Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2019

Paul Celan [ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ]


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα
που περιστασιακά μαζί σου
βυθίστηκε στον χρόνο. Είναι
μια άλλη.

Είναι το βάρος, που συγκρατεί το κενό
που θα
έφευγε μαζί σου.
Όπως κι εσύ, δεν έχει όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο. Ίσως
ονομάσεις κάποτε κι εμένα
έτσι.

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Paul Celan: Tenebrae


Είμαστε κοντά, Κύριε,
κοντά και προσιτοί.
Αγγιγμένοι κιόλας, Κύριε.
Γαντζωμένοι ο ένας στον άλλον, λες κι ήταν
το κορμί καθενός μας
το κορμί σου, Κύριε.
Προσευχήσου, Κύριε,
προσευχήσου σε μας, είμαστε κοντά.
Ανεμογερμένοι πορευτήκαμε
πορευτήκαμε, για να σκύψουμε
σε κοιλώματα και κρατήρες.
Στην ποτίστρα πήγαμε, Κύριε.
Ήταν αίμα, ήταν
ό,τι έχυσες, Κύριε
Άστραφτε.
Ακτινοβολούσε την εικόνα σου στα μάτια μας, Κύριε.
Μάτια και στόμα μένουν τόσο ανοιχτά κι αδειανά, Κύριε.
Ήπιαμε, Κύριε.
Το αίμα και την εικόνα που ήταν στο αίμα, Κύριε.
Προσευχήσου, Κύριε.
Είμαστε κοντά.

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2019

Paul Celan: Σήμερα και αύριο


Στέκω λοιπόν, πέτρινος
κοντά σου,
Ψηλά:
Από πετούμενη άμμο
σκαμμένες οι δυο
τρύπες στο κάτω στρίφωμα του μετώπου.
Μελετημένο
σκοτάδι εκεί μέσα.
Διάτρητο
από σιωπηλά ταλαντούμενα σφυριά
το σημείο που με άγγιζε το μάτι της φτερούγας.
Από πίσω,
ανοιγμένο στον τοίχο,
το σκαλοπάτι,
πάνω του κάθεται η ενθύμηση.
Προς τα εδώ
αργοσταλάζει, από νύχτες φορτωμένη με δώρα,
μια φωνή,
που από εκείνη το ελιξίριο αντλείς

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

Paul Celan: Μπορώ ακόμα να σε βλέπω


Μπορώ ακόμα να σε βλέπω: μια αντήχηση,
ψηλαφήσιμη με αφής
λέξεις, στου αποχαιρετισμού
την κορυφογραμμή

Το πρόσωπό σου διστάζει ανεπαίσθητα,
όταν ξαφνικά
φέγγει σαν λάμπα
μέσα μου, στο σημείο,
όπου λέγεται το πιο οδυνηρό Ποτέ.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Triumvirat



Στον Δημήτρη στον Μάνο και στον Γιάννη

Συναντήθηκαν στο συνοικιακό φροντιστήριο Αγγλικών στην Καλλιθέα. Οι δύο ήταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο, ο τρίτος πήγαινε σε άλλο. Όλοι τους είχαν ένα κοινό στοιχείο, κατάγονταν από μακριά. Ο ένας από την Κρήτη, ο δεύτερος από την περιοχή του Μετσόβου, ο άλλος από την Ίμβρο. Οι δύο πρώτοι ήρθαν ως παιδιά οικονομικών μεταναστών, ο τρίτος έφυγε νύχτα με την οικογένειά του, διαφεύγοντας από επισφαλή παραμονή. Ο πατέρας του ηπειρώτη μαθητή ήταν οικοδόμος και η μάνα βιομηχανική εργάτρια. Οι γονείς του κρητικού ασχολούνταν με τη ραπτική. Ο πατέρας του ιμβριώτη ήταν υπάλληλος σε μπακάλικο, η δε μάνα έφτιαχνε στο σπίτι αμπαζούρ για ένα μαγαζί. Έμεναν σε στενάχωρα διαμερίσματα, ο πρώτος σε υπόγειο, ο δεύτερος σε υπερυψωμένο ισόγειο κι ο τρίτος σε όροφο, του οποίου ο χρόνος έχει σβήσει τον πιθανό αριθμό 2. Διάβαζαν λογοτεχνία, άκουγαν μουσική στο ξύλινο πικάπ ενός ευκατάστατου άλλου φίλου, ή ραδιοφωνικά από την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη και το αμερικανικό χιτ παρέιντ από τον ραδιοσταθμό του αμερικανικού στόλου, ερωτεύονταν με κοντινά κορίτσια ή διά αλληλογραφίας, έφτιαξαν λευκώματα και έγραψαν σε άλλων για να αυτοπροσδιοριστούν και να αποσπάσουν γνώμες, έτριψαν με χλωρίνη τα φτηνά  εγχώρια τζιν για να εκδηλώσουν την αντισυμβατικότητά τους, διέσχισαν ιδεολογικούς διαδρόμους, πολιτικοποιήθηκαν, πήγαν σε φροντιστήρια, πέρασαν σε διαφορετικές σχολές στην Αθήνα, χάθηκαν, εντάχθηκαν σε μεγαλύτερες παρέες και διαφορετικές αναζητήσεις, πήραν πτυχίο, συνέχισαν άλλες σπουδές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, έκαναν οικογένεια με γυναίκες που αγάπησαν, εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές πόλεις, εργάστηκαν και οι τρεις στην εκπαίδευση σε περιζήτητα σχολεία, έγραψαν βιβλία, ο κόσμος αλλάζει, εκείνοι αλλάζουν, τα παιδιά τους τούς μοιάζουν και τους αμφισβητούν, εκείνοι τα προλαβαίνουν κι αμφισβητούν τον εαυτό τους και προχωρούν, γνωρίζονται μεταξύ τους και συνάμα είναι άγνωστοι. Έρχονται κάποτε στιγμές που επιστρέφουν στη γυμνασιακή ηλικία, συνωμοτούν με το μέλλον του μέλλοντος, ανταλλάσσουν γνώμες, ξαναπαίρνουν τη μοναχική τους πορεία.

Αγαθοκλής Αζέλης

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Στο εργοστάσιο


Ε
ίχε καθιερωθεί, τα καλοκαίρια του λυκείου να δουλεύει κάπου. Μόλις ανάρρωσε από την υπερκόπωση των πανελληνίων, ο πατέρας του, ο οποίος λόγω της κρίσης της οικοδομής είχε βρει δουλειά μέσω ενός φίλου του σε εργοστάσιο μεταλλικών επίπλων, πήρε μια μέρα και τον γιο, για να ζητήσει δουλειά. Ο υπεύθυνος τον προσέλαβε βοηθό ηλεκτροσυγκολλητή. Θα έπαιρνε τα μεταλλικά ελάσματα από μια ντάνα και θα τα τοποθετούσε κατάλληλα, ώστε ο μάστορας να κάνει τη συγκόλληση και να φτιάξει τον σκελετό για σχολικά καρεκλάκια και θρανία. Αγόρασε ένα ζευγάρι ειδικά γυαλιά από το Μοναστηράκι, για να προστατεύεται από τα γρέζια. Του έδωσαν και μια μπλε φόρμα εργασίας, η οποία αργότερα θα έπαιρνε τον ρόλο πιτζάμας. Το μεροκάματο κρατούσε εννιά ώρες και κανένα δίωρο οι διαδρομές από τα Ιλίσια στον Ταύρο κι αντιστρόφως. Μολονότι γυμνασμένος, όταν γυρνούσε στο σπίτι δεν είχε κουράγιο για φαγητό. Έπεφτε συνήθως με τα ρούχα στο κρεβάτι, ξυπνούσε κατά τις δέκα, έτρωγε και συνέχιζε την προετοιμασία του σώματος για την επόμενη μέρα. Στο εργοστάσιο έκανε συνεχώς τις ίδιες κινήσεις, όμως στη διαδρομή χάζευε από το παράθυρο του "υπηρεσιακού" λεωφορείου. Ο πρώτος μάστορας στον οποίο τον έδωσαν ήταν ο Ν., καλό παιδί από την Άρτα. Τον νοιαζόταν και κατά καιρούς του έλεγε να πάει για ένα δεκάλεπτο στην τουαλέτα. "Εσύ θα μάθεις γράμματα", του έλεγε, "και θα κάνεις άλλη δουλειά. Θέλω να με θυμάσαι με καλό τρόπο." Αυτή η υποστήριξη τον βοηθούσε να αντέχει τον μόχθο και την έντονη μυρωδιά καμένου μετάλλου. Όμως μετά από λίγο καιρό τον έδωσαν σε άλλον τεχνίτη, τον Γ., που κυνηγούσε τη δουλειά κι έβγαζε παραγωγή. Αυτός δεν είχε κουβέντες, ήθελε το πριμ παραγωγικότητας κι επέβαλε τον ρυθμό του στον άμαθο μικρό. Ούτε λόγος για τουαλέτα, ούτε εικονική ούτε αναγκαία. Για οικονομία χρόνου δεν άφηνε τον βοηθό να φοράει τα γυαλιά όταν ο ίδιος κολλούσε. Ήταν θέμα χρόνου να φύγει ένα βιαστικό γρέζι και να χτυπήσει το παιδί στο μάτι. Ο οφθαλμίατρος, καθώς του έβαζε τη γάζα, συνέστησε αποχή λίγων ημερών. Εκείνες ακριβώς τις ημέρες το έφερε η τύχη να βγουν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Σαν όνειρο του φαινόταν ότι θα φοιτούσε στη Φιλοσοφική Αθηνών, δίπλα στο σπίτι του δηλαδή. Το εργοστάσιο δεν θα ήταν πλέον αναγκαίο κι από τα θρανία θα πήγαινε στα έδρανα. Ο προσωπάρχης προσπάθησε να τον μεταπείσει και πριν πει τον τελευταίο, πικρό, λόγο για αχαριστία, του υποσχέθηκε προοπτική δουλειάς γραφείου. Φεύγοντας πέρασε από τη μονάδα παραγωγής και αποχαιρέτησε τον Ν. Σε εκείνον πήγε πρώτα ο νους του, καθώς τακτοποιούσε πρόσφατα σε ένα ντοσιέ τα μηχανογραφημένα ένσημα εκείνου του σύντομου καλοκαιριού, που τον τοποθετούσαν στην κατηγορία των "παλιών ασφαλισμένων" εκπαιδευτικών. Αυτόν και τον πατέρα του, με τον οποίο διασταυρώθηκε το τελευταίο του βλέμμα, καθώς πάσχιζε να κουμαντάρει ένα τεράστιο κλαρκ με μεταλλικά ελάσματα.

Αγαθοκλής Αζέλης

Μετακομίζοντας


Τον εντυπωσίαζε πάντα το όνομα Μπόσκος, το οποίο έβγαινε με ευγνωμοσύνη από τα χείλη των γονιών του. Κάποτε τον επισκέφθηκαν στο σπίτι που έμενε, άτεκνος, με τη σύζυγό του, ηλικιωμένος με καπέλο που αργότερα θα έβλεπε σε ηθοποιούς του παλιού κινηματογράφου. Σε μελλοντικό χρόνο θα πληροφορείτο ότι στο σπίτι αυτού του ζευγαριού ξενοδούλευε η μάνα στην πρώτη φάση της ζωής της στην πρωτεύουσα κι ήταν αυτό το σπάνιο όνομα που τη φιλοξένησε παντρεμένη, μαζί με τον σύζυγο, οικονομικούς μετανάστες στην προδικτατορική Αθήνα, μέχρι να βρουν μετά από μήνες το πρώτο τους κατάλυμα. Όταν ο γιος θα σπούδαζε δεκαετίες αργότερα σερβοκροάτικα, θα έβρισκε έναν Μπόσκο πρόσωπο σε κάποιο γλωσσικό εγχειρίδιο, ανακάλυψη η οποία θα περιέπλεκε περισσότερο τη σκέψη του, αφού δεν είχε πια ποιον να ρωτήσει. Το πρώτο κατάλυμα ήταν μια ολόκληρη ανεγειρόμενη οικοδομή στην Καλλιθέα. Για την ακρίβεια ήταν ένα μετά το άλλο τα διαμερίσματα που ολοκληρώνονταν μέχρι να αποπερατωθεί η πολυκατοικία. Ένα σιδερένιο ημίδιπλο κρεβάτι με χαλασμένο σουμιέ που τον ενίσχυαν με χαρτόνια και κλινοσκεπάσματα από κάτι φλοκάτες του χωριού, ήταν η βασική επίπλωση, και μια γκαζιέρα ο τεχνολογικός εξοπλισμός κουζίνας. Κάθε φορά που παρέδιδε ο μηχανικός ένα διαμέρισμα, μετακόμιζαν στο επόμενο δωρεάν κατάλυμα. Όταν τα εξάντλησαν, μετακινήθηκαν σε δωμάτιο διώροφου νεοκλασικού στο Θησείο, Δημοφώντος 22, στο οποίο μοιράζονταν το ενοίκιο με συγκάτοικο έναν ανιψιό, μέχρι να φέρουν και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη της οικογένειας από το χωριό. Προστέθηκαν δύο ακόμη ημίδιπλοι τριζάτοι σουμιέδες. Δεν άφηναν τον μικρό να βγει στο συμβολικού μεγέθους σάπιο μπαλκόνι, μολονότι τον ενθουσίαζε η ιδέα, όπως και τον εντυπωσίαζε μια φορά τον μήνα η φωνή της σπιτονοικοκυράς: "Αδελφούλα, το νοίκι! Έχω υποχρεώσεις!" Από τον φωταγωγό ήταν που ένα απόγευμα ο αψίκορος πατέρας πέταξε την απείθαρχη γκαζιέρα στον φωταγωγό, πριν αγοράσει καινούργια μεταχειρισμένη. Αυτή θα ήταν το πολύτιμο απόκτημα στο νέο κατάλυμα, στην Ηρακλειδών 61, στα Πετράλωνα. Σε μια προσφυγική αυλή, με δωμάτια γύρω γύρω, έναν κοινόχρηστο τούρκικο χαλέ στη μέση και μια βρύση σε μια άκρη. Έμεναν λογής λογής άνθρωποι κι ο μικρός είχε απαγορευτικό να κινείται χωρίς επίβλεψη. Εκεί ο τελευταίος μίλησε τα πρώτα του ελληνικά, πάντα με αιδώ και στα κρυφά. Οι αιματηρές οικονομίες και η υπερεργασία των γονέων τούς βοήθησαν να μαζέψουν προκαταβολή και να αγοράσουν ένα υπόγειο δυάρι στην οδό Ναυσικάς στην Καλλιθέα. Όταν μετακόμισαν, είδαν τον παράδεισο επί της γης! Είχε ιδιωτικό λουτροκαμπινέ, κουζίνα και ένα μέσον θέρμανσης που ονομάζονταν καλοριφέρ. Από εκεί άρχισαν να αποχωρούν περνώντας τα χρόνια, πρώτα η σορός της γιαγιάς για το χωριό, μετά οι αδελφές ως νύφες, και τέλος οι τρεις εναπομείναντες, οι οποίοι μετακόμισαν σε νέο μικρό ιδιόκτητο στην Ισδρακίου, στα Άνω Ιλίσια, από όπου αργότερα θα σκόρπιζαν, πρώτα ο πατέρας για το κοιμητήριο, μετά ο γιος για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό, στο τέλος η χήρα μάνα με την οικογενειακή οικοσκευή στη Χρυσοστόμου Σμύρνης στην Καλλιθέα. Σε κάποια από τις τελευταίες μετακομίσεις ο μεσήλικας πλέον γιος συνειδητοποίησε ότι τα ονόματα των οδών των σπιτιών στα οποία διέμεινε, έχτιζαν βήμα βήμα το πεπρωμένο του. Όλα ήταν ονόματα σχετιζόμενα με τις σπουδές του, ακόμη κι αυτά που ακολούθησαν μακριά από την Καλλιθέα: Δροσίνη, Περσεφόνης, Ί. Δραγούμη, εκπήγαζαν από το παρελθόν του και προσήμαιναν το μέλλον του. Μολονότι δεν ήταν προληπτικός, αναρωτήθηκε πρόσφατα τι μπορεί να προοικονομούσε η επιλογή νέας θέσης εργασίας, που ήταν σαν δεύτερο σπίτι του, μεταβαίνοντας από τη Δημοκρίτου στην οδό Αργοναυτών!

Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2019

Νερό και φωτιά (Paul Celan)



Έτσι λοιπόν σ’  έριξα στον πύργο και είπα μια λέξη

                                                στα έλατα,

Κι από εκεί αναπήδησε μια φλόγα, σου πήρε μέτρα για φόρεμα, το

                                      νυφικό σου φόρεμα:



Φωτεινή είν’ η νύχτα,

φωτεινή είν’ η νύχτα, που για μας καρδιές εφηύρε,

φωτεινή είν’ η νύχτα!



Φωτίζει μέχρι μακριά, στο πέλαγος

ξυπνά τα φεγγάρια στον πορθμό και τ’ ανορθώνει σε αφρισμένα τραπέζια

τα ξεπλένει καλά απ’ τον χρόνο:

Νεκρό ασήμι, ζωντάνεψε, γίνε λεκάνη και γαβάθα σαν κογχύλι.



Το τραπέζι κυματίζει καθώς οι ώρες περνούν

Ο αέρας γεμίζει τις κούπες,

η θάλασσα αναδεύει τις τροφές, την πλησιάζουν:

το περιπλανόμενο μάτι, το θυελλώδες αυτί

Το ψάρι και το φίδι –



Το τραπέζι κυματίζει ολημερίς

και από πάνω μου επαίρονται οι σημαίες των λαών

και δίπλα μου οι άνθρωποι λάμνουν τα φέρετρα

                             προς την ξηρά

Κι από κάτω μου ουρανώνει κι αστεριάζει σαν στην πατρίδα τ’ Αη Γιαννιού

Κι αναβλέπω προς εσένα

πυρπεριηλιωμένη

Σκέψου το χρόνο που η νύχτα ορειβατούσε μαζί μας

σκέψου, ότι ήμουν ό,τι είμαι:

ένας αφέντης των μπουντρουμιών και του πύργου

μια πνοή μες στα έλατα, ένας λαγουμιτζής στη θάλασσα

μια λέξη, που φλεγόμενη κατεβαίνεις ν’ αγγίξεις.




Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Οι δικαιάκηδες του καναπέ και η λειτουργία των σχολείων ή το μίσος για τους εκπαιδευτικούς ή γενικώς η κατσίκα του γείτονα, η οποία δεν είναι κατσίκα


Βρέθηκε ο ένοχος; Έτσι φαίνεται. Για το κλείσιμο των σχολείων δεν ευθύνεται η Σοφία, ο Τηλέμαχος ή ο ...Αγαμέμνων, παρά η συμπαιγνία του δημάρχου με τους εκπαιδευτικούς, στους οποίους κατά τους αναλυτές της καφετέριας συνειρμικά θα κάνει πλάτες για αδιευκρίνιστους λόγους. Έφτασε μήπως η στιγμή να διαλύσουμε τους θεσμούς και να αποφασίζουν για τα τρέχοντα οι δικαιάκηδες, με ένα είδος τηλεχειριστηρίων, ώστε να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος; Ασφαλώς θα έπαιρναν τις καλύτερες και ταχύτερες αποφάσεις, αρκεί που δεν χρειάστηκε να αποφασίσουν ποτέ για τίποτε!
Γνωρίζουν όμως τα πάντα κι έχουν έτοιμη τοποθέτηση επί παντός επιστητού. Ιδιαίτερη γνώση και εγρήγορση έδειξαν πρόσφατα για σχολικά ζητήματα. Αρχικά χωρίς να έχουν πατήσει πόδι σε σχολική μονάδα μετά τις γιορτές, έκριναν ότι τα σχολεία έπρεπε να ανοίξουν παρά την ανυπόφορη χαμηλή θερμοκρασία και επέπληξαν δημόσια τη δημοτική αρχή για την απόφαση κλεισίματος. Μόλις εισακούστηκε την άλλη μέρα η απόφανσή τους από τη δημοτική αρχή, η οποία αποφάσισε το άνοιγμα, έσκιζαν τα ρούχα τους από αγανάκτηση για την επιπολαιότητα. Αποφάσισε εκ νέου η δημοτική αρχή το κλείσιμο; Ε αυτό παραπήγαινε, θα έπαιρναν τους δρόμους, αν δεν κινδύνευαν να γλιστρήσουν! Στο πέρασμα των ημερών φανερώθηκε η ... ταμπακέρα, όπως έλεγαν στην παλιά πολιτική γλώσσα, η οποία στην περίπτωση αυτή είναι ο λεγόμενος στην ντοπιολαλιά "μπάκακας". Οι δικαιάκηδες αγανάκτησαν, διότι, λέει, ... κάθονται οι εκπαιδευτικοί.
Αν δεν εκδηλώνει μίσος αυτός ο μπάκακας, τι δηλώνει; Ένας μπάκακας ο οποίος υποδηλώνει την αντίληψη ότι οι εκπαιδευτικοί είναι αργόμισθοι οι οποίοι απλώς εισπράττουν μετρώντας συντάξιμα! Ότι οι εκπαιδευτικοί συλλήβδην είναι άτεκνοι, επομένως δεν χρειάζεται να προβληματιστούν αν για τα δικά τους παιδιά παραμένει κλειστό το σχολείο, ή ακόμη περισσότερο, μισούν τα παιδιά τους, πιέζοντας να κλείνουν τα σχολεία - ας χάνουν τα παιδιά τους μάθημα- για να κάθονται εκείνοι στο σπίτι. Εκτός αν τα παιδιά των εκπαιδευτικών πηγαίνουν σε ξεχωριστά σχολεία! Ότι, τέλος, δεν τους απασχολεί, αν και πότε και πώς θα "βγει η ύλη"!
Αυτό το μίσος εις βάρος των εκπαιδευτικών, είτε ως εκπεφρασμένο μίσος είτε ως ανοχή του από τη σιωπηρή κοινή γνώμη, καταδεικνύει ότι είμαστε μια κοινωνία σε μεγάλη σύγχυση και κρίση. Μια κοινωνία η οποία σκέφτεται με συγκεχυμένα ανεξέλεγκτα συναισθήματα, η οποία έπραξε το ίδιο και σε άλλες συγκυρίες στο παρελθόν, με συνέπειες που ελάχιστους, ωφελιμιστές, χαροποίησαν.
Υ.Γ. Δεν με ενδιαφέρει εδώ να πάρω θέση για τις ενέργειες της δημοτικής αρχής. Εκείνη στελεχώνεται από αιρετούς. Η κοινωνία όμως είναι μόνιμη.

Αγαθοκλής Αζέλης