η δημοσιογραφία, λοιπόν, δεν μπορεί να υπάρξει έξω από τον δημόσιο χώρο. Προϋποθέτει ένα πεδίο μέσα στο οποίο γεγονότα, ιδέες, απόψεις και κρίσεις καθίστανται προσιτά σε ένα ευρύτερο κοινό και μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κοινωνικής συζήτησης. Η δημοσιότητα αφορά επομένως τόσο το γεγονός ότι κάτι γίνεται δημόσια γνωστό όσο και το ίδιο το σύνολο των ιδεών και των αντιλήψεων που υφίστανται στην κοινωνία, αλλά και το κοινό προς το οποίο απευθύνεται η δημοσιογραφική επικοινωνία.

Εξίσου σημαντική είναι η έννοια της επικαιρότητας. Η δημοσιογραφία συνδέεται οργανικά με το παρόν, με όσα απασχολούν την κοινωνία σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Η επικαιρότητα, ωστόσο, δεν πρέπει να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη νεότερη ή την πιο πρόσφατη είδηση. Ένα γεγονός, ένα πρόβλημα ή ακόμη και ένα θέμα που προέρχεται από το παρελθόν μπορεί να αποκτήσει δημοσιογραφική επικαιρότητα, εφόσον συνδέεται ουσιαστικά με τα ερωτήματα, τις ανάγκες και τις αντιθέσεις του παρόντος. Η δημοσιογραφία είναι, με αυτή την έννοια, βαθιά δεμένη με τον χρόνο μέσα στον οποίο ασκείται.

Μια τρίτη θεμελιώδης έννοια είναι το φρόνημα, δηλαδή ο αξιακός και ιδεολογικός προσανατολισμός που, φανερά ή λιγότερο φανερά, συνοδεύει τη δημοσιογραφική πράξη. Ο δημοσιογράφος δεν δρα ουδέτερα, σε αξιακό κενό. Ήδη η επιλογή των γεγονότων που θα παρουσιαστούν, η ιεράρχησή τους, η έμφαση που θα δοθεί σε ορισμένες πλευρές τους και η γλώσσα με την οποία θα αποδοθούν, εμπεριέχουν στοιχεία αξιολόγησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπεται το αίτημα της ακρίβειας, της αντικειμενικότητας και της δεοντολογίας. Σημαίνει όμως ότι πρέπει να αναγνωρίζουμε πως κάθε δημόσιος λόγος εκφέρεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πνευματικό, κοινωνικό και αξιακό πλαίσιο.

Συνακόλουθη των παραπάνω είναι η έννοια της πειθούς. Η δημοσιογραφία δεν περιορίζεται στην απλή μεταφορά πληροφοριών. Επιδρά στον τρόπο με τον οποίο το κοινό αντιλαμβάνεται τα γεγονότα, σχηματίζει κρίσεις και τελικά διαμορφώνει στάσεις. Σε μια ελεύθερη και δημοκρατική κοινωνία, η επίδραση αυτή οφείλει να ασκείται μέσω της πληροφόρησης, της επιχειρηματολογίας και της συναφούς ελεύθερης κρίσης του πολίτη. Η πειθώ, επομένως, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τη χειραγώγηση. Όταν η ελεύθερη κρίση υποκαθίσταται από την οργανωμένη επιβολή μιας ενιαίας αντίληψης, από την προπαγάνδα ή από μορφές ψυχολογικού εξαναγκασμού, τότε η δημόσια επικοινωνία παύει να υπηρετεί τον ελεύθερο διάλογο και μετατρέπεται σε μηχανισμό κατεύθυνσης της συλλογικής συνείδησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης ο τρόπος με τον οποίο διατυπώνεται και μεταδίδεται το δημοσιογραφικό μήνυμα. Για να είναι αποτελεσματικό, πρέπει να χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα, σαφήνεια και δύναμη επίδρασης. Δεν αρκεί μια πληροφορία να είναι ακριβής· πρέπει να παρουσιάζεται με τρόπο κατανοητό, συγκεκριμένο και ζωντανό, ώστε να μπορεί να φτάσει πραγματικά στον αποδέκτη. Η γλώσσα, η εικόνα, η επιλογή των παραδειγμάτων, η σύνθεση και η αφηγηματική δύναμη αποτελούν επομένως ουσιαστικά στοιχεία της δημοσιογραφικής λειτουργίας. Η αποτελεσματικότητα του δημοσιογραφικού λόγου συνδέεται με την ικανότητά του όχι απλώς να πληροφορεί, αλλά να ενεργοποιεί τη σκέψη και να συμβάλλει στη διαμόρφωση γνώσης και κρίσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα και η προσωπικότητα του δημοσιογράφου. Ο δημοσιογράφος δεν είναι ένας ουδέτερος μηχανισμός μεταβίβασης πληροφοριών. Είναι το πρόσωπο που επιλέγει, ερευνά, ελέγχει, αξιολογεί, συνθέτει και παρουσιάζει την πραγματικότητα στο δημόσιο πεδίο. Γι’ αυτό και η προσωπική του συγκρότηση, η παιδεία, η αίσθηση ευθύνης, η ικανότητα κριτικής σκέψης και η προσήλωσή του σε κανόνες δεοντολογίας αποκτούν καθοριστική σημασία. Η δημοσιογραφική ελευθερία συνδέεται αναπόσπαστα με τη δημοσιογραφική ευθύνη.

Οι βασικές αυτές έννοιες συγκροτούν τελικά ένα ενιαίο σύστημα. Η δημοσιογραφία δρα μέσα στη δημόσια σφαίρα, στρέφεται προς ζητήματα που αποκτούν σημασία για το παρόν, τα προσεγγίζει μέσα από συγκεκριμένα αξιακά και πνευματικά πλαίσια, επιχειρεί να ενημερώσει και να πείσει και χρησιμοποιεί γι’ αυτό μορφές λόγου ικανές να προσεγγίσουν αποτελεσματικά το κοινό. Η τελική της επίδραση δεν αφορά μόνο όσα γνωρίζουν οι πολίτες, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται, κρίνουν και, σε τελευταία ανάλυση, ενεργούν.

Από αυτή την άποψη, η δημοσιογραφία δεν είναι απλώς ένα επάγγελμα μετάδοσης ειδήσεων. Αποτελεί θεσμό της δημόσιας ζωής. Βρίσκεται στο σημείο συνάντησης ανάμεσα στο γεγονός και την κοινωνική του πρόσληψη, ανάμεσα στην πληροφορία και την κρίση, ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και τον πολίτη. Και ακριβώς γι’ αυτό η ποιότητά της αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της ποιότητας της ίδιας της δημοκρατικής δημόσιας ζωής.

Ας προχωρήσουμε όμως στην προσέγγιση του βιβλίου μας.

Ο όρος Πατριδογνωσία στον τίτλο μοιάζει να έρχεται από το παρελθόν των συνομηλίκων μου και αποτελούσε μάθημα στο Δημοτικό με θέμα τη «γνώση του τόπου και της πολιτισμικής του ταυτότητας». Ο υπότιτλος «Ιστορίες ενός εμμονικού», ο οποίος εκπλήττει στην αρχή, σε δεύτερη σκέψη παραθέτει ουσιαστικά ένα στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας του φυσικού προσώπου Τέλλογλου, την οποία μετασχηματίζει σε εργαλείο για την εργασία του, εμμένει στην έρευνα, μέχρι να βρει τις απαντήσεις, εμμένει και στα θέματα, τα οποία συγκροτούν μια ιδιάζουσα πατριδογνωσία, εκείνη μιας ανασταλτικής παθογένειας στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο της χώρα μας αλλά και ευρύτερα.

Το βιβλίο μας  έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα, καθώς συνδυάζει το ερευνητικό ρεπορτάζ με την προσωπική μνήμη και την αυτοβιογραφική αφήγηση. Ο Τέλλογλου επανέρχεται σε πρόσωπα και γεγονότα που συνάντησε κατά τη μακρά δημοσιογραφική του πορεία και, μέσα από αυτά, επιχειρεί μια ιδιότυπη αναδρομή στη μεταπολεμική και μεταπολιτευτική Ελλάδα. Το βιβλίο ξεκινά ακόμη και από την οικογενειακή του ιστορία —τη δολοφονία του παππού του το 1944 από μέλη της ΟΠΛΑ— και φτάνει σε πολύ πρόσφατες πολιτικές και κοινωνικές υποθέσεις.

Συνολικά, η δημοσιογραφική φυσιογνωμία του Τάσου Τέλλογλου χαρακτηρίζεται κυρίως από την επιμονή στην έρευνα, τη χρήση πρωτογενών πηγών και αρχείων, την αναζήτηση του παρασκηνίου των γεγονότων και τη μακροχρόνια παρακολούθηση πολύπλοκων υποθέσεων. Το έργο του κινείται συχνά στο όριο ανάμεσα στο καθημερινό δημοσιογραφικό ρεπορτάζ και στην τεκμηριωμένη καταγραφή ευρύτερων στοιχείων της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Παραπάνω παρουσιάσαμε τις βασικές θεωρητικές αρχές της δημοσιογραφικής επικοινωνίας. Τώρα θα επιχειρήσουμε να διερευνήσουμε τον βαθμό αποτύπωσής τους στην Πατριδογνωσία του Τάσου Τέλλογλου, διεξερχόμενοι το περιεχόμενο του βιβλίου.

Η δημοσιότητα, η επικαιρότητα, ο αξιακός προσανατολισμός, η πειθώ, η παραστατικότητα και η ευθύνη του δημοσιογράφου αποκτούν εδώ συγκεκριμένο περιεχόμενο μέσα από πρόσωπα, συναντήσεις, έγγραφα και πολύχρονες αναζητήσεις. Το θεωρητικό αυτό πλαίσιο προσφέρει έναν τρόπο ανάγνωσης του έργου, χωρίς να προϋποθέτει συνειδητή εφαρμογή του από τον συγγραφέα.

Η Πατριδογνωσία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη θεματική ευρύτητα. Συνδυάζει την αυτοβιογραφική αφήγηση με το χρονικό της δημόσιας ζωής και την αναδρομή στην ερευνητική δημοσιογραφία. Ο συγγραφέας καταγράφει γεγονότα στα οποία υπήρξε παρών, επιστρέφει σε υποθέσεις που ερεύνησε και παρακολουθεί ανθρώπους που τον βοήθησαν να κατανοήσει τη χώρα. Μέσα από αυτή τη σύνθεση, ο επαγγελματικός απολογισμός αποκτά ευρύτερο ενδιαφέρον: γίνεται πρόσκληση να γνωρίσουμε καλύτερα την Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών.

Ο τίτλος αποδίδει εύστοχα το εγχείρημα. Η γνώση της πατρίδας κατακτάται μέσα από τις συγκεκριμένες σχέσεις που συγκροτούν την κοινωνία της: τις οικογενειακές μνήμες, τις πολιτικές συγκρούσεις, τη λειτουργία των θεσμών, τα οικονομικά συμφέροντα και τις καθημερινές επιλογές των ανθρώπων. Η χώρα εκφράζεται μέσα από πρόσωπα και διαδρομές. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει μέσα στις ιστορίες πλευρές μιας πραγματικότητας που γνώριζε αποσπασματικά και να τις συνδέσει με έναν ευρύτερο ορίζοντα.

Ο υπότιτλος «Ιστορίες ενός εμμονικού», εισάγει έναν τόνο αυτογνωσίας και χιούμορ. Η «εμμονή» μπορεί να διαβαστεί εδώ ως δημοσιογραφική επιμονή: η διάθεση να ακολουθήσει κανείς ένα ίχνος, να ξανασυναντήσει μια πηγή πληροφοριών, να επιστρέψει σε ένα αρχείο και να συνεχίσει την ενασχόληση με μια υπόθεση, όταν αυτή έχει πάψει να απασχολεί την καθημερινή ειδησεογραφία. Πρόκειται για μια επαγγελματική στάση που απαιτεί χρόνο, αντοχή και προσωπική δέσμευση. Η λέξη χαρακτηρίζει εύστοχα τη διάρκεια μιας αναζήτησης που δεν ολοκληρώνεται πάντοτε μαζί με τη δημοσίευση.

Αφετηρία του συγγραφέα υπήρξαν τα πορτρέτα των πηγών του. Αυτή η επιλογή αποτελεί σημαντική αρετή του έργου. Φέρνει στο προσκήνιο τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από την πληροφορία και επιτρέπει να δούμε πώς οικοδομείται η δημοσιογραφική γνώση. Μια είδηση προϋποθέτει συνομιλίες, διασταυρώσεις, εμπιστοσύνη και κρίση. Ο αναγνώστης παρακολουθεί, επομένως, μαζί με τις υποθέσεις, και τη διαδρομή της έρευνάς τους.

Η συνύπαρξη αυτών των στοιχείων δίνει στο βιβλίο τη δύναμή του. Ο Τέλλογλου εμφανίζεται ως αφηγητής, μάρτυρας και ερευνητής, ενώ σε ορισμένες ιστορίες είναι και ο ίδιος εμπλεκόμενο πρόσωπο. Η προσωπική του παρουσία προσδίδει αμεσότητα· η προσφυγή στα τεκμήρια στηρίζει την αναζήτηση. Η εμπειρία αποκτά αφηγηματική μορφή και δημόσια χρησιμότητα. Έτσι προκύπτει ένα χρονικό που προσφέρεται συγχρόνως για ανάγνωση, αναστοχασμό και συζήτηση γύρω από τη δημοσιογραφία.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η απόφαση να ξεκινήσει ο απολογισμός από τη «Γενεαλογία». Τα κεφάλαια «Ο φόνος» και «Η συγγνώμη» στρέφουν την προσοχή στις οικογενειακές καταβολές, προτού αρχίσει η αφήγηση της επαγγελματικής πορείας. Η αρχή αυτή προσδίδει βάθος στο βιβλίο: η συγκρότηση του δημοσιογράφου συνδέεται με όσα προηγήθηκαν της δικής του παρουσίας στον δημόσιο χώρο. Ο άνθρωπος που παρατηρεί την κοινωνία φέρει ήδη μνήμες, ερωτήματα και εμπειρίες που επηρεάζουν τη ματιά του. Πόσο μάλλον όταν κληρονομεί το ονοματεπώνυμο ενός παππού, ο οποίος δολοφονήθηκε 17 χρόνια πριν την δική του γέννηση!

Οι δύο οικογενειακοί κλάδοι συναντούν διαφορετικές πλευρές της ιστορίας της Κατοχής. Ο πατρικός παππούς, Τάσος Τέλλογλου, στέλεχος της Ηλεκτρικής Εταιρείας Θεσσαλονίκης, όπως προαναφέρθηκε, δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ το 1944. Ο μητρικός κλάδος συνδέεται με την Αντίσταση στις Κυκλάδες και τη γερμανική Κατοχή. Αυτές οι διαδρομές επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε στην οικογενειακή ιστορία το αποτύπωμα ευρύτερων συγκρούσεων. Η ιδιωτική μνήμη ανοίγει προς τον ελληνικό εικοστό αιώνα και προς τις δύσκολες κληρονομιές του.

Η ουσιαστική αρετή βρίσκεται στη μέθοδο με την οποία γίνεται αυτή η επιστροφή. Ο συγγραφέας αναζητεί το την αφετηρία των ιστοριών στα αρχεία της Ηλεκτρικής Εταιρείας και της ΔΕΗ, καθώς και στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού. Η μνήμη αντιπαραβάλλεται με τα έγγραφα. Το προσωπικό ενδιαφέρον γίνεται κίνητρο συστηματικής αναζήτησης, και η αφήγηση αποκτά τη στήριξη υλικού που επιτρέπει να προχωρήσει πέρα από όσα μεταδόθηκαν μέσω της οικογενειακής αφήγησης.

Αυτή η συνάντηση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη σχέση με τις αρχές του δημοσιογραφικού λόγου. Η δημοσιότητα μεταφέρει μια δυσπρόσιτη ιστορία στον χώρο της κοινής συζήτησης. Η τεκμηρίωση προσφέρει βάση στην πειθώ. Ο αξιακός προσανατολισμός εκφράζεται ως προθυμία να κατανοηθεί το παρελθόν με σοβαρότητα. Το προσωπικό βίωμα, επειδή γίνεται αντικείμενο έρευνας, αποκτά παιδευτική δύναμη: μας δείχνει έναν τρόπο να προσεγγίζουμε και τις δικές μας παραδεδομένες αφηγήσεις.

Στη συνέχεια, η «Θητεία» και το κεφάλαιο «Άπαξ Κνίτης, πάντα Κνίτης» εισάγουν την πολιτική διαμόρφωση του συγγραφέα με γνώσεις, εμπειρίες και ιδιότητες οι οποίες θα εγχαραχτούν στην προσωπικότητά του. Η αναφορά στις καταβολές του ενισχύει την πειστικότητα του απολογισμού. Ο αναγνώστης γνωρίζει από ποιο περιβάλλον ξεκινά η διαδρομή και μπορεί να κατανοήσει καλύτερα τον άνθρωπο που αφηγείται. Η πολιτική εμπειρία γίνεται υλικό αυτογνωσίας, μέσα στο οποίο διακρίνονται η ανάγκη συμμετοχής, η ένταση της εποχής και η σταδιακή συγκρότηση της επαγγελματικής-δημοσιογραφικής κρίσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκρουση του ρεπορτάζ του Τέλλογλου από τη Λειψία με την κομματική αντιμετώπιση της γερμανικής επανένωσης. Το παράδειγμα φωτίζει την ανεξαρτησία ως έμπρακτη στάση: η παρατήρηση των γεγονότων μπορεί να οδηγήσει σε συμπεράσματα δυσμενή για έναν άνθρωπο με τις προηγούμενες πολιτικές πεποιθήσεις. Η προθυμία να ακολουθήσει τη διαδρομή της σύγκρουσης με τις ίδιες του τους παλαιότερες αντιλήψεις, πέρα από πολύ ενδιαφέρουσα κουλτουραλιστικά -πόσους ανθρώπους δεν βλέπουμε να παραμένουν στάσιμοι μέσα στις δεκαετίες και το μόνο που αλλάζει είναι το χρώμα των μαλλιών τους!-  η σύγκρουση λοιπόν με τον ίδιο του τον εαυτό προσδίδει στον απολογισμό ουσιαστικό ηθικό ενδιαφέρον.

Με την ενότητα «Εμείς του ’80 οι εκδρομείς» περνούμε σε μια εποχή που παραμένει ισχυρά παρούσα στη συλλογική μνήμη. Η διακειμενική αναφορά στον Διονύση Σαββόπουλο προσφέρει πολιτισμικό τόνο στη χρονική τοποθέτηση. Τα κεφάλαια «Πρόεδρος και τραπεζίτης», «Παλαιστίνιοι», «Χέρφιλντ» και «Η σύλληψη του Κοσκωτά» φέρνουν κοντά διαφορετικές όψεις της δεκαετίας: πολιτική και οικονομία, διεθνείς σχέσεις, πρωθυπουργική εξουσία και μεγάλα σκάνδαλα. Η ποικιλία αυτή βοηθά να ανασυντεθεί η ατμόσφαιρα ενός σύνθετου και καθοριστικού ιστορικού παρόντος.

Στις ιστορίες αυτές έχει ιδιαίτερη σημασία η παρουσία της ίδιας της δημοσιογραφικής εργασίας. Κινητοποιείται το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την υπόθεση και συγχρόνως για τον τρόπο με τον οποίο ο ρεπόρτερ φτάνει σε αυτήν. Μια επικοινωνία, μια μαρτυρία ή η αναζήτηση ενός εγγράφου μπορεί να ανοίξει μια νέα κατεύθυνση. Αυτή η προσοχή στη διαδικασία δίνει στον απολογισμό ζωντάνια και παιδευτικό περιεχόμενο. Γίνεται κατανοητό ότι η γνώση παράγεται με εργασία, επιμονή και διαρκή αξιολόγηση των διαθέσιμων στοιχείων.

Η αφηγηματική αυτή επιλογή αναδεικνύει και τη λειτουργία της πειθούς. Ο αναγνώστης βλέπει τη διαδρομή που συνδέει την πληροφορία με το συμπέρασμα. Η εμπιστοσύνη προς τον δημοσιογράφο μπορεί έτσι να στηριχθεί στην κατανόηση της δουλειάς του. Η ερευνητική διαδικασία γίνεται ορατή, και ο δημόσιος λόγος γίνεται περισσότερο ελέγξιμος. Πρόκειται για μια ουσιαστική συμβολή στην κριτική ανάγνωση της ενημέρωσης, ιδιαίτερα για τους νεότερους που γνωρίζουν αυτές τις υποθέσεις κυρίως από μεταγενέστερες αναφορές.

Η ενότητα «Γερμανία» διευρύνει τον ορίζοντα. Οι τίτλοι «Λεφτά για το κόμμα», «Ψαρόσουπα με τη Στάζι», «Πράκτορες, μισθοφόροι και ανόητοι» και «Ο Ελβετός με τις πολλές ζωές» προϊδεάζουν για ένα πεδίο διεθνών διασυνδέσεων, πολιτικών δικτύων και μυστικών υπηρεσιών.  Η μετακίνηση αυτή επιτρέπει να σκεφτούμε την ελληνική δημόσια ζωή μέσα σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Η πατριδογνωσία αποκτά βάθος όταν παρακολουθεί κανείς και τις σχέσεις της χώρας με όσα συμβαίνουν έξω από τα σύνορά της.

Η ιστορία του φωτογραφικού υλικού του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και της σύνδεσης αυτού του «κατασκευασμένου» υλικού με τη Στάζι, προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας της προέλευσης της πληροφορίας. Μέσα από αυτή την περίπτωση μπορούμε να εκτιμήσουμε την αξία μιας έρευνας που εξετάζει πώς ένα υλικό κατασκευάζεται, διακινείται και αποκτά πολιτική λειτουργία. Η εικόνα γίνεται αντικείμενο ελέγχου μαζί με τις συνθήκες παραγωγής και αξιοποίησής της.

Εδώ συναντώνται η δημοσιότητα, η τεκμηρίωση και η δημοσιογραφική ανεξαρτησία. Ο ρεπόρτερ συμβάλλει στη δημόσια επίγνωση, όταν φωτίζει την ιστορία μιας πληροφορίας και τους μηχανισμούς διάδοσής της. Η συγκεκριμένη περίπτωση αποκτά έτσι ενδιαφέρον πέρα από την εποχή της: προσφέρει ένα γόνιμο ερώτημα για κάθε αναγνώστη που καλείται να αξιολογήσει ένα φαινομενικά πειστικό τεκμήριο.

Η ενότητα «Νησιά» προσθέτει μια σημαντική γεωγραφική διάσταση στο βιβλίο. Η αναφορά σε τοπικές συγκρούσεις, πολεοδομικές παραβάσεις και οικονομικά συμφέροντα φέρνει τη δημόσια συζήτηση στο επίπεδο των συγκεκριμένων τόπων, επανερχόμενη μάλιστα κατά καιρούς. Η χώρα προσεγγίζεται μέσα από τις μεταβολές του χώρου της, την πίεση της ανάπτυξης και τις σχέσεις που διαμορφώνονται γύρω από τη γη, τα ακίνητα δηλαδή. Το προσωπικό ενδιαφέρον για έναν τόπο μπορεί έτσι να συναντήσει ζητήματα με ευρύτερη κοινωνική και πολιτική σημασία.

Στις «Μερικές υποθέσεις του κράτους» η έρευνα στρέφεται προς τη λειτουργία της εξουσίας και της διοίκησης. Οι ιστορίες που δηλώνουν οι τίτλοι «Βαλίτσες με λεφτά στην Κύπρο» και «Σφραγίδες σε εικονικές εξαγωγές πετρελαίου» οδηγούν προς τις συγκεκριμένες πράξεις και διαδρομές μέσα από τις οποίες εκφράζεται η ισχύς. Η αφηγηματική εστίαση βοηθά να αποκτήσουν αναγνωρίσιμη μορφή έννοιες όπως η αδιαφάνεια, η διαπλοκή ή η διοικητική στρέβλωση. Η γνώση των μηχανισμών γίνεται πιο προσιτή όταν συνδέεται με ανθρώπους και ενέργειες.

Το βιβλίο δίνει όμως χώρο και στη δυνατότητα δημόσιας προσφοράς. Το «Captain, my Captain…», που συνδέεται με την επιχείρηση απομάκρυνσης του ελληνικού πληθυσμού από την εμπόλεμη Αμπχαζία, διευρύνει τη συζήτηση προς πρόσωπα που έδρασαν αποτελεσματικά σε κρίσιμες συνθήκες. Αυτή η παρουσία έχει ιδιαίτερη σημασία για την αποτίμηση της Πατριδογνωσίας. Η αναγνώριση της ανθρώπινης ευθύνης επιτρέπει να δούμε μαζί με τις παθογένειες και τη δυνατότητα αντίστασης σε αυτές.

Έχει επισημανθεί ότι κοινός παρονομαστής των ιστοριών είναι το δημόσιο συμφέρον και η σχέση των προσώπων με αυτό. Η προσεκτική παρατήρηση φωτίζει έναν σταθερό αξιακό άξονα του βιβλίου. Οι δημόσιες υποθέσεις ενδιαφέρουν επειδή έχουν συνέπειες για την κοινωνία. Η δημοσιογραφική έρευνα υπηρετεί την κοινή γνώση και κατ’ επέκτασιν γνώμη, όταν επιτρέπει να αναγνωριστούν τόσο η κατάχρηση όσο και η προσφορά. Από αυτή την οπτική, η αποκάλυψη αποκτά δημοκρατικό περιεχόμενο και η μνήμη γίνεται μορφή λογοδοσίας.

Η «Χρυσή δεκαετία 1997-2007» εισάγει μια εύγλωττη ένταση ανάμεσα στην εικόνα της ευημερίας και στις υποθέσεις που παρατίθενται. Οι τίτλοι «Ο φυγάς και τα μαύρα ταμεία», «Τα λεφτά δεν μυρίζουν» και «Ο ωραίος Άκης» προσφέρουν αφετηρίες για την εξέταση της σχέσης πολιτικής και χρήματος. Στην αναδρομική ανάγνωση, η ειρωνική χροιά του τίτλου βοηθά να επανεξετάσουμε μια εποχή που συνδέθηκε με προσδοκίες -ματαιωμένη ουτοπία θα λέγαμε- διαρκούς οικονομικής ανόδου.

Η επιστροφή σε αυτές τις υποθέσεις αναδεικνύει τη διευρυμένη έννοια της επικαιρότητας. Ένα παλαιότερο γεγονός παραμένει σημαντικό όταν μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τις προϋποθέσεις μεταγενέστερων εξελίξεων. Η σύνθεση των θεμάτων σε βιβλίο δίνει διάρκεια σε όσα η ειδησεογραφία είχε παρουσιάσει αποσπασματικά. Οι ιστορίες μπορούν να διαβαστούν σε συνάρτηση μεταξύ τους, και ο αναγνώστης -ο σύγχρονος των γεγονότων- αποκτά την απόσταση που χρειάζεται για να αναλογιστεί όσα έζησε. Αυτή η συμβολή στη συλλογική μνήμη αποτελεί μία από τις ουσιαστικότερες αρετές του απολογισμού.

Η ενότητα «Η Χρεοκοπία» συνεχίζει αυτή τη διαδρομή με ιστορίες που προσδίδουν ανθρώπινο περιεχόμενο στην εμπειρία της κρίσης. Τίτλοι όπως «Τρέλα από τα πολλά λεφτά», «Η κληρονομιά του καπνού που έγινε καπνός» και «Ο Χάρος και ο εμίρης» δείχνουν τη θεματική ποικιλία της σύνθεσης. Η οικονομική πραγματικότητα συναντά συγκεκριμένα πρόσωπα, συμφέροντα και περιστάσεις. Έτσι, η κρίση μπορεί να προσεγγιστεί μέσα από τις πράξεις και τις σχέσεις που συγκροτούν την καθημερινή λειτουργία της κοινωνίας.

Η μεγάλη πολιτική ιστορία γίνεται ιστορία ανθρώπων. Σε αυτό βρίσκεται μια σημαντική δύναμη της αφηγηματικής μεθόδου: οι ευρύτερες εξελίξεις αποκτούν μορφή που ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει και να θυμηθεί. Ένας άνθρωπος, ένα περιστατικό, μια επιλογή προσφέρουν είσοδο σε ένα σύνθετο ζήτημα. Η συγκεκριμένη αφήγηση ενεργοποιεί τη σκέψη και το συναίσθημα μαζί, δίνοντας στην ενημέρωση την αμεσότητα που χρειάζεται για να γίνει ουσιαστική κατανόηση.

Χαρακτηριστικό δείγμα παραστατικότητας προσφέρει η αφήγηση με τη πρόεδρο δικαστηρίου που λιποθυμά και τους κατηγορουμένους γιατρούς που σπεύδουν να τη βοηθήσουν. Η αιφνίδια αλλαγή των ρόλων δημιουργεί μια σκηνή με κωμικοτραγική ένταση. Η κίνηση μέσα στον χώρο, η ταχύτητα της αντίδρασης και η ανθρώπινη ανάγκη δίνουν στο περιστατικό ιδιαίτερη ζωντάνια. Η αφηγηματική οικονομία επιτρέπει να φανεί η πολυπλοκότητα των προσώπων μέσα σε λίγες στιγμές.

Μια τέτοια σκηνή δείχνει πόσο παραγωγικά μπορεί να λειτουργήσει το χιούμορ στη δημοσιογραφική αφήγηση. Η πραγματικότητα διατηρεί το βάρος της, ενώ η απρόβλεπτη πλευρά της προσθέτει ανθρώπινο βάθος. Ο αναγνώστης συναντά πρόσωπα που κινούνται, αντιδρούν και υπερβαίνουν στιγμιαία τους θεσμικούς τους ρόλους. Η παραστατικότητα γίνεται έτσι τρόπος προσέγγισης της ζωής και συμβάλλει στη δύναμη επίδρασης του λόγου.

Στην ενότητα «Μετά την κρίση», το βιβλίο προχωρεί προς μια πραγματικότητα ακόμη κοντινή μας. Το σχολικό αρχείο, η πανδημία, η ιστορία ενός κοριτσιού από τη Βεγόρα και «Τα αφεντικά του ροδάκινου» διευρύνουν το πεδίο της εστίασης. Η παρουσία μικρότερων τόπων και προσωπικών ιστοριών έχει ιδιαίτερη αξία. Δείχνει μια ερευνητική περιέργεια που αναζητεί τη χώρα σε διαφορετικά επίπεδα, από τους κεντρικούς μηχανισμούς εξουσίας έως τις εμπειρίες ανθρώπων που είναι λιγότεροι ορατοί δημόσια.

Η διαδρομή μέχρι το πρόσφατο παρόν δίνει στη σύνθεση συνέχεια. Η κρίση γίνεται ένας σταθμός μέσα σε μια μεγαλύτερη ιστορία, και ο αναγνώστης καλείται να σκεφτεί τις αλλαγές και τις αντοχές των κοινωνικών δομών. Η επικαιρότητα αποκτά έτσι βάθος μνήμης. Το βιβλίο προσφέρει ένα πεδίο συνάντησης γενεών: όσοι έζησαν τις παλαιότερες υποθέσεις επιστρέφουν σε αυτές, ενώ οι νεότεροι βρίσκουν αφηγηματικές αφετηρίες για να γνωρίσουν τον κόσμο που διαμόρφωσε το δικό τους παρόν.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι «Σημειώσεις τεκμηρίωσης» στο τέλος του βιβλίου. Η παρουσία τους ενισχύει τη σχέση ανάμεσα στην αφήγηση και στο υλικό που τη στηρίζει. Ο αναγνώστης μπορεί να ενδιαφερθεί για μια ιστορία και συγχρόνως να αναζητήσει τη βάση της. Αυτή η διάρθρωση προσδίδει στο έργο χρησιμότητα και πέρα από την πρώτη ανάγνωση: το καθιστά αφετηρία μελέτης, συζήτησης και περαιτέρω αναζήτησης γύρω από πρόσωπα και υποθέσεις της δημόσιας ζωής.

Εδώ η αρχή της πειθούς αποκτά ιδιαιτέρως σαφή έκφραση. Η αφήγηση κινητοποιεί το ενδιαφέρον, και η τεκμηρίωση προσφέρει έδαφος στην κρίση. Η δημοσιογραφική επικοινωνία μπορεί έτσι να απευθύνεται σε έναν ενεργό αναγνώστη, που σκέφτεται, συγκρίνει και ερωτά. Από παιδευτική άποψη, αυτή η συνύπαρξη είναι πολύτιμη. Δείχνει ότι η σαφήνεια και η αφηγηματική δύναμη μπορούν να συμβαδίζουν με τη σοβαρότητα της έρευνας και να κάνουν προσιτά, ζητήματα που διαφορετικά θα έμεναν δυσνόητα.

Την ίδια αξία έχει η αυτοκριτική διάσταση του απολογισμού. Σε συνέντευξή του στη Μακεδονία, ο Τέλλογλου αναφέρεται σε σφάλματα σχετικά με τη Siemens και στην ανάγκη αναθεώρησης όταν εμφανίζονται νέα στοιχεία. Η παραδοχή αυτή ενισχύει την εικόνα ευθύνης που συνεχίζεται μετά τη δημοσίευση. Η έρευνα παραμένει δεκτική στη νέα γνώση, και ο δημοσιογράφος αναγνωρίζει τη δική του θέση μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Η επαγγελματική αξιοπιστία συνδέεται με τη δυνατότητα διόρθωσης.

Τα πορτρέτα των πηγών προσθέτουν ακόμη μία ουσιαστική διάσταση. Η εμπιστοσύνη, η προσεκτική ακρόαση και ο έλεγχος της πληροφορίας συγκροτούν μια απαιτητική ανθρώπινη και επαγγελματική σχέση. Η προσοχή προς τον συνομιλητή βοηθά να κατανοηθούν τα κίνητρα και οι περιστάσεις του. Η πηγή αποκτά πρόσωπο, και η πληροφορία εντάσσεται στον κόσμο από τον οποίο προέρχεται. Αυτή η προσέγγιση συμβάλλει στην ανθρωπιά της αφήγησης και φωτίζει ένα μέρος της έρευνας που συνήθως μένει αθέατο.

Μέσα από αυτές τις επιλογές αναγνωρίζουμε τη σημασία της προσωπικότητας του δημοσιογράφου, όπως τέθηκε στο θεωρητικό μας πλαίσιο. Η παιδεία, η κρίση, η αντοχή και η συναίσθηση ευθύνης επηρεάζουν κάθε στάδιο της δουλειάς. Ο απολογισμός δίνει σε αυτές τις ιδιότητες συγκεκριμένη μορφή. Η αναγνώριση της συνεργασίας συμπληρώνει την εικόνα μιας πρακτικής που στηρίζεται σε ανθρώπους και κοινή εργασία.

Η Πατριδογνωσία προσφέρει, επομένως, μια γόνιμη συνάντηση γνώσης της χώρας και αυτογνωσίας του ερευνητή. Η δημοσιότητα υπηρετεί την κατανόηση, η επικαιρότητα αποκτά ιστορικό βάθος, το φρόνημα εκφράζεται ως ευθύνη, η πειθώ στηρίζεται στην έρευνα και η αφηγηματική παραστατικότητα κρατά ζωντανή την ανθρώπινη εμπειρία. Οι αντιστοιχίες αυτές αναδεικνύουν τη δημόσια αξία του βιβλίου. Ο προσωπικός απολογισμός γίνεται πρόσκληση για μια περισσότερο ενημερωμένη σχέση με τη χώρα μας: να γνωρίζουμε τις διαδρομές της, να θυμόμαστε τις υποθέσεις της και να αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους που μπορούν να υπηρετήσουν το κοινό συμφέρον. Πρόκειται λοιπόν για ένα πολύτιμο βιβλίο, την ανάγνωση του οποίου θα σας συνιστούσα θερμά.

Σας ευχαριστώ!

 

 

(Μ)αναστοχασμός

Θεωρητικά δεν θα με απασχολούσες μετά την ανακομιδή και την τελική διευθέτηση. Ήταν επαναλαμβανόμενη έγνοια σου τα τελευταία χρόνια της σταθερής λειτουργίας της μνήμης σου, ότι καταναλώνεις χρόνο μου πολύτιμο και με παιδεύεις. Με τις επισκέψεις, τη φροντίδα, τα τηλεφωνήματά μου, τις δύσκολες μετακινήσεις σου. Κι ότι κουράστηκες πια να ζεις (έτσι). Έκτοτε κύλησε χρόνος. Ικανοποιήθηκε η επιθυμία σου με τους καθιερωμένους μετασχηματισμούς καταστάσεων και λεκτικές μετατοπίσεις. Οι χρονοβόρες επισκέψεις έχασαν το πρόθημά τους. Έγινε βορά του χρόνου κι απέμεινε η νέκυια σκέψη απροειδοποίητος εισβολέας να σε διαψεύδει διαρκώς, η προϊούσα φθορά της μνήμης μου να γίνεται μόνιμα αναμμένο καντήλι σου. Κι η διακριτική σου τρυφερότητα  αναδύεται σε ολογράμματα δικών σου λέξεων, που απρόσκλητες μα τόσο πουπουλένιες ανακατευθύνουν τις διαδρομές της ημέρας.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Καλημέρα

 Αχάραγα εκμαιεύει ο ορίζοντας κυκλική

την ευχή που κυοφορεί το υπόλειμμα νυκτός,

εκείνο που μεσολαβεί σε δύο βλεφαρίσματα

σηματωρούς αιώνων απουσίας.

Εγκαυστικά την ενδύει με λέξεις ανεξίτηλες

αποστηθίζοντάς την κατόπιν σε τραγούδι

που συνοδεύει τη συνοδοιπορία τους

σαν πρώτη φωνή κι αντίλαλο για δεύτερη.

Φωτίζοντας η μέρα παίρνει τη μορφή

γυναίκας με δοξάρι που χορδίζει ξόανο,

μέχρι που αναδύεται ανθρώπινο παράστημα

με δείκτη απλωμένο στην αχλύ του βάθους


[Α.Α.]

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Το σιωπηλό σύνορο, μυθιστόρημα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1995.


[Με αφορμή την επανέκδοση του μυθιστορήματος του Θ. Δ. Φραγκόπουλου «Τειχομαχία», σκέφτηκα να ανασύρω από το αρχείο μου μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Σιωπηλό σύνορο», την οποία δημοσίευσα στις 06-10-2001 στην εφημερίδα ΕΡΕΥΝΑ Τρικάλων. Για το βιβλίο είχα κάνει αρκετές συζητήσεις με τον συγγραφέα και την κοινή μας φίλη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Στην γόνιμη φιλία των τριών μας της δεκαετίας του 1990 αφιερώνεται τούτη η αναδημοσίευση.]




 Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αρκετά έντονη ερευνητική, συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα όσον αφορά στην δεκαετία του 40 από ιστορικούς κατά κύριο λόγο και από πεζογράφους κατά δεύτερο. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει ορισμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων που αναφέρονται σε αυτή την εποχή είναι η τόλμη τους να ασχοληθούν με πλέγματα θεμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν ταμπού ή ανάξια λόγου ή τέλος πάντων σκεπάζονταν από το βάρος της εποποιίας της εθνικής μας αντίστασης, πράγμα που δεν άφηνε ζωτικό χώρο σε αυτά. Έτσι ήταν αναμενόμενο να προκαλέσουν αίσθηση οι Βραδιές μπαλέτου του Α. Πανσέληνου, η Μητέρα του σκύλου του Π. Μάτεση και το πιο πρόσφατο Σιωπηλό σύνορο, βιβλίο που αποτελεί την κορύφωση της συγγραφικής ωριμότητας του Θ. Δ. Φραγόπουλου. Είναι στ΄ αλήθεια δύσκολο να παρουσιάσει κανείς με μια σχετική επάρκεια ένα βιβλίο που επιβάλλει διαδοχικές αναγνώσεις και εντυπωσιάζει με την αιρετικότητά του στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κατ’ αρχήν το μυθιστόρημα γράφτηκε τμηματικά, και τμηματικά δημοσιεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε περιοδικά στο διάστημα ανάμεσα στο 1959 και το 1992. (Παρόλα αυτά ο ρυθμός των κεφαλαίων είναι ενιαίος). Κατά δεύτερο λόγο ο συγγραφέας, χωρίς να γράφει ιστορικό μυθιστόρημα, παίζει (με τον αναγνώστη) με την ιδέα ότι άλλοτε γράφει μυθιστόρημα και άλλο ιστορία, από τη μια μεριά παραθέτοντας και κείμενα που έχουν τη μορφή μαρτυριών, πράγμα που γίνεται πολύ συνειδητά, και από την άλλη βαφτίζοντας τα πρόσωπα του έργου του με ονόματα τέτοια και περιγράφοντάς τα τόσο λεπτομερώς, που ακόμη και ένας ανυποψίαστος αναγνώστης ταυτίζει αμέσως πολλά από αυτά με γνωστά δημόσια πρόσωπα. Αλλά στο τελευταίο θα επανέλθουμε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φραγκόπουλος ασχολείται με την εποχή και με κάποια από τα πρόσωπά της. Θα παραπέμψουμε μόνο στο μυθιστόρημα Τειχομαχία, του οποίου κεντρικό πρόσωπο, υπαρκτό μάλιστα, είναι το πρόσωπο του οποίου αυτή τη φορά η απουσία αποτελεί και σημείο αναφοράς, χορηγός θα λέγαμε, του τελευταίου βιβλίου του, πρόκειται για τον νεαρό Κίτσο Μακρυγιάννη-Μαλτέζο, που εκτελέστηκε το 1944 από εαμίτες.

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για ενασχόληση με ένα κεντρικό πρόσωπο αλλά έχουμε την φιλοτέχνηση μιας τοιχογραφίας της δεκαετίας του 40, που απεικονίζει μια παρέα νέων ανθρώπων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, η οποία μέσα στις αντιξοότητες της Κατοχής βιώνει τη βιολογική και πνευματική της ωρίμανση.  Αυτό είναι συνάμα ένα από τα νέα στοιχεία που φέρνει ο συγγραφέας. Πέρα από τα πολιτικά και εθνικά γεγονότα της εποχής, υπάρχουν οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με ιδέες και επιθυμίες, οι οποίοι χωρίς να ζουν ανεξάρτητη από τα μεγάλα γεγονότα, δεν παύουν να έχουν και την ιδιωτική διάσταση, δεν είναι καρικατούρες της ιστορίας ούτε πάλι καρικατούρες στα χέρια του συγγραφέα πλάστη. Εδώ θα επανέλθουμε στο θέμα αν ταυτίζονται ή αν έχει νόημα να ταυτιστούν τα πρόσωπα του βιβλίου με υπαρκτά. Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο πλάστης τους. Αναγνωρίζει την αναγκαστική υποκειμενικότητα της μαρτυρίας του μεμονωμένου σκεπτόμενου ανθρώπου και την αυτονόμηση σε τελευταία ανάλυση των ηρώων από τον δημιουργό τους

Αυτό δικαιολογεί και την απουσία προσπάθειας συγκάλυψης γνωστών προσώπων πίσω από ψευδώνυμα. Αυτή ακριβώς η περιορισμένη αναβάπτιση θέλει να δείξει το βασανιστικό παιχνίδι μεταξύ της πραγματικότητας και της πρόσληψής της, δεν πρόκειται λοιπόν για προσπάθεια αναπαράστασης της πραγματικότητας άλλωστε ο συγγραφέας έχει δείξει στο παρελθόν, πως όταν το θεωρεί σκόπιμο, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ασχέτως αν συμφωνεί κανείς πάντα με αυτό.

Όπως γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά ο ίδιος, «μην αρχίσετε να αναρωτιόσαστε για άλλες ταυτότητες, εδώ δεν είναι μπλόκο ο αστυνομικό μήτε roman a clef,  που λένε οι Γάλλοι. Δεν υπάρχει καμιά ταυτότητα προς αποκάλυψη, εδώ δεν είναι η «Διάπλαση των Παίδων» με τα ψευδώνυμα και τις αποκαλύψεις της […] κάθε πρόσωπο που μπαίνει στην πεζογραφία […] έχει δύο υποστάσεις: εκείνη που ανταποκρίνεται στο πρότυπο που είδε, γνώρισε ,συναναστράφηκε ο συγγραφέας, και εκείνη που διαπλάθεται σιγά σιγά, μέσα στην ελικοειδή του εξέλιξη που είναι η διαδικασία της γραφής, του δημιουργικού γίγνεσθαι, που καμιά φορά παλεύει με τη βούληση του συγγραφέα, παίρνει μια στάση αντιπαλότητας μαζί του, ορμάει για να κατασπαράξει το ίδιο το πρότυπό του, του προσθέτει άλλα χαρακτηριστικά, καμιά φορά φτάνοντας μέχρι την τερατογονία.» Αυτό δεν λυτρώνει τον συγγραφέα από την αγωνία του για τα αποτελέσματα του έργου του: «Πάντα η σχηματοποίηση ήταν η ευκολότερη λύση,  μα κι αυτή τιμωρεί αλάνθαστα. Στο τέλος από τα αδέξιά σου χέρια βγαίνουν όχι πρόσωπα, όχι άνθρωποι που πάλλονται, ζουν, υφίστανται, μα κομμένες φιγούρες, άψυχες, αδέξια ψαλιδισμένες αφήνοντας απ’ έξω τη χάρη τους, τη ζωντάνια τους, την ανθρωπιά τους.

Το θέμα του βιβλίου είναι ,όπως ήδη αναφέρθηκε, ένας διάλογος του συγγραφέα με το παρελθόν, με μια εποχή και με τους ανθρώπους της, ένας από τους οποίους είναι ο ίδιος. Το πρόσωπο λοιπόν του συγγραφέα είναι διακριτό σε ολόκληρο το βιβλίο και μάλιστα σε δύο ρόλους. Στο πρόσωπο του Μάρκου, που είναι σύγχρονος στον γεγονότων και πάλι παρουσιάζεται ως μέτοχός τους ή ως στοχαζόμενος με μια χρονική απόσταση από αυτά, και στο πρόσωπο που κρατάει την τελική γραφίδα και έχει απέναντί του τον αναγνώστη.

Σε όλο το βιβλίο υπάρχει μία διαρκής κίνηση από τον χρόνο των γεγονότων στον χρόνο του αφηγητή, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, κυριαρχεί ένας στοχασμός για την ανάμνηση καθώς και η ίδια η ανάμνηση, και τα δύο ως αντανάκλαση ενός πράγματος ανύπαρκτου πλέον. Επίσης το μυθιστόρημα είναι διάσπαρτο με θεωρητικούς στοχασμούς για την τέχνη της συγγραφής, δείγμα των οποίων ήδη δώσαμε. Όπως είπαμε, το πολιτικό στοιχείο δεν απουσιάζει από το βιβλίο. Εκείνους που θα έσπευδαν να καταχωρίσουν τον συγγραφέα σε κάποιον πολιτικό χώρο, τους προλαβαίνει δική του κριτική τοποθέτηση απέναντι στην αριστερά αλλά συνάμα και απέναντι στη δεξιά: «Βέβαια ανήκαμε στη δεξιά, και αυτό μας εξασφάλιζε μιαν ασυλία από τον χίτικο οχετό που άρχιζε στην επαρχία κυρίως κι όλας να οργιάζει σε βάρος των αριστερών» (σ. 51).

Συνηθίζεται με το πέρασμα του χρόνου να μυθοποιεί και να εξιδανικεύει κανείς το παρελθόν. Ο Φραγκόπουλος ακολουθεί έναν αντίθετο δρόμο, της απομυθοποίησης, αφού πρώτα μακαρίσει εκείνους που είχαν την ευτυχία να ζήσουν σε εποχή μυθική δια τον μύθων, δηλαδή και τον Μάρκο της δεκαετίας του 40:  «Μακαρίζει κανείς εκείνους τους ανθρώπους που έζησαν σε καιρούς όπου ο μύθοι ανθοβολούν και ας οικτίρουμε εκείνους που ζουν στην εποχή που οι μύθοι πεθαίνουν. Όμως από όλους τους ανθρώπους, οι πιο αξιολύπητοι πρέπει να είναι εκείνοι που ζουν στην εποχή που αρχίζουν οι μύθοι να ξεφτίζουν, όταν φανερώνεται η γήρανσή τους, όταν αρχίζουν να φθείρονται το υφάδι και το στημόνι τους, δηλαδή η πίστη των ανθρώπων για το άφθαρτο της ποιότητάς τους και η λάμψη της πειστικότητάς τους. Στον τόπο μας είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάθε λίγο και κάποιον άλλο μύθο, μια που η φθορά είναι ταχεία και συνεχής. Μετέφηβοι της Κατοχής, όλοι εσείς που παραδοθήκατε ολόψυχα σε προδότες-μύθους, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ».

Αυτός τους προδότες μύθους ο Φραγκόπουλος μας εμπιστεύετε σαν σκυτάλη τρυφερά στο χέρι, σε ένα μυθιστόρημα εξίσου συγκινητικό και όμοιο σε προβληματισμό με την ταινία του Edgar Reitz «Η Δεύτερη Πατρίδα» - παρότι η τελευταία είναι κατοπινότερη ως προς τον χρόνο που εκτιλύσσετε η αφήγηση και το χρόνο της δημιουργίας της- και μάλιστα σε μια γλώσσα που θα έπρεπε να βάλει σε προβληματισμό τους νεότερους πεζογράφους.

 

Αγαθοκλής Αζέλης



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Πρόχειρες προ-επιγνώσεις

 

Αυγαταίνουνε οι βραβευμένοι ποιητές

Φιλοφρονήσεις ανταλλάσσουν στα φευγάτα

Ένα σαλόνι όλος ο κόσμος μια οθόνη

Ολημερίς ζυμώνουνε εκπλήξεις

Ολονυχτίς εισπράττουνε τα λάικ

Γοργά τη σκαρφαλώσαν την κορφή

Μυρμήγκι φαίνεται το πλήθος από κάτω

Καπάρωσαν μερίδιο στη θέωση

Δεν έχει από εκεί επιστροφή

 

A.A.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

 Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

Μέσα στην ευωδιά του πρωινού, τριγυρισμένος από τις ακτίνες της ουράνιας γαλανότητας, πορευόταν ένας νεαρός με κατεύθυνση βουνά που έγνεφαν κι ένιωθε την χαρούμενη καρδιά του να χτυπάει συντονισμένη με όλους τους παλμούς του κόσμου. Δίχως κινδύνους κι ελεύθερος ακολουθούσε τον δρόμο του ώρες πολλές διασχίζοντας το ανοιχτό τοπίο, μέχρι που άξαφνα, στην είσοδο ενός δάσους, τριγύρω του, κοντά και μακριά συνάμα, ακατανόητα, ήχησε μια φωνή: «Μην περάσεις αυτό το δάσος, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να διαπράξεις φόνο». Εμβρόντητος κοντοστάθηκε ο νεαρός, κοίταξε προς όλες τις πλευρές, και καθώς δεν φαινόταν κανένα ζωντανό πλάσμα, κατάλαβε πως του είχε μιλήσει ένα πνεύμα. Όμως η τόλμη του ξεσηκώθηκε αρνούμενη να υπακούσει σε μια τόσο σκοτεινή πρόσκληση κι επιβραδύνοντας μόνο λίγο το βήμα του, περπατούσε σταθερά προς τα εμπρός, αλλά με τεταμένες τις αισθήσεις, για να αντιληφθεί εγκαίρως τον άγνωστο εχθρό, που φαίνεται να του ανακοίνωσε εκείνη την προειδοποίηση. Κανέναν δεν συνάντησε, κανείς ύποπτος θόρυβος δεν έγινε αντιληπτός, κι ανενόχλητος ο νεαρός σύντομα βγήκε απ’ τη βαριά σκιά των δέντρων στο ξέφωτο. Κάτω από τα τελευταία μακριά κλαδιά κάθισε λίγο να ξεκουραστεί κι έστρεψε το βλέμμα του πέρα από ένα εκτεταμένο λιβάδι, προς τα βουνά, από τα οποία ξεχώριζε το καθαρό περίγραμμα μιας ακίνητης κορυφής ως τελευταίος υψηλός στόχος. Δεν πρόλαβε όμως να σηκωθεί ο νεαρός και για δεύτερη φορά ακούστηκε η ακατανόητη φωνή, τριγύρω του, κοντινή ταυτόχρονα κι απόμακρη, όμως ακόμη πιο αποτρεπτική από την πρώτη φορά: «Μην περάσεις αυτό το λιβάδι, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να φέρεις την καταστροφή στην πατρίδα σου.» Και τούτη τη νέα προειδοποίηση απαγόρευσε στον νεαρό να την υπακούσει η περηφάνια του, ναι, χαμογέλασε στον χειμαρρώδη λόγο, που κόμπαζε με μυστηριώδη νοήματα κι επιτάχυνε το βήμα του, αβέβαιος μέσα του αν φτέρωνε τον βηματισμό του ανυπομονησία ή ανησυχία. Υγρή βραδινή ομίχλη άχνιζε στην πεδιάδα, όταν τελικά στάθηκε μπροστά στο πέτρινο τοίχωμα, που λογάριαζε να υπερνικήσει. Όμως δεν πρόλαβε να πατήσει τη γυμνή πέτρα κι ακούστηκε τριγύρω του, ακατανόητα, κοντά και μακριά συνάμα, πιο απειλητικά από πριν: «Μη συνεχίσεις, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να υποστείς τον θάνατο.» Τότε ο νεαρός άφησε ένα πολύ δυνατό γέλιο στον αέρα και συνέχισε δίχως δισταγμό και χωρίς βιασύνη την πορεία του. Όσο περισσότερο τον ζάλιζε το μονοπάτι που τον οδηγούσε ψηλά, τόσο πιο ελεύθερα ένιωθε το στέρνο του να ανοίγει και στην κορυφή που με θάρρος σκαρφάλωσε, πύρωνε η τελευταία λάμψη της ημέρας το κεφάλι του. «Να ’μαι!» φώναξε με φωνή λυτρωμένη. «Αν ήταν δοκιμασία, καλό ή κακό πνεύμα, τότε την πέρασα με επιτυχία. Κανένας φόνος δεν βαραίνει την ψυχή μου, άθικτη γλυκοκοιμάται η αγαπημένη πατρίδα, κι εγώ ζω. Κι όποιος και να ’σαι, είμαι πιο δυνατός από σένα, γιατί δεν σε πίστεψα και καλά έκανα.»

Τότε ξετυλίχτηκε σαν καταιγίδα που ξεκίνησε από τα πιο απόμακρα μέρη και πλησίαζε όλο και πιο κοντά: «Νεαρέ, γελιέσαι!» και η δύναμη της βροντής έριξε κάτω τον διαβάτη.

Εκείνος όμως ξάπλωσε κατά μήκος της στενής κορυφογραμμής, σαν να είχε την πρόθεση να αναπαυτεί εδώ, και με μια ειρωνική σύσπαση της άκρης των χειλιών του είπε σαν να μονολογούσε: «Μήπως έκανα στ’ αλήθεια κανέναν φόνο και δεν το πήρα είδηση;»

Και βούιξε τριγύρω του: «Το απρόσεκτο βήμα σου ποδοπάτησε ένα σκουλήκι.»

Αδιάφορα απάντησε ο νεαρός: «Λοιπόν, δεν μου μίλησε ούτε καλό ούτε κακό πνεύμα, αλλά ένα αστείο πνεύμα. Δεν ήξερα ότι κυκλοφορεί και τέτοιο πράγμα στον αέρα, γύρω από μας τους θνητούς!»

Τότε βρόντηξε τριγύρω στο χλωμό λυκόφως του υψώματος: «Δεν είσαι λοιπόν ο ίδιος με εκείνον που σήμερα το πρωί ένιωθε την καρδιά του να χτυπά στον ίδιο ρυθμό με όλους τους παλμούς του κόσμου, που σου φαινόταν περιορισμένη μια ζωή που από τη χαρά και τη φρίκη της τίποτε δεν φτάνει στην αναίσθητη ψυχή σου;»

«Αν εννοείται έτσι το πράγμα» αποκρίθηκε ο νεαρός ζαρώνοντας το μέτωπο, «τότε είμαι εκατοντάδες και χιλιάδες φορές ένοχος. Όπως κι άλλοι θνητοί, που το απρόσεκτο βήμα τους εξοντώνει αμέτρητα μικρά όντα ξανά και ξανά, δίχως κακή πρόθεση.»

«Για ένα από αυτά προειδοποιήθηκες όμως. Ξέρεις για ποιον σκοπό ήταν ταγμένο το συγκεκριμένο σκουλήκι στην ατέρμονη πορεία του γίγνεσθαι και των συμβάντων;»

Με χαμηλωμένο το κεφάλι αποκρίθηκε ο νεαρός: «Καθώς δεν το ξέρω ούτε μπορώ να το ξέρω αυτό, ας σου εξομολογηθώ ταπεινά ότι στην πορεία μου μέσα στο δάσος, ανάμεσα σε πολλούς άλλους φόνους έκανα κι εκείνον ακριβώς που είχες τη θέληση να εμποδίσεις. Όμως είμαι στ’ αλήθεια περίεργος να μάθω, πώς κατόρθωσα στη διαδρομή μου στα λιβάδια να προξενήσω κακό στην πατρίδα μου.»

«Είδες την πολύχρωμη πεταλούδα», ρώτησε ένας ψίθυρος τριγύρω του, «νεαρέ, που πετάρισε για λίγο στα δεξιά σου;»

«Πολλές είδα, κι εκείνην που ίσως εννοείς.»

«Πολλές είδες! Μερικές τις έβγαλε από τον δρόμο τους η πνοή των χειλιών σου· όμως αυτήν που εννοώ, την κυνήγησε η άγρια αναπνοή σου ανατολικά και φτεροκόπησε μίλια μακριά, όλο και πιο μακριά, μέχρι που πέρασε τα χρυσά κάγκελα που περιφράζουν τον βασιλικό κήπο. Όμως από αυτήν την πεταλούδα θα κατάγεται η κάμπια που μες στη χρονιά θα συρθεί ένα καλοκαιρινό απόγευμα στον λευκό αυχένα της νεαρής βασίλισσας και θα την ξυπνήσει τόσο απότομα από τον γλυκό της ύπνο, που η καρδιά της θα παγώσει στο σώμα της και θα χάσει τον καρπό της κοιλιάς της. Κι αντί για τον κανονικό γόνο, που έχασε με δόλο τη ζωή του, θα κληρονομήσει το βασίλειο ο αδελφός του βασιλιά· ύπουλος, διεφθαρμένος και φριχτός καθώς είναι φτιαγμένος, θα ρίξει τον λαό σε απελπισία, αγανάκτηση και τελικά, για να σωθεί ο ίδιος, στη δίνη του πολέμου, που θα φέρει ανυπολόγιστη καταστροφή στην αγαπημένη σου πατρίδα. Για όλα αυτά δεν ευθύνεται κανείς άλλος από εσένα, νεαρέ, που η άγρια πνοή σου οδήγησε την πολύχρωμη πεταλούδα εκείνου του λιβαδιού ανατολικά και πέρασε τα χρυσά κάγκελα και κατέληξε στον κήπο του βασιλιά.»

Ο νεαρός σήκωσε τους ώμους: «Ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν όπως τα προβλέπεις, αόρατο πνεύμα, πώς θα μπορούσα να το αρνηθώ, αφού στη γη πάντα το ένα είναι επακόλουθο του άλλου, συχνά μάλιστα κάτι τρομερό προέρχεται από κάτι ασήμαντο και κάτι ασήμαντο από κάτι τρομερό; Όμως τι μπορεί να με παρακινήσει να εμπιστευτώ ακριβώς αυτή την προφητεία, όταν δεν εκπληρώθηκε η άλλη, που με απειλούσε με τον θάνατό μου για το σκαρφάλωμα στον βράχο;»

«Όποιος ανέβηκε εδώ πάνω», ήχησε γύρω του τρομακτικά, «πρέπει και να ξανακατέβει, εάν επιθυμεί να συνεχίσει να περιφέρεται ανάμεσα στους ζωντανούς. Το έχεις σκεφτεί;»

Τότε ο νεαρός σηκώθηκε απότομα, σαν να είχε την πρόθεση να πάρει αμέσως τον σωτήριο δρόμο της επιστροφής. Όμως όταν αντιλήφθηκε με αιφνίδια φρίκη την αδιαπέραστη νύχτα που τον περιέβαλλε, αντιλήφθηκε ότι για ένα τέτοιο παράτολμο ξεκίνημα χρειαζόταν φως· και για να είναι βέβαιος ότι θα είχε καθαρές αισθήσεις το πρωί, ξάπλωσε ξανά στη στενή βουνοκορφή κι επιθύμησε με πάθος έναν δυναμωτικό ύπνο. Όμως όσο κι αν έμενε ξαπλωμένος ακίνητος, οι σκέψεις και οι αισθήσεις του έμεναν ξύπνιες και τα κουρασμένα βλέφαρα ανοιχτά, κι ανατριχιαστικά προαισθήματα διαπερνούσαν την καρδιά και τις φλέβες του. Το ιλιγγιώδες βάραθρο έρχονταν ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια του, αυτό που ήταν ο μοναδικός δρόμος επιστροφής στη ζωή· αυτός, που πάντα ήταν βέβαιος για τα βήματά του, ένιωθε να ζυμώνονται στην ψυχή του άγνωστες μέχρι τότε αμφιβολίες και να τον διαπερνούν επώδυνα, μέχρι που δεν μπορούσε πια να τις αντέξει και αποφάσισε να τολμήσει αμέσως το αναπόφευκτο, παρά να περιμένει τη μέρα βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα. Και ξανά σηκώθηκε για την αλαζονική του προσπάθεια, δίχως την ευλογία του φωτός, μόνο με το ψηλαφητό του βήμα να ελέγξει τον επικίνδυνο δρόμο. Δεν πρόλαβε όμως να πατήσει το πόδι του στο σκοτάδι και συνειδητοποίησε σαν μια οριστική ετυμηγορία, ότι πολύ σύντομα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η προφητεία για το πεπρωμένο του. Και με θλιμμένη οργή φώναξε στον αέρα: «Αόρατο πνεύμα που με προειδοποίησες τρεις φορές, που δεν σε πίστεψα τρεις φορές και τώρα υποκλίνομαι μπροστά σου ως τον ισχυρότερο -πριν με καταστρέψεις, πες μου ποιος είσαι.»

Κι ακούστηκε να διαπερνά τη νύχτα ασφυκτικά κοντά κι ανεξιχνίαστα μακριά συνάμα η φωνή: «Κανένας θνητός δεν με έχει γνωρίσει μέχρι τώρα, κι ονόματα έχω πολλά. Πεπρωμένο με ονομάζουν οι δεισιδαίμονες, οι τρελοί σύμπτωση και οι ευσεβείς θεό. Όμως γι’ αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους σοφό, είμαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν.»

«Τότε σου δίνω την κατάρα μου την τελευταία μου στιγμή», φώναξε ο νεαρός, με την πίκρα του θανάτου στην καρδιά. «Γιατί, αν είσαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν, τότε έπρεπε να γίνουν όλα όπως έγιναν, τότε έπρεπε να διασχίσω το δάσος για να διαπράξω έναν φόνο, έπρεπε να βαδίσω σε αυτό το λιβάδι για να καταστρέψω την πατρίδα μου, έπρεπε να σκαρφαλώσω στον βράχο για να βρω την κάθοδό μου -παρά την προειδοποίησή σου. Γιατί λοιπόν ήμουν καταδικασμένος να την ακούσω, τρεις φορές, αφού δεν θα με ωφελούσε σε τίποτα; Έπρεπε να γίνει κι αυτό; Και γιατί, ω ύψιστη ειρωνεία, να πρέπει ακόμη και την τελευταία μου στιγμή να σου κλαψουρίσω το αδύναμο γιατί μου;»

Τότε έφτασε στον νεαρό, σαν να απλωνόταν στα άκρα του αόρατου ουρανού, βαρύ από φοβερή απάντηση και σοβαρό, ένα ακατανόητο γέλιο. Όμως καθώς προσπαθούσε να αφουγκραστεί στο βάθος, παραπάτησε κι έχασε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του· κι έπεσε λοιπόν στον γκρεμό, βαθύτερο από εκατομμύρια γκρεμούς -σε ένα σκοτάδι, που μέσα του παραμόνευαν όλες οι νύχτες που ήρθαν και θα έρθουν από την πρώτη αρχή μέχρι το τέλος των κόσμων.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Κτέρισμα

Όταν μοιράστηκε στα δυο η οικοσκευή

Του δόθηκε η άνεση να πάρει και να φύγει

Ερήμην

Μερόνυχτα ξεδιάλεγε διστακτικά

Μα πάλι τα επέστρεφε στη θέση τους

Η μετακόμιση ολοκληρώθηκε εγκαίρως

Μ΄ ένα δικό της μόνο αναμνηστικό στο χέρι

και την αλμύρα του ύστερου γιαλού

Το ανάλαφρο μαγιώ της να λευκαίνει

Σποραδικά το ανέσυρε το κτέρισμα

Και πίσω πάλι διπλωμένο στο συρτάρι

Ώσπου ξεχείλωσε το λάστιχο

Κι έγινε η σκιά σκιά του εαυτού της

Η ίδια η απώλεια κατολισθαίνοντας

Σκεπάζοντας τον χρόνο με προσχώσεις

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Πολυτεχνείο 2025 μ.Χ. ή (αδι)έξοδος

Στη Μ. και στη Μ.

 

Να έγινε έτσι ή έτσι θυμάμαι; Όπως και να έχει, είναι σίγουρο ότι στα τελευταία χρόνια του δημοτικού ένα από τα αγαπημένα παιγνίδια μιας κατηγορίας αγοριών ήταν ο πόλεμος. Σε διάφορες εκδοχές. Καουμπόηδες και Ινδιάνοι, Γερμανοί κατακτητές και Έλληνες, κλέφτες κι αστυνόμοι. Είμασταν λοιπόν μπαρουτοκαπνισμένα τα πεμπτάκια του 1ου Δημοτικού Σχολείου Καλλιθέας, όταν η συμμαθήτριά μας Ζ. Ε., της οποίας ο πατέρας ήταν δημόσιος υπάλληλος κι ως εκ τούτου είχε λίγες κουβέντες με μας τους παρακατιανούς, μας είπε με φόβο ότι οι φοιτητές ξεκίνησαν πόλεμο και τα καταστρέφουν όλα στο κέντρο της Αθήνας, που εμείς ποτέ δεν το είχαμε δει. Η χαρά μας ήταν ασυγκράτητη και σχεδόν αγκάλιασα τον φίλο μου Δ.Β., αρχηγική φυσιογνωμία -για την ακρίβεια εγώ τον είχα πλάσει αρχηγικό, είχε άλλωστε μάνα νέα και καλοντυμένη που φορούσε μάλιστα γυαλιά ηλίου όταν ήρθε μια μέρα στο σχολείο για ενημέρωση και παραφύλαγα με αδημονία για συστάσεις κι εκείνη με κοίταξε με περιφρονητική περιέργεια συνδυασμένη με ανησυχία (τα σκέφτηκα τότε ή είναι εντυπώσεις της παρούσας στιγμής;) και ίσως με βοήθησε να καταλάβω αργότερα γιατί ποτέ δεν έτυχε να παίξω με τον γιο της εκτός σχολείου… Μα γιατί χάνω τον ειρμό και το  σπουδαίο θέμα; Εδώ είχαμε να κάνουμε με  επικίνδυνα στοιχεία, σαν τους συμμαθητές της μεγάλης μου αδελφής, που φοράγανε ψηλοκάβαλα τζιν καμπάνα και ήτανε θρασείς γεγέδες και μερικοί είχαν μηχανάκια  κι άλλα πολλά εκφοβιστικά, σαν αυτόν τον δεκαεφτάρη που μου φαινόταν τόσο μεγάλος και σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε τροχαίο κι είπαν κάποιοι μεγάλοι πως καθάρισε η γειτονιά, κι εγώ, πρώιμος γλωσσοπλάστης τους είχα ονομάσει αντίντες, για να ευθυγραμμιστώ με τον αρσενικό αρχηγό της οικογένειας. Δεν ξέρω γιατί εκείνο το βράδυ και τα επόμενα ο πολύ αυστηρός πατέρας μου σύνδεσε πάλι την κεραία του τρανζίστορ, χρησιμοποιώντας ένα καλώδιο, με το πολύφωτο, κι άκουγε, ακούγαμε σιωπώντας οι μικρότεροι, ένα σταθμό στα βραχέα που ονομαζόταν «Η φωνή της αλήθειας» κι έλεγε διαφορετικά πράγματα από τη συμμαθήτριά μου, που δεν τα πολυκαταλάβαινα. Πάντως ο εκφωνητής έδειχνε θυμωμένος. Ο πατέρας επίσης. Πήγαμε το Σάββατο στο σχολείο ή δεν πήγαμε; Είχε απαγορευτικό κυκλοφορίας μήπως; Το ήξερα τότε ή το έμαθα μετά; Αν θυμάμαι καλά, ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι πολύ νωρίς, δίχως να κάνει το μεροκάματο στην οικοδομή. Τον σταμάτησε η αστυνομία στην Πατησίων. Άλλοι ξέπλεναν με μάνικες τους δρόμους. Μας τα αφηγήθηκε σε μεγάλη υπερένταση στο σπίτι. Άρα δεν ήμουν στο σχολείο. Όπως και να έχει, όταν πήγα ξανά στο σχολείο, έμαθα από τη γνωστή συμμαθήτρια ότι οι φοιτητές επιχείρησαν να καταλύσουν το κράτος κι ευτυχώς τους εμπόδισε η αστυνομία. Κι ότι ο πόλεμος είχε σταματήσει, προς μεγάλη μου θλίψη. Ευτυχώς συνεχιζόταν ο «Άγνωστος Πόλεμος» (;) με ένα υπολοχαγό Βαρτάνη (;) στην τηλεόραση, όμως δίχως όφελος για μένα, καθώς μου υπενθύμιζαν διαρκώς οι αφηγήσεις των συμμαθητών ότι δεν είχαμε τηλεόραση στο σπίτι, και δεν θυμάμαι αν ήταν τότε που οι πάμφτωχοι γονείς μου έφεραν από την αγορά μια κούτα γάλα Βλάχας συμπυκνωμένα, μία με ζάχαρη και μια Τρίτη με αλεύρι. Λίγα θυμάμαι από τότε, δεν ξέρω γιατί και δεν ξέρω αν θα ωφελούσε να θυμάμαι περισσότερα. Σίγουρα θυμάμαι που με πήγε ο πατέρας μου στην πρώτη εκδήλωση για το Πολυτεχνείο μετά την πτώση της χούντας, που δεν ήξερα τότε τι σημαίνει, κι άκουγα τραγούδια που μου προκαλούσαν ανατριχίλα κι αργότερα έμαθα ότι τα έγραψε ένας σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης, («Σώπα όπου να’ ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» κι άλλα πολλά). Θυμάμαι ότι ως μαθητές συμμετείχαμε σε πορείες στην επέτειο του Πολυτεχνείου – δεν ξέραμε ακριβώς τον λόγο, όμως ξέραμε πως έτσι έπρεπε. Κάνοντας αποχή εκείνη τη μέρα. «Διομήδη ζεις, εσύ μας οδηγείς», ήταν το σύνθημα που άγγιζε περισσότερο εμάς τους μικρότερους. Μετά γίναμε κι εμείς φοιτητές, Σχεδόν άχνιζε ακόμη η πεσμένη σιδερένια Πύλη τότε. Και το Πολυτεχνείο έγινε δική μας υπόθεση. Δική μας ή δική τους τελικά; Τα χρόνια περνούσαν, τα χρόνια περνάνε. Τα γεγονότα έγιναν μύθος, ο μύθος έφερε αμφισβήτηση, η αμφισβήτηση αδιαφορία, η αδιαφορία βεβαιότητες, «έλα μωρέ τώρα» …, ακολούθησε πλασματική ευμάρεια, πρωταγωνιστές της ρήξης έγιναν πρωταγωνιστές του νέου κατεστημένου, την πλασματική ευμάρεια την αντικατέστησε πτώχευση και μνημόνια, με τη χώρα και τη δημοκρατία στον γκρεμό, με τους πρώην νέους δήθεν σοφούς γέροντες, με τους νέους νέους να κατηγορούνται, μολονότι δεν φοράνε καμπάνες, ότι δεν ξέρουν τι θέλουν, ότι δεν θέλουν να εργάζονται (με εξευτελιστικούς μισθούς), ότι σκέφτονται μόνο την καλοπέραση (γι’ αυτό μεταναστεύουν άραγε έτοιμοι περιζήτητοι επιστήμονες;), ότι δεν παντρεύονται (για να συνεχίσουν τη μεγάλη επιτυχία της προηγούμενης γενιάς ;), ότι είναι αγράμματοι και ξέρουν ως πτυχιούχοι πολύ λιγότερα από ό,τι οι απόφοιτοι γυμνασίου της προηγούμενης γενιάς (οι εξαγόμενοι ως επιστημονικό δυναμικό στις πιο προηγμένες χώρες της υφηλίου…) Νοέμβριος  (Νοέμβρης, όπως λένε οι πιο επαναστάτες, που εκφράζονται καλύτερα) του 2025, πέρασε η στρογγυλή επέτειος, πέθανε κι ο βάρδος της Πλατείας που ήταν γεμάτη με το νόημα που είχε κάτι απ’ τις φωτιές, πέθανε και μια εποχή μαζί του και δεν πρόλαβα να ρωτήσω, τι να κάνω τώρα, που βγαίνω από αυτήν την φυλακή και κανείς πια δεν με περιμένει; Και ποιος περιμένει πια τα μοναχικά παιδιά μας; Και τι δικαιούμαστε να περιμένουμε από αυτά;

 Α.Α.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Απόστολος Παληός, Εν ευθέτω χρόνω, Εκκρεμές, Αθήνα 2021.

Έχοντας πριν από πολλά χρόνια την αγαθή τύχη να γνωριστώ με τον εκλεκτό πιανίστα Απόστολο Παληό στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων, συζήτησα αρκετά μαζί του στα διαλείμματα των μαθημάτων και στα κενά και ανακάλυψα πίσω από τον μουσικό έναν συγκροτημένο διανοούμενο. Μου πρόσφερε τότε την ευκαιρία μιας συνέντευξης με θεματικό επίκεντρο τη μουσική, η οποία από τότε κάθε φορά που δινόταν η ευκαιρία αποτελούσε  αντικείμενο διδασκαλίας για τους μαθητές μου. Εκείνη η συνέντευξη ήταν το τεκμήριο ενός ιδιαίτερου λόγου, με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια, εύρος παιδείας και στοχαστικό βάθος, τα οποία προοιώνιζαν συγγραφικό μέλλον. Ενώ όμως περίμενα δοκιμιακές εκλάμψεις, ο στοχασμός περνώντας από την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του μουσικού επέλεξε την ποιητική φόρμα για έκφραση, η οποία είναι πιο κοντά στη μουσική. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Εν ευθέτω χρόνω», για την οποία διαπίστωσα διαβάζοντας ότι ήταν εύθετος ο χρόνος, πράγμα που εξηγεί την έκδοση από έναν εκλεκτικό εκδοτικό οίκο, δίπλα σε βιβλία της σπουδαίας π.χ. νομπελίστας συγγραφέως Ελφρίντε Γέλινεκ και άλλων. Η γειτονιά μας αντικαθρεφτίζει πολλές φορές και τις δικές μας ιδιότητες.

Η πρώτη γενική αίσθηση που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι γίνεται σύνδεση του λόγου των θετικών επιστημών και των θεωρητικών γραμμάτων. Έτσι, αν ο λόγιος τίτλος ορίζει το ανθρωπιστικό πλαίσιο γεωδαισίας του κόσμου, μαζί με τίτλους ποιημάτων όπως Απολογισμός, Αρκτικόλεξο, Κύκνειο, Κερκόπορτες, αναβλύζουν από τις σχισμές πολλών ποιημάτων λέξεις των θετικών επιστημών αναβαπτιζόμενες σε καινοτόμες τολμηρές χρήσεις που τους δίνουν μια εκρηκτική λειτουργία όχι με χαρακτήρα πυροτεχνήματος αλλά λάμψης διαρκείας: π.χ. Συμπαντικό, Ανόργανη χημεία, «Πειθ-αγοραίο» θεώρημα (τι ευρηματικό αλήθεια!), Θεώρημα γεωμετρίας. Ίσως είναι πρόωρο ακόμη να το πω, όμως ο συνδυασμός, όπως και τα ποιήματα αναλυτικότερα, με παρέπεμψαν στη γερμανική παιδεία του ποιητή.

Η συλλογή εγκαινιάζεται με το ποίημα «Συνταγή», η διαλογική μορφή του οποίου, σε συνδυασμό με την υπαρξιακή του προβληματική, παραπέμπουν στο καβαφικό «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», όμως ο τρόπος είναι πιο στακάτος με τη μορφή στιχομυθίας.

Η ανάγνωσή του φωτίζει καλύτερα τον ισχυρισμό:

 

ΣΥΝΤΑΓΗ


-Γι' αυτή τη συνταγή θα χρειαστούμε αλάτι.

-Ιμαλαΐων, σεφ;

-Του ιδρώτα του κορμιού σου ιδανικό.

-Μια πρέζα μόνο;

-Μια πρέζα ποτέ δεν είναι αρκετή.

Γι' αυτό τη λένε πρέζα!

-Και τι ακόμα θα χρειαστούμε, σεφ;

-Κανέλα και γαρύφαλλο.

-Και πού να πάω να τα βρω;

-Εύκολο είναι. Το πρώτο πάρ' το

απ' του ματιού σου το γλαυκό.

Και για το δεύτερο

τα υγρά σου χείλη στράγγιξε λίγο.

-Εντάξει, σεφ. Πηγαίνω.

-Μισό λεπτό! Θα χρειαστώ και ξύσμα.

-Πορτοκαλιού ή λεμονιού;

Ξύσμα ακαθόριστο.

-Του ακαθόριστου της ύπαρξής σου.

-Κι αν η essence που θα αφήσει βγει αποτυχία;

Τότε θα είναι σίγουρα η νοστιμότερη συνταγή

που θα 'χω ποτέ φτιάξει.

 

 Αιφνιδιαστικό, εκρηκτικό θα χαρακτήριζα το ξεκίνημα, μέσα στο οξύμωρο, αν μου επιτρέπεται, του τίτλου «Συνταγή» και της κομβικής λέξης «ακαθόριστο». Το καθορισμένο της συνταγής και το ακαθόριστο του αποτελέσματος αντικαθρεπτίζουν την υπαρξιακή πάλη ανάμεσα στην προσπάθεια να προγραμματίσει ο άνθρωπος τη ζωή του, το έργο του, και στο αποτέλεσμα που μπορεί να δραπετεύσει από τον προγραμματισμό του δημιουργού, μετατρέποντας πιθανώς την θεωρούμενη ως αποτυχία στην επιτυχία του καινοφανούς, όπως μπορεί να είναι η πρωτοποριακή τέχνη, η οποία αρνείται να ακολουθήσει την πεπατημένη. Υπαρξιακό το ποίημα, διαλογική η μορφή, όμως ποιος να είναι άραγε ο σεφ με τον οποίο διαλέγεται το ποιητικό υποκείμενο, σεφ ο οποίος έχει την πρωτοβουλία κινήσεων στον διάλογο; Είναι ο αρχιμάγειρας, ο οποίος δικαιολογεί την επιφανειακή σημασία της λέξης «Συνταγή»; Ή αν αναλογιστούμε τη γερμανική παιδεία του ποιητή, ο αρχηγός, ο Δημιουργός με κεφαλαίο Δ ίσως, ο οποίος χρησιμοποιεί τα σταθερά στοιχεία του σώματος, για να τα συνδυάσει με τα ασταθή, το ακαθόριστο της ύπαρξης που καθιστά την εξέλιξη του ανθρώπου ενδιαφέρουσα μες στην αβεβαιότητα;

Στο εξαιρετικό δεύτερο κατά σειρά ποίημα με τίτλο «Συμπαντικό» κυριαρχεί ο ευρηματικός συνδυασμός της λέξης του τίτλου με τη σημασία της καθολικής ισχύος, με τη χρήση συμβόλων από την απεραντοσύνη του σύμπαντος, για να τιθασεύσει το τέλος με τη διάρκεια, να μαλακώσει τον πόνο του τέλους του χρόνου με την ανάμνηση του χρόνου, της ζωής που αυτό προσφέρει:

 

ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ

 

Ψυχρές μεταλλάξεις του κατασκότεινου είναι

Κουρελιασμένο φεγγάρι μιας αδηφάγας νύχτας

Αστεροειδείς κομήτες διάττοντες αστέρες

σα θραύσματα διασπείρονται

σημάδια, τραύματα στο πολύπαθο κορμί

του ουράνιου μαυροπίνακα

 

Συμπαντική αγάπη δεν πρόλαβες να ζήσεις...

Οι μαύρες τρύπες το αίμα σου

σταγόνα σταγόνα στράγγιξαν

 

Αλλά να ελπίζω ουδέποτε θα πάψω

Κάθε που σβήνει ένα άστρο

ανάμνηση χρόνου κουβαλά

Κι ας μην το ξέρει

 

 Ακόμη και η εν αγνοία ανάμνηση είναι θετικό δομικό στοιχείο του σύμπαντος και της ζωής.

Στο ποίημα «Παροχών δωδεκάλογος» (διακειμενική αναφορά στον Παλαμά άραγε;) έχουμε μια δωδεκάλογη προετοιμασία της εκρηκτικής ομολογίας ενός «Εσύ» με κεφαλαίο αρχικό, μιας απουσίας διαρκείας, μιας απουσίας παντοτινής, που θυμίζει το δωδεκάστομο πηγάδι του Celan. Αναλογιζόμενος μια ανάλυση του Gadamer για ένα άλλο ποίημα του Celan, το εσύ μπορεί να είναι ο συν-άνθρωπος ο ποθητός ή ο Θεός, με διαφορετική ερμηνευτική έκβαση του ποιήματος σε κάθε περίπτωση. Άλλωστε ο αναγνώστης γράφει το ποίημα μαζί με τον δημιουργό του, καθώς το συμπληρώνει με την ερμηνευτική του ανά-γνωση:

 

ΠΑΡΟΧΩΝ ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

 

Παροχή νερού κλειστή

Στέγνωσε πια το στόμα

Και όλα μέσα μου

 

Παροχή ρεύματος σβηστή

Η τεχνητή υποστήριξη πνέει τα λοίσθια

Ευθεία γραμμή Ήχος μονότονος

 

Παροχή ελπίδας αδρανής

Για να αποκοπεί κάθε ψευδαίσθηση ψευδαίσθησης

 

Παροχή οξυγόνου ασταθής

Και τι χρειάζεται αλήθεια

χωρίς πνεύμονες;

 

Παροχή έρωτος μάταιη

Αφού ούτε καρδιά υπάρχει!

 

Παροχή θάρρους άτολμη

Τι να αξιώσει άραγε ένα σαρκίο

αδειανό;

 

Παροχή μοναξιάς άοσμη

Στυφής μυρωδιάς άρωμα άτονο

Πέρασε βλέπεις καιρός πολύς.

 

Παροχή ζωής άγευστη

Γεύση πτώματος χωρίς ζωή

 

Παροχή αλήθειας άχρωμη

Ούτε καν ασπρόμαυρη

Πνεύμα ανήμπορο να τη δει

 

Παροχή ψυχής άνευρη

Μη δεν υπήρξε ποτέ;

Σώμα ανήμπορο να τη δεχθεί

 

Παροχή μνήμης παρούσα

Παρούσα μες στης λήθης την ανυπαρξία

Παροχή από Εσένα απούσα

Διαρκώς απούσα

Για πάντα απούσα

 

Ξεθυμαίνει λοιπόν κι μοναξιά; Τι παρήγορη ποιητική αποκάλυψη! Και τι πολυσύνθετος στίχος «Παρούσα μες στης λήθης την ανυπαρξία» με τις αλληλοαναιρούμενες υπαρξιακές έννοιες»! Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου ποιήματος με παρέπεμψε στη σύνθεση του Ραβέλ «Μπολερό».

Στην «Ανόργανη χημεία», ένα άκρως εκφραστικό ποίημα, ο ποιητής ανοίγει νέους εκφραστικούς δρόμους φιλοτεχνώντας μια υπαρξιακή τυραννία του έρωτα στο εργαστήριο του έρωτα, με όλους τους πειραματισμούς του συνδυασμού υλικών να οδηγούν στο κενό και στο μάταιο. Μήπως έχουμε την επίγνωση του ανεπίτευκτου του απόλυτου έρωτα-σύντηξης; Και τι επιτυγχάνει τελικά η σύντηξη; Δημιουργεί ή καταστρέφει; Η απάντηση, όπως θα διαβάσετε, παραμένει ανοιχτή:

 

ΑΝΟΡΓΑΝΗ ΧΗΜΕΙΑ

 

Ξημέρωσε.

Άνοιξαν τα φώτα στο εργαστήριο.

 

Υδρογόνο 2, οξυγόνο.

Ύδωρ. Πηγή ζωής.

Για μένα ήσουν. Κάποτε.

 

Άζωτο, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο του αζώτου.

Αέριος ρύπος.

Έχεις εσύ πια γίνει.

 

Θείο, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο στο θειάφι.

Καύση ορυκτών ψυχής

βροχή όξινης θλίψης.

 

Ανόργανη χημεία

ανόργανη αγάπη

ανόργανη ζωή.

Και σώμα ανόργανο

κορμί από όργανα άδειο.

 

Ας προσπαθήσω με την οργανική χημεία... μήπως...

 

Άνθρακας, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο του άνθρακα.

 Κάποτε τη φωτοσύνθεση της πλάσης μου

άγρυπνα έτρεφες.

Τώρα μια τρύπα όζοντος στο μέσα μου

σαδιστικά διανοίγεις.

Άνθρακας άνθρακας και πάλι άνθρακας.

Ο θησαυρός.

 

Και αιθανόλη.

Άνθρακας 2, υδρογόνο 6, οξυγόνο.

Πτητική στις πτήσεις των ονείρων.

Εύφλεκτη στις φλόγες των παθών.

Τοξική στο τόξο των μνημών.

 

Διύλιση. Διάλυση.

Διήθηση. Καταβύθιση.

Εξάτμιση. Εξαέρωση. Εξαΰλωση.

Εξιλέωση.

 

 Χημική ένωση.

Ψυχική εκκένωση.

Σχάση αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Σχέση αλυσοδεμένων δράσεων.

 

Φτάνει!

 

Σβήσαν τα φώτα στο εργαστήριο.

Αύριο πάλι.

Σα σε σισύφειο μαρτύριο

τη μαγική μας σύντηξη

να αναζητώ

μα μόνο σύμπτυξη κενού και μάταιου

να πετυχαίνω.

 

Στο ποίημα «Ατελές μου ιδανικό» έχουμε μια εκπληκτική συναισθηματική αγωγή, υπαρξιακή ωρίμανση μέσα από την οποία το σκουληκάκι του ανικανοποίητου μεταμορφώνεται στην πεταλούδα (στην αρχαία της ονομασία: ψυχή) της επίγνωσης:

 

ΑΤΕΛΕΣ ΜΟΥ ΙΔΑΝΙΚΟ

 

Πρώτα

στης λογικής την πλάνη πίστευα

πως δεν υπάρχει Ιδανικό

μέχρι Εσένα να γνωρίσω.

 

 Ύστερα

στου έρωτα τη ζάλη νόμιζα

πως είσαι Εσύ το Ιδανικό

ώσπου τις ατέλειές σου να αντικρίσω.

 

Τέλος

στου χρόνου τη φθορά θεώρησα

πως μια ατέλειωτη ατέλεια πια Είσαι.

 

Και ξάφνου μονομιάς κατάλαβα:

οι ατέλειές Σου

το Ιδανικό που έψαχνα

ορίζουν.

 

Μας απομένει άραγε χρόνος για την απόλαυση αυτής της επίγνωσης; Δεν απαντά, σιβυλλικός, ο ποιητής. Ίσως μας βοηθάει ο παρελθοντικός χρόνος του «κατάλαβα» της τελευταίας στροφής σε συνδυασμό με το «έψαχνα» και τον ενεστώτα, τον διαρκή χρόνο του «ορίζουν».

Στο ποίημα Σάπιο Μήλο, στο οποίο διαβάζουμε μερικούς από τους πλέον συγκλονιστικούς στίχους της ποιητικής συλλογής, ο ποιητής αρχίζει με λόγο που παραπέμπει σε μια καθημερινότητα, για να στροβιλίσει στη συνέχεια  τον αναγνώστη στη δίνη νοημάτων τα οποία τα εγκαίει μέσα του η εκφραστική τους παντοδυναμία:

  

ΣΑΠΙΟ ΜΗΛΟ

 

Σάπιο μήλο έβαψα χθες τους τοίχους

στο χρώμα του τελευταίου σου κραγιόν

Απόμεινα ύστερα να αναρωτιέμαι

που άφησε τούτο βαθύτερο αποτύπωμα

στο μαντίλι, το ποτήρι ή στο χείλος μου;

Ἡ πρέπει κάπου μέσα μου

το ίχνος του να ψάξω;

 

Σφυγμός χωρίς παλμό

Έκρηξη δίχως κρότο

Σκιά που βαδίζει τα χνάρια σου είμαι

μήπως μάντης του προορισμού σου γίνω

Μέσα τους πασχίζει να χωρέσει το πέλμα της

ξανά να τα πατήσει να μη σβήσουν

 

Μαραμένη ομορφιά της θλίψης σου γλυπτό

Λαξευμένη λύπη της μοίρας μου γραφτό

 

Τι να είναι τελικά το σάπιο μήλο; Χρώμα; Κατάσταση; Μεταβολή κατάστασης; Μήλο σύμβολο του έρωτα; Όλα μαζί; Νιώθω την ανάγκη να επαναλάβω τους στίχους «Σκιά που βαδίζει τα χνάρια σου είμαι / μήπως μάντης του προορισμού σου γίνω / Μέσα τους πασχίζει να χωρέσει το πέλμα της / ξανά να τα πατήσει να μη σβήσουν». Και ποιος δεν θα ήθελε να έχει γράψει κάποια για εκείνον αυτούς τους στίχους, ή τουλάχιστον να σκεφτεί το περιεχόμενό τους, καθώς τέτοιος λόγος είναι άπαξ συναντώμενος…!

Στο ασυνήθιστο νοηματικά ποίημα «Εν ευθέτω χρόνω», που προσφέρει και τον τίτλο στη συλλογή,  έχουμε μια ανατροπή της τάξης των πραγμάτων. Ενώ συνήθως ο έντονος έρωτας ξεθυμαίνει συν τω χρόνω, εδώ ο ποιητής τον αφήνει για το μέλλον, ως προϊόν συναισθηματικής αγωγής, η οποία θα τον βγάλει από μια υπαρξιακή-συναισθηματική «αφυδάτωση». Στο ποιητικό παρόν η στιγμή είναι απρόσφορη:

 

ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ

 

Εν ευθέτω χρόνω θα μάθω

να σ' αγαπώ.

Κάνε λίγο υπομονή.

Προσώρας δε γνωρίζω

πώς είναι να το νιώθω.

Βασικά τώρα που σου μιλώ

δεν μπορώ τίποτα απολύτως

να αισθανθώ.

Αφυδατωμένος από ψυχικά υγρά

στεγνός από διαβρωμένα συναισθήματα.

Μη θλίβεσαι σε εκλιπαρώ.

Το βλέμμα σου μην αποστρέφεις.

Θα μάθω. Θα μπορέσω.

Να σ' αγαπήσω.

Εν ευθέτω χρόνω.

Θεού θέλοντος.

Καιρού επιτρέποντος.

 

Αναδεικνύεται στο ποίημα μια προσωρινή συναισθηματική αδυναμία, αναπηρία σχεδόν. Συνάμα όμως αναδύεται μια υπόσχεση, μια ικμάδα φωτός μέσα στην τραγικότητα του παρόντος, η οποία ικμάδα προκύπτει από τη συνάντηση.

Θα κλείσω με ένα ποίημα κάπως διαφορετικό, στο οποίο κυριαρχεί μια ορθολογιστική γλωσσική επιφανειακή στιβάδα, η οποία αφήνει μια συναισθηματική επίγευση με την περάτωση της ανάγνωσης και τον αναστοχασμό:

 

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

 

Δύσκολοι καιροί για ποίηση» είπε ο κυνικός

«Εύκολοι καιροί για παραίτηση» είπε ο ονειροπόλος

«Ποιος ξέρει;

Ίσως συναντηθούμε τότε

στων εύκολων και δύσκολων καιρών

το συναπάντημα»

στοχάστηκαν με μια φωνή στη σκέψη

Μα δεν ακούστηκε κανείς τους

και τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του

 

Έχουμε λοιπόν εδώ τη συμφωνία της διαφωνίας, η οποία οδηγεί σε ασυμφωνία και στη συμφωνία της φυγής σε διαφορετικούς δρόμους. Με το πέρας της ανάγνωσης  θα ακολουθήσουμε κι εμείς τους διαφορετικούς μας δρόμους. Θα μπορούσαμε όμως ίσως να συμφωνήσουμε, ότι η ποιητική συλλογή «Εν ευθέτω Χρόνω» του Απόστολου Παληού είναι ένα σημαντικό βιβλίο, πρωτότυπο σε λόγο και περιεχόμενο, το οποίο αξίζει να διαβάσουμε ξανά και ξανά, να μελετήσουμε θα έλεγα, για να εμβαθύνουμε στον στοχασμό του και να απολαύσουμε την αισθητική του.

 

Αγαθοκλής Αζέλης