Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Θ. Δ. Φραγκόπουλος, Το σιωπηλό σύνορο, μυθιστόρημα, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1995.


[Με αφορμή την επανέκδοση του μυθιστορήματος του Θ. Δ. Φραγκόπουλου «Τειχομαχία», σκέφτηκα να ανασύρω από το αρχείο μου μια βιβλιοκριτική για το τελευταίο του μυθιστόρημα «Σιωπηλό σύνορο», την οποία δημοσίευσα στις 06-10-2001 στην εφημερίδα ΕΡΕΥΝΑ Τρικάλων. Για το βιβλίο είχα κάνει αρκετές συζητήσεις με τον συγγραφέα και την κοινή μας φίλη Νέλλη Ανδρικοπούλου. Στην γόνιμη φιλία των τριών μας της δεκαετίας του 1990 αφιερώνεται τούτη η αναδημοσίευση.]




 Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μία αρκετά έντονη ερευνητική, συγγραφική και εκδοτική δραστηριότητα όσον αφορά στην δεκαετία του 40 από ιστορικούς κατά κύριο λόγο και από πεζογράφους κατά δεύτερο. Η ιδιαιτερότητα που χαρακτηρίζει ορισμένα μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων που αναφέρονται σε αυτή την εποχή είναι η τόλμη τους να ασχοληθούν με πλέγματα θεμάτων που παλαιότερα θεωρούνταν ταμπού ή ανάξια λόγου ή τέλος πάντων σκεπάζονταν από το βάρος της εποποιίας της εθνικής μας αντίστασης, πράγμα που δεν άφηνε ζωτικό χώρο σε αυτά. Έτσι ήταν αναμενόμενο να προκαλέσουν αίσθηση οι Βραδιές μπαλέτου του Α. Πανσέληνου, η Μητέρα του σκύλου του Π. Μάτεση και το πιο πρόσφατο Σιωπηλό σύνορο, βιβλίο που αποτελεί την κορύφωση της συγγραφικής ωριμότητας του Θ. Δ. Φραγόπουλου. Είναι στ΄ αλήθεια δύσκολο να παρουσιάσει κανείς με μια σχετική επάρκεια ένα βιβλίο που επιβάλλει διαδοχικές αναγνώσεις και εντυπωσιάζει με την αιρετικότητά του στη μορφή και στο περιεχόμενο. Κατ’ αρχήν το μυθιστόρημα γράφτηκε τμηματικά, και τμηματικά δημοσιεύτηκε το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων του σε περιοδικά στο διάστημα ανάμεσα στο 1959 και το 1992. (Παρόλα αυτά ο ρυθμός των κεφαλαίων είναι ενιαίος). Κατά δεύτερο λόγο ο συγγραφέας, χωρίς να γράφει ιστορικό μυθιστόρημα, παίζει (με τον αναγνώστη) με την ιδέα ότι άλλοτε γράφει μυθιστόρημα και άλλο ιστορία, από τη μια μεριά παραθέτοντας και κείμενα που έχουν τη μορφή μαρτυριών, πράγμα που γίνεται πολύ συνειδητά, και από την άλλη βαφτίζοντας τα πρόσωπα του έργου του με ονόματα τέτοια και περιγράφοντάς τα τόσο λεπτομερώς, που ακόμη και ένας ανυποψίαστος αναγνώστης ταυτίζει αμέσως πολλά από αυτά με γνωστά δημόσια πρόσωπα. Αλλά στο τελευταίο θα επανέλθουμε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Φραγκόπουλος ασχολείται με την εποχή και με κάποια από τα πρόσωπά της. Θα παραπέμψουμε μόνο στο μυθιστόρημα Τειχομαχία, του οποίου κεντρικό πρόσωπο, υπαρκτό μάλιστα, είναι το πρόσωπο του οποίου αυτή τη φορά η απουσία αποτελεί και σημείο αναφοράς, χορηγός θα λέγαμε, του τελευταίου βιβλίου του, πρόκειται για τον νεαρό Κίτσο Μακρυγιάννη-Μαλτέζο, που εκτελέστηκε το 1944 από εαμίτες.

Μόνο που εδώ δεν πρόκειται για ενασχόληση με ένα κεντρικό πρόσωπο αλλά έχουμε την φιλοτέχνηση μιας τοιχογραφίας της δεκαετίας του 40, που απεικονίζει μια παρέα νέων ανθρώπων πολύ διαφορετικών μεταξύ τους, η οποία μέσα στις αντιξοότητες της Κατοχής βιώνει τη βιολογική και πνευματική της ωρίμανση.  Αυτό είναι συνάμα ένα από τα νέα στοιχεία που φέρνει ο συγγραφέας. Πέρα από τα πολιτικά και εθνικά γεγονότα της εποχής, υπάρχουν οι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με ιδέες και επιθυμίες, οι οποίοι χωρίς να ζουν ανεξάρτητη από τα μεγάλα γεγονότα, δεν παύουν να έχουν και την ιδιωτική διάσταση, δεν είναι καρικατούρες της ιστορίας ούτε πάλι καρικατούρες στα χέρια του συγγραφέα πλάστη. Εδώ θα επανέλθουμε στο θέμα αν ταυτίζονται ή αν έχει νόημα να ταυτιστούν τα πρόσωπα του βιβλίου με υπαρκτά. Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο πλάστης τους. Αναγνωρίζει την αναγκαστική υποκειμενικότητα της μαρτυρίας του μεμονωμένου σκεπτόμενου ανθρώπου και την αυτονόμηση σε τελευταία ανάλυση των ηρώων από τον δημιουργό τους

Αυτό δικαιολογεί και την απουσία προσπάθειας συγκάλυψης γνωστών προσώπων πίσω από ψευδώνυμα. Αυτή ακριβώς η περιορισμένη αναβάπτιση θέλει να δείξει το βασανιστικό παιχνίδι μεταξύ της πραγματικότητας και της πρόσληψής της, δεν πρόκειται λοιπόν για προσπάθεια αναπαράστασης της πραγματικότητας άλλωστε ο συγγραφέας έχει δείξει στο παρελθόν, πως όταν το θεωρεί σκόπιμο, λέει τα πράγματα με το όνομά τους, ασχέτως αν συμφωνεί κανείς πάντα με αυτό.

Όπως γράφει λοιπόν χαρακτηριστικά ο ίδιος, «μην αρχίσετε να αναρωτιόσαστε για άλλες ταυτότητες, εδώ δεν είναι μπλόκο ο αστυνομικό μήτε roman a clef,  που λένε οι Γάλλοι. Δεν υπάρχει καμιά ταυτότητα προς αποκάλυψη, εδώ δεν είναι η «Διάπλαση των Παίδων» με τα ψευδώνυμα και τις αποκαλύψεις της […] κάθε πρόσωπο που μπαίνει στην πεζογραφία […] έχει δύο υποστάσεις: εκείνη που ανταποκρίνεται στο πρότυπο που είδε, γνώρισε ,συναναστράφηκε ο συγγραφέας, και εκείνη που διαπλάθεται σιγά σιγά, μέσα στην ελικοειδή του εξέλιξη που είναι η διαδικασία της γραφής, του δημιουργικού γίγνεσθαι, που καμιά φορά παλεύει με τη βούληση του συγγραφέα, παίρνει μια στάση αντιπαλότητας μαζί του, ορμάει για να κατασπαράξει το ίδιο το πρότυπό του, του προσθέτει άλλα χαρακτηριστικά, καμιά φορά φτάνοντας μέχρι την τερατογονία.» Αυτό δεν λυτρώνει τον συγγραφέα από την αγωνία του για τα αποτελέσματα του έργου του: «Πάντα η σχηματοποίηση ήταν η ευκολότερη λύση,  μα κι αυτή τιμωρεί αλάνθαστα. Στο τέλος από τα αδέξιά σου χέρια βγαίνουν όχι πρόσωπα, όχι άνθρωποι που πάλλονται, ζουν, υφίστανται, μα κομμένες φιγούρες, άψυχες, αδέξια ψαλιδισμένες αφήνοντας απ’ έξω τη χάρη τους, τη ζωντάνια τους, την ανθρωπιά τους.

Το θέμα του βιβλίου είναι ,όπως ήδη αναφέρθηκε, ένας διάλογος του συγγραφέα με το παρελθόν, με μια εποχή και με τους ανθρώπους της, ένας από τους οποίους είναι ο ίδιος. Το πρόσωπο λοιπόν του συγγραφέα είναι διακριτό σε ολόκληρο το βιβλίο και μάλιστα σε δύο ρόλους. Στο πρόσωπο του Μάρκου, που είναι σύγχρονος στον γεγονότων και πάλι παρουσιάζεται ως μέτοχός τους ή ως στοχαζόμενος με μια χρονική απόσταση από αυτά, και στο πρόσωπο που κρατάει την τελική γραφίδα και έχει απέναντί του τον αναγνώστη.

Σε όλο το βιβλίο υπάρχει μία διαρκής κίνηση από τον χρόνο των γεγονότων στον χρόνο του αφηγητή, μεταξύ παρελθόντος και παρόντος, κυριαρχεί ένας στοχασμός για την ανάμνηση καθώς και η ίδια η ανάμνηση, και τα δύο ως αντανάκλαση ενός πράγματος ανύπαρκτου πλέον. Επίσης το μυθιστόρημα είναι διάσπαρτο με θεωρητικούς στοχασμούς για την τέχνη της συγγραφής, δείγμα των οποίων ήδη δώσαμε. Όπως είπαμε, το πολιτικό στοιχείο δεν απουσιάζει από το βιβλίο. Εκείνους που θα έσπευδαν να καταχωρίσουν τον συγγραφέα σε κάποιον πολιτικό χώρο, τους προλαβαίνει δική του κριτική τοποθέτηση απέναντι στην αριστερά αλλά συνάμα και απέναντι στη δεξιά: «Βέβαια ανήκαμε στη δεξιά, και αυτό μας εξασφάλιζε μιαν ασυλία από τον χίτικο οχετό που άρχιζε στην επαρχία κυρίως κι όλας να οργιάζει σε βάρος των αριστερών» (σ. 51).

Συνηθίζεται με το πέρασμα του χρόνου να μυθοποιεί και να εξιδανικεύει κανείς το παρελθόν. Ο Φραγκόπουλος ακολουθεί έναν αντίθετο δρόμο, της απομυθοποίησης, αφού πρώτα μακαρίσει εκείνους που είχαν την ευτυχία να ζήσουν σε εποχή μυθική δια τον μύθων, δηλαδή και τον Μάρκο της δεκαετίας του 40:  «Μακαρίζει κανείς εκείνους τους ανθρώπους που έζησαν σε καιρούς όπου ο μύθοι ανθοβολούν και ας οικτίρουμε εκείνους που ζουν στην εποχή που οι μύθοι πεθαίνουν. Όμως από όλους τους ανθρώπους, οι πιο αξιολύπητοι πρέπει να είναι εκείνοι που ζουν στην εποχή που αρχίζουν οι μύθοι να ξεφτίζουν, όταν φανερώνεται η γήρανσή τους, όταν αρχίζουν να φθείρονται το υφάδι και το στημόνι τους, δηλαδή η πίστη των ανθρώπων για το άφθαρτο της ποιότητάς τους και η λάμψη της πειστικότητάς τους. Στον τόπο μας είναι αναγκαίο να αναζητούμε κάθε λίγο και κάποιον άλλο μύθο, μια που η φθορά είναι ταχεία και συνεχής. Μετέφηβοι της Κατοχής, όλοι εσείς που παραδοθήκατε ολόψυχα σε προδότες-μύθους, ξέρετε ακριβώς τι εννοώ».

Αυτός τους προδότες μύθους ο Φραγκόπουλος μας εμπιστεύετε σαν σκυτάλη τρυφερά στο χέρι, σε ένα μυθιστόρημα εξίσου συγκινητικό και όμοιο σε προβληματισμό με την ταινία του Edgar Reitz «Η Δεύτερη Πατρίδα» - παρότι η τελευταία είναι κατοπινότερη ως προς τον χρόνο που εκτιλύσσετε η αφήγηση και το χρόνο της δημιουργίας της- και μάλιστα σε μια γλώσσα που θα έπρεπε να βάλει σε προβληματισμό τους νεότερους πεζογράφους.

 

Αγαθοκλής Αζέλης



Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Πρόχειρες προ-επιγνώσεις

 

Αυγαταίνουνε οι βραβευμένοι ποιητές

Φιλοφρονήσεις ανταλλάσσουν στα φευγάτα

Ένα σαλόνι όλος ο κόσμος μια οθόνη

Ολημερίς ζυμώνουνε εκπλήξεις

Ολονυχτίς εισπράττουνε τα λάικ

Γοργά τη σκαρφαλώσαν την κορφή

Μυρμήγκι φαίνεται το πλήθος από κάτω

Καπάρωσαν μερίδιο στη θέωση

Δεν έχει από εκεί επιστροφή

 

A.A.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

 Άρτουρ Σνίτσλερ, Η τριπλή προειδοποίηση (1911)

Μέσα στην ευωδιά του πρωινού, τριγυρισμένος από τις ακτίνες της ουράνιας γαλανότητας, πορευόταν ένας νεαρός με κατεύθυνση βουνά που έγνεφαν κι ένιωθε την χαρούμενη καρδιά του να χτυπάει συντονισμένη με όλους τους παλμούς του κόσμου. Δίχως κινδύνους κι ελεύθερος ακολουθούσε τον δρόμο του ώρες πολλές διασχίζοντας το ανοιχτό τοπίο, μέχρι που άξαφνα, στην είσοδο ενός δάσους, τριγύρω του, κοντά και μακριά συνάμα, ακατανόητα, ήχησε μια φωνή: «Μην περάσεις αυτό το δάσος, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να διαπράξεις φόνο». Εμβρόντητος κοντοστάθηκε ο νεαρός, κοίταξε προς όλες τις πλευρές, και καθώς δεν φαινόταν κανένα ζωντανό πλάσμα, κατάλαβε πως του είχε μιλήσει ένα πνεύμα. Όμως η τόλμη του ξεσηκώθηκε αρνούμενη να υπακούσει σε μια τόσο σκοτεινή πρόσκληση κι επιβραδύνοντας μόνο λίγο το βήμα του, περπατούσε σταθερά προς τα εμπρός, αλλά με τεταμένες τις αισθήσεις, για να αντιληφθεί εγκαίρως τον άγνωστο εχθρό, που φαίνεται να του ανακοίνωσε εκείνη την προειδοποίηση. Κανέναν δεν συνάντησε, κανείς ύποπτος θόρυβος δεν έγινε αντιληπτός, κι ανενόχλητος ο νεαρός σύντομα βγήκε απ’ τη βαριά σκιά των δέντρων στο ξέφωτο. Κάτω από τα τελευταία μακριά κλαδιά κάθισε λίγο να ξεκουραστεί κι έστρεψε το βλέμμα του πέρα από ένα εκτεταμένο λιβάδι, προς τα βουνά, από τα οποία ξεχώριζε το καθαρό περίγραμμα μιας ακίνητης κορυφής ως τελευταίος υψηλός στόχος. Δεν πρόλαβε όμως να σηκωθεί ο νεαρός και για δεύτερη φορά ακούστηκε η ακατανόητη φωνή, τριγύρω του, κοντινή ταυτόχρονα κι απόμακρη, όμως ακόμη πιο αποτρεπτική από την πρώτη φορά: «Μην περάσεις αυτό το λιβάδι, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να φέρεις την καταστροφή στην πατρίδα σου.» Και τούτη τη νέα προειδοποίηση απαγόρευσε στον νεαρό να την υπακούσει η περηφάνια του, ναι, χαμογέλασε στον χειμαρρώδη λόγο, που κόμπαζε με μυστηριώδη νοήματα κι επιτάχυνε το βήμα του, αβέβαιος μέσα του αν φτέρωνε τον βηματισμό του ανυπομονησία ή ανησυχία. Υγρή βραδινή ομίχλη άχνιζε στην πεδιάδα, όταν τελικά στάθηκε μπροστά στο πέτρινο τοίχωμα, που λογάριαζε να υπερνικήσει. Όμως δεν πρόλαβε να πατήσει τη γυμνή πέτρα κι ακούστηκε τριγύρω του, ακατανόητα, κοντά και μακριά συνάμα, πιο απειλητικά από πριν: «Μη συνεχίσεις, νεαρέ, εκτός αν θέλεις να υποστείς τον θάνατο.» Τότε ο νεαρός άφησε ένα πολύ δυνατό γέλιο στον αέρα και συνέχισε δίχως δισταγμό και χωρίς βιασύνη την πορεία του. Όσο περισσότερο τον ζάλιζε το μονοπάτι που τον οδηγούσε ψηλά, τόσο πιο ελεύθερα ένιωθε το στέρνο του να ανοίγει και στην κορυφή που με θάρρος σκαρφάλωσε, πύρωνε η τελευταία λάμψη της ημέρας το κεφάλι του. «Να ’μαι!» φώναξε με φωνή λυτρωμένη. «Αν ήταν δοκιμασία, καλό ή κακό πνεύμα, τότε την πέρασα με επιτυχία. Κανένας φόνος δεν βαραίνει την ψυχή μου, άθικτη γλυκοκοιμάται η αγαπημένη πατρίδα, κι εγώ ζω. Κι όποιος και να ’σαι, είμαι πιο δυνατός από σένα, γιατί δεν σε πίστεψα και καλά έκανα.»

Τότε ξετυλίχτηκε σαν καταιγίδα που ξεκίνησε από τα πιο απόμακρα μέρη και πλησίαζε όλο και πιο κοντά: «Νεαρέ, γελιέσαι!» και η δύναμη της βροντής έριξε κάτω τον διαβάτη.

Εκείνος όμως ξάπλωσε κατά μήκος της στενής κορυφογραμμής, σαν να είχε την πρόθεση να αναπαυτεί εδώ, και με μια ειρωνική σύσπαση της άκρης των χειλιών του είπε σαν να μονολογούσε: «Μήπως έκανα στ’ αλήθεια κανέναν φόνο και δεν το πήρα είδηση;»

Και βούιξε τριγύρω του: «Το απρόσεκτο βήμα σου ποδοπάτησε ένα σκουλήκι.»

Αδιάφορα απάντησε ο νεαρός: «Λοιπόν, δεν μου μίλησε ούτε καλό ούτε κακό πνεύμα, αλλά ένα αστείο πνεύμα. Δεν ήξερα ότι κυκλοφορεί και τέτοιο πράγμα στον αέρα, γύρω από μας τους θνητούς!»

Τότε βρόντηξε τριγύρω στο χλωμό λυκόφως του υψώματος: «Δεν είσαι λοιπόν ο ίδιος με εκείνον που σήμερα το πρωί ένιωθε την καρδιά του να χτυπά στον ίδιο ρυθμό με όλους τους παλμούς του κόσμου, που σου φαινόταν περιορισμένη μια ζωή που από τη χαρά και τη φρίκη της τίποτε δεν φτάνει στην αναίσθητη ψυχή σου;»

«Αν εννοείται έτσι το πράγμα» αποκρίθηκε ο νεαρός ζαρώνοντας το μέτωπο, «τότε είμαι εκατοντάδες και χιλιάδες φορές ένοχος. Όπως κι άλλοι θνητοί, που το απρόσεκτο βήμα τους εξοντώνει αμέτρητα μικρά όντα ξανά και ξανά, δίχως κακή πρόθεση.»

«Για ένα από αυτά προειδοποιήθηκες όμως. Ξέρεις για ποιον σκοπό ήταν ταγμένο το συγκεκριμένο σκουλήκι στην ατέρμονη πορεία του γίγνεσθαι και των συμβάντων;»

Με χαμηλωμένο το κεφάλι αποκρίθηκε ο νεαρός: «Καθώς δεν το ξέρω ούτε μπορώ να το ξέρω αυτό, ας σου εξομολογηθώ ταπεινά ότι στην πορεία μου μέσα στο δάσος, ανάμεσα σε πολλούς άλλους φόνους έκανα κι εκείνον ακριβώς που είχες τη θέληση να εμποδίσεις. Όμως είμαι στ’ αλήθεια περίεργος να μάθω, πώς κατόρθωσα στη διαδρομή μου στα λιβάδια να προξενήσω κακό στην πατρίδα μου.»

«Είδες την πολύχρωμη πεταλούδα», ρώτησε ένας ψίθυρος τριγύρω του, «νεαρέ, που πετάρισε για λίγο στα δεξιά σου;»

«Πολλές είδα, κι εκείνην που ίσως εννοείς.»

«Πολλές είδες! Μερικές τις έβγαλε από τον δρόμο τους η πνοή των χειλιών σου· όμως αυτήν που εννοώ, την κυνήγησε η άγρια αναπνοή σου ανατολικά και φτεροκόπησε μίλια μακριά, όλο και πιο μακριά, μέχρι που πέρασε τα χρυσά κάγκελα που περιφράζουν τον βασιλικό κήπο. Όμως από αυτήν την πεταλούδα θα κατάγεται η κάμπια που μες στη χρονιά θα συρθεί ένα καλοκαιρινό απόγευμα στον λευκό αυχένα της νεαρής βασίλισσας και θα την ξυπνήσει τόσο απότομα από τον γλυκό της ύπνο, που η καρδιά της θα παγώσει στο σώμα της και θα χάσει τον καρπό της κοιλιάς της. Κι αντί για τον κανονικό γόνο, που έχασε με δόλο τη ζωή του, θα κληρονομήσει το βασίλειο ο αδελφός του βασιλιά· ύπουλος, διεφθαρμένος και φριχτός καθώς είναι φτιαγμένος, θα ρίξει τον λαό σε απελπισία, αγανάκτηση και τελικά, για να σωθεί ο ίδιος, στη δίνη του πολέμου, που θα φέρει ανυπολόγιστη καταστροφή στην αγαπημένη σου πατρίδα. Για όλα αυτά δεν ευθύνεται κανείς άλλος από εσένα, νεαρέ, που η άγρια πνοή σου οδήγησε την πολύχρωμη πεταλούδα εκείνου του λιβαδιού ανατολικά και πέρασε τα χρυσά κάγκελα και κατέληξε στον κήπο του βασιλιά.»

Ο νεαρός σήκωσε τους ώμους: «Ότι όλα αυτά μπορούν να συμβούν όπως τα προβλέπεις, αόρατο πνεύμα, πώς θα μπορούσα να το αρνηθώ, αφού στη γη πάντα το ένα είναι επακόλουθο του άλλου, συχνά μάλιστα κάτι τρομερό προέρχεται από κάτι ασήμαντο και κάτι ασήμαντο από κάτι τρομερό; Όμως τι μπορεί να με παρακινήσει να εμπιστευτώ ακριβώς αυτή την προφητεία, όταν δεν εκπληρώθηκε η άλλη, που με απειλούσε με τον θάνατό μου για το σκαρφάλωμα στον βράχο;»

«Όποιος ανέβηκε εδώ πάνω», ήχησε γύρω του τρομακτικά, «πρέπει και να ξανακατέβει, εάν επιθυμεί να συνεχίσει να περιφέρεται ανάμεσα στους ζωντανούς. Το έχεις σκεφτεί;»

Τότε ο νεαρός σηκώθηκε απότομα, σαν να είχε την πρόθεση να πάρει αμέσως τον σωτήριο δρόμο της επιστροφής. Όμως όταν αντιλήφθηκε με αιφνίδια φρίκη την αδιαπέραστη νύχτα που τον περιέβαλλε, αντιλήφθηκε ότι για ένα τέτοιο παράτολμο ξεκίνημα χρειαζόταν φως· και για να είναι βέβαιος ότι θα είχε καθαρές αισθήσεις το πρωί, ξάπλωσε ξανά στη στενή βουνοκορφή κι επιθύμησε με πάθος έναν δυναμωτικό ύπνο. Όμως όσο κι αν έμενε ξαπλωμένος ακίνητος, οι σκέψεις και οι αισθήσεις του έμεναν ξύπνιες και τα κουρασμένα βλέφαρα ανοιχτά, κι ανατριχιαστικά προαισθήματα διαπερνούσαν την καρδιά και τις φλέβες του. Το ιλιγγιώδες βάραθρο έρχονταν ξανά και ξανά μπροστά στα μάτια του, αυτό που ήταν ο μοναδικός δρόμος επιστροφής στη ζωή· αυτός, που πάντα ήταν βέβαιος για τα βήματά του, ένιωθε να ζυμώνονται στην ψυχή του άγνωστες μέχρι τότε αμφιβολίες και να τον διαπερνούν επώδυνα, μέχρι που δεν μπορούσε πια να τις αντέξει και αποφάσισε να τολμήσει αμέσως το αναπόφευκτο, παρά να περιμένει τη μέρα βασανιζόμενος από την αβεβαιότητα. Και ξανά σηκώθηκε για την αλαζονική του προσπάθεια, δίχως την ευλογία του φωτός, μόνο με το ψηλαφητό του βήμα να ελέγξει τον επικίνδυνο δρόμο. Δεν πρόλαβε όμως να πατήσει το πόδι του στο σκοτάδι και συνειδητοποίησε σαν μια οριστική ετυμηγορία, ότι πολύ σύντομα έπρεπε να πραγματοποιηθεί η προφητεία για το πεπρωμένο του. Και με θλιμμένη οργή φώναξε στον αέρα: «Αόρατο πνεύμα που με προειδοποίησες τρεις φορές, που δεν σε πίστεψα τρεις φορές και τώρα υποκλίνομαι μπροστά σου ως τον ισχυρότερο -πριν με καταστρέψεις, πες μου ποιος είσαι.»

Κι ακούστηκε να διαπερνά τη νύχτα ασφυκτικά κοντά κι ανεξιχνίαστα μακριά συνάμα η φωνή: «Κανένας θνητός δεν με έχει γνωρίσει μέχρι τώρα, κι ονόματα έχω πολλά. Πεπρωμένο με ονομάζουν οι δεισιδαίμονες, οι τρελοί σύμπτωση και οι ευσεβείς θεό. Όμως γι’ αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους σοφό, είμαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν.»

«Τότε σου δίνω την κατάρα μου την τελευταία μου στιγμή», φώναξε ο νεαρός, με την πίκρα του θανάτου στην καρδιά. «Γιατί, αν είσαι η δύναμη που υπήρχε στην απαρχή του χρόνου κι εξακολουθεί να ενεργεί ακατάπαυστα στους αιώνες των αιώνων με όλα όσα συμβαίνουν, τότε έπρεπε να γίνουν όλα όπως έγιναν, τότε έπρεπε να διασχίσω το δάσος για να διαπράξω έναν φόνο, έπρεπε να βαδίσω σε αυτό το λιβάδι για να καταστρέψω την πατρίδα μου, έπρεπε να σκαρφαλώσω στον βράχο για να βρω την κάθοδό μου -παρά την προειδοποίησή σου. Γιατί λοιπόν ήμουν καταδικασμένος να την ακούσω, τρεις φορές, αφού δεν θα με ωφελούσε σε τίποτα; Έπρεπε να γίνει κι αυτό; Και γιατί, ω ύψιστη ειρωνεία, να πρέπει ακόμη και την τελευταία μου στιγμή να σου κλαψουρίσω το αδύναμο γιατί μου;»

Τότε έφτασε στον νεαρό, σαν να απλωνόταν στα άκρα του αόρατου ουρανού, βαρύ από φοβερή απάντηση και σοβαρό, ένα ακατανόητο γέλιο. Όμως καθώς προσπαθούσε να αφουγκραστεί στο βάθος, παραπάτησε κι έχασε το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του· κι έπεσε λοιπόν στον γκρεμό, βαθύτερο από εκατομμύρια γκρεμούς -σε ένα σκοτάδι, που μέσα του παραμόνευαν όλες οι νύχτες που ήρθαν και θα έρθουν από την πρώτη αρχή μέχρι το τέλος των κόσμων.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

Κτέρισμα

Όταν μοιράστηκε στα δυο η οικοσκευή

Του δόθηκε η άνεση να πάρει και να φύγει

Ερήμην

Μερόνυχτα ξεδιάλεγε διστακτικά

Μα πάλι τα επέστρεφε στη θέση τους

Η μετακόμιση ολοκληρώθηκε εγκαίρως

Μ΄ ένα δικό της μόνο αναμνηστικό στο χέρι

και την αλμύρα του ύστερου γιαλού

Το ανάλαφρο μαγιώ της να λευκαίνει

Σποραδικά το ανέσυρε το κτέρισμα

Και πίσω πάλι διπλωμένο στο συρτάρι

Ώσπου ξεχείλωσε το λάστιχο

Κι έγινε η σκιά σκιά του εαυτού της

Η ίδια η απώλεια κατολισθαίνοντας

Σκεπάζοντας τον χρόνο με προσχώσεις

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2025

Πολυτεχνείο 2025 μ.Χ. ή (αδι)έξοδος

Στη Μ. και στη Μ.

 

Να έγινε έτσι ή έτσι θυμάμαι; Όπως και να έχει, είναι σίγουρο ότι στα τελευταία χρόνια του δημοτικού ένα από τα αγαπημένα παιγνίδια μιας κατηγορίας αγοριών ήταν ο πόλεμος. Σε διάφορες εκδοχές. Καουμπόηδες και Ινδιάνοι, Γερμανοί κατακτητές και Έλληνες, κλέφτες κι αστυνόμοι. Είμασταν λοιπόν μπαρουτοκαπνισμένα τα πεμπτάκια του 1ου Δημοτικού Σχολείου Καλλιθέας, όταν η συμμαθήτριά μας Ζ. Ε., της οποίας ο πατέρας ήταν δημόσιος υπάλληλος κι ως εκ τούτου είχε λίγες κουβέντες με μας τους παρακατιανούς, μας είπε με φόβο ότι οι φοιτητές ξεκίνησαν πόλεμο και τα καταστρέφουν όλα στο κέντρο της Αθήνας, που εμείς ποτέ δεν το είχαμε δει. Η χαρά μας ήταν ασυγκράτητη και σχεδόν αγκάλιασα τον φίλο μου Δ.Β., αρχηγική φυσιογνωμία -για την ακρίβεια εγώ τον είχα πλάσει αρχηγικό, είχε άλλωστε μάνα νέα και καλοντυμένη που φορούσε μάλιστα γυαλιά ηλίου όταν ήρθε μια μέρα στο σχολείο για ενημέρωση και παραφύλαγα με αδημονία για συστάσεις κι εκείνη με κοίταξε με περιφρονητική περιέργεια συνδυασμένη με ανησυχία (τα σκέφτηκα τότε ή είναι εντυπώσεις της παρούσας στιγμής;) και ίσως με βοήθησε να καταλάβω αργότερα γιατί ποτέ δεν έτυχε να παίξω με τον γιο της εκτός σχολείου… Μα γιατί χάνω τον ειρμό και το  σπουδαίο θέμα; Εδώ είχαμε να κάνουμε με  επικίνδυνα στοιχεία, σαν τους συμμαθητές της μεγάλης μου αδελφής, που φοράγανε ψηλοκάβαλα τζιν καμπάνα και ήτανε θρασείς γεγέδες και μερικοί είχαν μηχανάκια  κι άλλα πολλά εκφοβιστικά, σαν αυτόν τον δεκαεφτάρη που μου φαινόταν τόσο μεγάλος και σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε τροχαίο κι είπαν κάποιοι μεγάλοι πως καθάρισε η γειτονιά, κι εγώ, πρώιμος γλωσσοπλάστης τους είχα ονομάσει αντίντες, για να ευθυγραμμιστώ με τον αρσενικό αρχηγό της οικογένειας. Δεν ξέρω γιατί εκείνο το βράδυ και τα επόμενα ο πολύ αυστηρός πατέρας μου σύνδεσε πάλι την κεραία του τρανζίστορ, χρησιμοποιώντας ένα καλώδιο, με το πολύφωτο, κι άκουγε, ακούγαμε σιωπώντας οι μικρότεροι, ένα σταθμό στα βραχέα που ονομαζόταν «Η φωνή της αλήθειας» κι έλεγε διαφορετικά πράγματα από τη συμμαθήτριά μου, που δεν τα πολυκαταλάβαινα. Πάντως ο εκφωνητής έδειχνε θυμωμένος. Ο πατέρας επίσης. Πήγαμε το Σάββατο στο σχολείο ή δεν πήγαμε; Είχε απαγορευτικό κυκλοφορίας μήπως; Το ήξερα τότε ή το έμαθα μετά; Αν θυμάμαι καλά, ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι πολύ νωρίς, δίχως να κάνει το μεροκάματο στην οικοδομή. Τον σταμάτησε η αστυνομία στην Πατησίων. Άλλοι ξέπλεναν με μάνικες τους δρόμους. Μας τα αφηγήθηκε σε μεγάλη υπερένταση στο σπίτι. Άρα δεν ήμουν στο σχολείο. Όπως και να έχει, όταν πήγα ξανά στο σχολείο, έμαθα από τη γνωστή συμμαθήτρια ότι οι φοιτητές επιχείρησαν να καταλύσουν το κράτος κι ευτυχώς τους εμπόδισε η αστυνομία. Κι ότι ο πόλεμος είχε σταματήσει, προς μεγάλη μου θλίψη. Ευτυχώς συνεχιζόταν ο «Άγνωστος Πόλεμος» (;) με ένα υπολοχαγό Βαρτάνη (;) στην τηλεόραση, όμως δίχως όφελος για μένα, καθώς μου υπενθύμιζαν διαρκώς οι αφηγήσεις των συμμαθητών ότι δεν είχαμε τηλεόραση στο σπίτι, και δεν θυμάμαι αν ήταν τότε που οι πάμφτωχοι γονείς μου έφεραν από την αγορά μια κούτα γάλα Βλάχας συμπυκνωμένα, μία με ζάχαρη και μια Τρίτη με αλεύρι. Λίγα θυμάμαι από τότε, δεν ξέρω γιατί και δεν ξέρω αν θα ωφελούσε να θυμάμαι περισσότερα. Σίγουρα θυμάμαι που με πήγε ο πατέρας μου στην πρώτη εκδήλωση για το Πολυτεχνείο μετά την πτώση της χούντας, που δεν ήξερα τότε τι σημαίνει, κι άκουγα τραγούδια που μου προκαλούσαν ανατριχίλα κι αργότερα έμαθα ότι τα έγραψε ένας σπουδαίος Μίκης Θεοδωράκης, («Σώπα όπου να’ ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» κι άλλα πολλά). Θυμάμαι ότι ως μαθητές συμμετείχαμε σε πορείες στην επέτειο του Πολυτεχνείου – δεν ξέραμε ακριβώς τον λόγο, όμως ξέραμε πως έτσι έπρεπε. Κάνοντας αποχή εκείνη τη μέρα. «Διομήδη ζεις, εσύ μας οδηγείς», ήταν το σύνθημα που άγγιζε περισσότερο εμάς τους μικρότερους. Μετά γίναμε κι εμείς φοιτητές, Σχεδόν άχνιζε ακόμη η πεσμένη σιδερένια Πύλη τότε. Και το Πολυτεχνείο έγινε δική μας υπόθεση. Δική μας ή δική τους τελικά; Τα χρόνια περνούσαν, τα χρόνια περνάνε. Τα γεγονότα έγιναν μύθος, ο μύθος έφερε αμφισβήτηση, η αμφισβήτηση αδιαφορία, η αδιαφορία βεβαιότητες, «έλα μωρέ τώρα» …, ακολούθησε πλασματική ευμάρεια, πρωταγωνιστές της ρήξης έγιναν πρωταγωνιστές του νέου κατεστημένου, την πλασματική ευμάρεια την αντικατέστησε πτώχευση και μνημόνια, με τη χώρα και τη δημοκρατία στον γκρεμό, με τους πρώην νέους δήθεν σοφούς γέροντες, με τους νέους νέους να κατηγορούνται, μολονότι δεν φοράνε καμπάνες, ότι δεν ξέρουν τι θέλουν, ότι δεν θέλουν να εργάζονται (με εξευτελιστικούς μισθούς), ότι σκέφτονται μόνο την καλοπέραση (γι’ αυτό μεταναστεύουν άραγε έτοιμοι περιζήτητοι επιστήμονες;), ότι δεν παντρεύονται (για να συνεχίσουν τη μεγάλη επιτυχία της προηγούμενης γενιάς ;), ότι είναι αγράμματοι και ξέρουν ως πτυχιούχοι πολύ λιγότερα από ό,τι οι απόφοιτοι γυμνασίου της προηγούμενης γενιάς (οι εξαγόμενοι ως επιστημονικό δυναμικό στις πιο προηγμένες χώρες της υφηλίου…) Νοέμβριος  (Νοέμβρης, όπως λένε οι πιο επαναστάτες, που εκφράζονται καλύτερα) του 2025, πέρασε η στρογγυλή επέτειος, πέθανε κι ο βάρδος της Πλατείας που ήταν γεμάτη με το νόημα που είχε κάτι απ’ τις φωτιές, πέθανε και μια εποχή μαζί του και δεν πρόλαβα να ρωτήσω, τι να κάνω τώρα, που βγαίνω από αυτήν την φυλακή και κανείς πια δεν με περιμένει; Και ποιος περιμένει πια τα μοναχικά παιδιά μας; Και τι δικαιούμαστε να περιμένουμε από αυτά;

 Α.Α.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Απόστολος Παληός, Εν ευθέτω χρόνω, Εκκρεμές, Αθήνα 2021.

Έχοντας πριν από πολλά χρόνια την αγαθή τύχη να γνωριστώ με τον εκλεκτό πιανίστα Απόστολο Παληό στο Μουσικό Σχολείο Τρικάλων, συζήτησα αρκετά μαζί του στα διαλείμματα των μαθημάτων και στα κενά και ανακάλυψα πίσω από τον μουσικό έναν συγκροτημένο διανοούμενο. Μου πρόσφερε τότε την ευκαιρία μιας συνέντευξης με θεματικό επίκεντρο τη μουσική, η οποία από τότε κάθε φορά που δινόταν η ευκαιρία αποτελούσε  αντικείμενο διδασκαλίας για τους μαθητές μου. Εκείνη η συνέντευξη ήταν το τεκμήριο ενός ιδιαίτερου λόγου, με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια, εύρος παιδείας και στοχαστικό βάθος, τα οποία προοιώνιζαν συγγραφικό μέλλον. Ενώ όμως περίμενα δοκιμιακές εκλάμψεις, ο στοχασμός περνώντας από την καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία του μουσικού επέλεξε την ποιητική φόρμα για έκφραση, η οποία είναι πιο κοντά στη μουσική. Έτσι λοιπόν γεννήθηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή, «Εν ευθέτω χρόνω», για την οποία διαπίστωσα διαβάζοντας ότι ήταν εύθετος ο χρόνος, πράγμα που εξηγεί την έκδοση από έναν εκλεκτικό εκδοτικό οίκο, δίπλα σε βιβλία της σπουδαίας π.χ. νομπελίστας συγγραφέως Ελφρίντε Γέλινεκ και άλλων. Η γειτονιά μας αντικαθρεφτίζει πολλές φορές και τις δικές μας ιδιότητες.

Η πρώτη γενική αίσθηση που προκύπτει από την ανάγνωση του βιβλίου είναι ότι γίνεται σύνδεση του λόγου των θετικών επιστημών και των θεωρητικών γραμμάτων. Έτσι, αν ο λόγιος τίτλος ορίζει το ανθρωπιστικό πλαίσιο γεωδαισίας του κόσμου, μαζί με τίτλους ποιημάτων όπως Απολογισμός, Αρκτικόλεξο, Κύκνειο, Κερκόπορτες, αναβλύζουν από τις σχισμές πολλών ποιημάτων λέξεις των θετικών επιστημών αναβαπτιζόμενες σε καινοτόμες τολμηρές χρήσεις που τους δίνουν μια εκρηκτική λειτουργία όχι με χαρακτήρα πυροτεχνήματος αλλά λάμψης διαρκείας: π.χ. Συμπαντικό, Ανόργανη χημεία, «Πειθ-αγοραίο» θεώρημα (τι ευρηματικό αλήθεια!), Θεώρημα γεωμετρίας. Ίσως είναι πρόωρο ακόμη να το πω, όμως ο συνδυασμός, όπως και τα ποιήματα αναλυτικότερα, με παρέπεμψαν στη γερμανική παιδεία του ποιητή.

Η συλλογή εγκαινιάζεται με το ποίημα «Συνταγή», η διαλογική μορφή του οποίου, σε συνδυασμό με την υπαρξιακή του προβληματική, παραπέμπουν στο καβαφικό «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», όμως ο τρόπος είναι πιο στακάτος με τη μορφή στιχομυθίας.

Η ανάγνωσή του φωτίζει καλύτερα τον ισχυρισμό:

 

ΣΥΝΤΑΓΗ


-Γι' αυτή τη συνταγή θα χρειαστούμε αλάτι.

-Ιμαλαΐων, σεφ;

-Του ιδρώτα του κορμιού σου ιδανικό.

-Μια πρέζα μόνο;

-Μια πρέζα ποτέ δεν είναι αρκετή.

Γι' αυτό τη λένε πρέζα!

-Και τι ακόμα θα χρειαστούμε, σεφ;

-Κανέλα και γαρύφαλλο.

-Και πού να πάω να τα βρω;

-Εύκολο είναι. Το πρώτο πάρ' το

απ' του ματιού σου το γλαυκό.

Και για το δεύτερο

τα υγρά σου χείλη στράγγιξε λίγο.

-Εντάξει, σεφ. Πηγαίνω.

-Μισό λεπτό! Θα χρειαστώ και ξύσμα.

-Πορτοκαλιού ή λεμονιού;

Ξύσμα ακαθόριστο.

-Του ακαθόριστου της ύπαρξής σου.

-Κι αν η essence που θα αφήσει βγει αποτυχία;

Τότε θα είναι σίγουρα η νοστιμότερη συνταγή

που θα 'χω ποτέ φτιάξει.

 

 Αιφνιδιαστικό, εκρηκτικό θα χαρακτήριζα το ξεκίνημα, μέσα στο οξύμωρο, αν μου επιτρέπεται, του τίτλου «Συνταγή» και της κομβικής λέξης «ακαθόριστο». Το καθορισμένο της συνταγής και το ακαθόριστο του αποτελέσματος αντικαθρεπτίζουν την υπαρξιακή πάλη ανάμεσα στην προσπάθεια να προγραμματίσει ο άνθρωπος τη ζωή του, το έργο του, και στο αποτέλεσμα που μπορεί να δραπετεύσει από τον προγραμματισμό του δημιουργού, μετατρέποντας πιθανώς την θεωρούμενη ως αποτυχία στην επιτυχία του καινοφανούς, όπως μπορεί να είναι η πρωτοποριακή τέχνη, η οποία αρνείται να ακολουθήσει την πεπατημένη. Υπαρξιακό το ποίημα, διαλογική η μορφή, όμως ποιος να είναι άραγε ο σεφ με τον οποίο διαλέγεται το ποιητικό υποκείμενο, σεφ ο οποίος έχει την πρωτοβουλία κινήσεων στον διάλογο; Είναι ο αρχιμάγειρας, ο οποίος δικαιολογεί την επιφανειακή σημασία της λέξης «Συνταγή»; Ή αν αναλογιστούμε τη γερμανική παιδεία του ποιητή, ο αρχηγός, ο Δημιουργός με κεφαλαίο Δ ίσως, ο οποίος χρησιμοποιεί τα σταθερά στοιχεία του σώματος, για να τα συνδυάσει με τα ασταθή, το ακαθόριστο της ύπαρξης που καθιστά την εξέλιξη του ανθρώπου ενδιαφέρουσα μες στην αβεβαιότητα;

Στο εξαιρετικό δεύτερο κατά σειρά ποίημα με τίτλο «Συμπαντικό» κυριαρχεί ο ευρηματικός συνδυασμός της λέξης του τίτλου με τη σημασία της καθολικής ισχύος, με τη χρήση συμβόλων από την απεραντοσύνη του σύμπαντος, για να τιθασεύσει το τέλος με τη διάρκεια, να μαλακώσει τον πόνο του τέλους του χρόνου με την ανάμνηση του χρόνου, της ζωής που αυτό προσφέρει:

 

ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ

 

Ψυχρές μεταλλάξεις του κατασκότεινου είναι

Κουρελιασμένο φεγγάρι μιας αδηφάγας νύχτας

Αστεροειδείς κομήτες διάττοντες αστέρες

σα θραύσματα διασπείρονται

σημάδια, τραύματα στο πολύπαθο κορμί

του ουράνιου μαυροπίνακα

 

Συμπαντική αγάπη δεν πρόλαβες να ζήσεις...

Οι μαύρες τρύπες το αίμα σου

σταγόνα σταγόνα στράγγιξαν

 

Αλλά να ελπίζω ουδέποτε θα πάψω

Κάθε που σβήνει ένα άστρο

ανάμνηση χρόνου κουβαλά

Κι ας μην το ξέρει

 

 Ακόμη και η εν αγνοία ανάμνηση είναι θετικό δομικό στοιχείο του σύμπαντος και της ζωής.

Στο ποίημα «Παροχών δωδεκάλογος» (διακειμενική αναφορά στον Παλαμά άραγε;) έχουμε μια δωδεκάλογη προετοιμασία της εκρηκτικής ομολογίας ενός «Εσύ» με κεφαλαίο αρχικό, μιας απουσίας διαρκείας, μιας απουσίας παντοτινής, που θυμίζει το δωδεκάστομο πηγάδι του Celan. Αναλογιζόμενος μια ανάλυση του Gadamer για ένα άλλο ποίημα του Celan, το εσύ μπορεί να είναι ο συν-άνθρωπος ο ποθητός ή ο Θεός, με διαφορετική ερμηνευτική έκβαση του ποιήματος σε κάθε περίπτωση. Άλλωστε ο αναγνώστης γράφει το ποίημα μαζί με τον δημιουργό του, καθώς το συμπληρώνει με την ερμηνευτική του ανά-γνωση:

 

ΠΑΡΟΧΩΝ ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ

 

Παροχή νερού κλειστή

Στέγνωσε πια το στόμα

Και όλα μέσα μου

 

Παροχή ρεύματος σβηστή

Η τεχνητή υποστήριξη πνέει τα λοίσθια

Ευθεία γραμμή Ήχος μονότονος

 

Παροχή ελπίδας αδρανής

Για να αποκοπεί κάθε ψευδαίσθηση ψευδαίσθησης

 

Παροχή οξυγόνου ασταθής

Και τι χρειάζεται αλήθεια

χωρίς πνεύμονες;

 

Παροχή έρωτος μάταιη

Αφού ούτε καρδιά υπάρχει!

 

Παροχή θάρρους άτολμη

Τι να αξιώσει άραγε ένα σαρκίο

αδειανό;

 

Παροχή μοναξιάς άοσμη

Στυφής μυρωδιάς άρωμα άτονο

Πέρασε βλέπεις καιρός πολύς.

 

Παροχή ζωής άγευστη

Γεύση πτώματος χωρίς ζωή

 

Παροχή αλήθειας άχρωμη

Ούτε καν ασπρόμαυρη

Πνεύμα ανήμπορο να τη δει

 

Παροχή ψυχής άνευρη

Μη δεν υπήρξε ποτέ;

Σώμα ανήμπορο να τη δεχθεί

 

Παροχή μνήμης παρούσα

Παρούσα μες στης λήθης την ανυπαρξία

Παροχή από Εσένα απούσα

Διαρκώς απούσα

Για πάντα απούσα

 

Ξεθυμαίνει λοιπόν κι μοναξιά; Τι παρήγορη ποιητική αποκάλυψη! Και τι πολυσύνθετος στίχος «Παρούσα μες στης λήθης την ανυπαρξία» με τις αλληλοαναιρούμενες υπαρξιακές έννοιες»! Η ανάπτυξη του συγκεκριμένου ποιήματος με παρέπεμψε στη σύνθεση του Ραβέλ «Μπολερό».

Στην «Ανόργανη χημεία», ένα άκρως εκφραστικό ποίημα, ο ποιητής ανοίγει νέους εκφραστικούς δρόμους φιλοτεχνώντας μια υπαρξιακή τυραννία του έρωτα στο εργαστήριο του έρωτα, με όλους τους πειραματισμούς του συνδυασμού υλικών να οδηγούν στο κενό και στο μάταιο. Μήπως έχουμε την επίγνωση του ανεπίτευκτου του απόλυτου έρωτα-σύντηξης; Και τι επιτυγχάνει τελικά η σύντηξη; Δημιουργεί ή καταστρέφει; Η απάντηση, όπως θα διαβάσετε, παραμένει ανοιχτή:

 

ΑΝΟΡΓΑΝΗ ΧΗΜΕΙΑ

 

Ξημέρωσε.

Άνοιξαν τα φώτα στο εργαστήριο.

 

Υδρογόνο 2, οξυγόνο.

Ύδωρ. Πηγή ζωής.

Για μένα ήσουν. Κάποτε.

 

Άζωτο, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο του αζώτου.

Αέριος ρύπος.

Έχεις εσύ πια γίνει.

 

Θείο, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο στο θειάφι.

Καύση ορυκτών ψυχής

βροχή όξινης θλίψης.

 

Ανόργανη χημεία

ανόργανη αγάπη

ανόργανη ζωή.

Και σώμα ανόργανο

κορμί από όργανα άδειο.

 

Ας προσπαθήσω με την οργανική χημεία... μήπως...

 

Άνθρακας, οξυγόνο 2.

Διοξείδιο του άνθρακα.

 Κάποτε τη φωτοσύνθεση της πλάσης μου

άγρυπνα έτρεφες.

Τώρα μια τρύπα όζοντος στο μέσα μου

σαδιστικά διανοίγεις.

Άνθρακας άνθρακας και πάλι άνθρακας.

Ο θησαυρός.

 

Και αιθανόλη.

Άνθρακας 2, υδρογόνο 6, οξυγόνο.

Πτητική στις πτήσεις των ονείρων.

Εύφλεκτη στις φλόγες των παθών.

Τοξική στο τόξο των μνημών.

 

Διύλιση. Διάλυση.

Διήθηση. Καταβύθιση.

Εξάτμιση. Εξαέρωση. Εξαΰλωση.

Εξιλέωση.

 

 Χημική ένωση.

Ψυχική εκκένωση.

Σχάση αλυσιδωτών αντιδράσεων.

Σχέση αλυσοδεμένων δράσεων.

 

Φτάνει!

 

Σβήσαν τα φώτα στο εργαστήριο.

Αύριο πάλι.

Σα σε σισύφειο μαρτύριο

τη μαγική μας σύντηξη

να αναζητώ

μα μόνο σύμπτυξη κενού και μάταιου

να πετυχαίνω.

 

Στο ποίημα «Ατελές μου ιδανικό» έχουμε μια εκπληκτική συναισθηματική αγωγή, υπαρξιακή ωρίμανση μέσα από την οποία το σκουληκάκι του ανικανοποίητου μεταμορφώνεται στην πεταλούδα (στην αρχαία της ονομασία: ψυχή) της επίγνωσης:

 

ΑΤΕΛΕΣ ΜΟΥ ΙΔΑΝΙΚΟ

 

Πρώτα

στης λογικής την πλάνη πίστευα

πως δεν υπάρχει Ιδανικό

μέχρι Εσένα να γνωρίσω.

 

 Ύστερα

στου έρωτα τη ζάλη νόμιζα

πως είσαι Εσύ το Ιδανικό

ώσπου τις ατέλειές σου να αντικρίσω.

 

Τέλος

στου χρόνου τη φθορά θεώρησα

πως μια ατέλειωτη ατέλεια πια Είσαι.

 

Και ξάφνου μονομιάς κατάλαβα:

οι ατέλειές Σου

το Ιδανικό που έψαχνα

ορίζουν.

 

Μας απομένει άραγε χρόνος για την απόλαυση αυτής της επίγνωσης; Δεν απαντά, σιβυλλικός, ο ποιητής. Ίσως μας βοηθάει ο παρελθοντικός χρόνος του «κατάλαβα» της τελευταίας στροφής σε συνδυασμό με το «έψαχνα» και τον ενεστώτα, τον διαρκή χρόνο του «ορίζουν».

Στο ποίημα Σάπιο Μήλο, στο οποίο διαβάζουμε μερικούς από τους πλέον συγκλονιστικούς στίχους της ποιητικής συλλογής, ο ποιητής αρχίζει με λόγο που παραπέμπει σε μια καθημερινότητα, για να στροβιλίσει στη συνέχεια  τον αναγνώστη στη δίνη νοημάτων τα οποία τα εγκαίει μέσα του η εκφραστική τους παντοδυναμία:

  

ΣΑΠΙΟ ΜΗΛΟ

 

Σάπιο μήλο έβαψα χθες τους τοίχους

στο χρώμα του τελευταίου σου κραγιόν

Απόμεινα ύστερα να αναρωτιέμαι

που άφησε τούτο βαθύτερο αποτύπωμα

στο μαντίλι, το ποτήρι ή στο χείλος μου;

Ἡ πρέπει κάπου μέσα μου

το ίχνος του να ψάξω;

 

Σφυγμός χωρίς παλμό

Έκρηξη δίχως κρότο

Σκιά που βαδίζει τα χνάρια σου είμαι

μήπως μάντης του προορισμού σου γίνω

Μέσα τους πασχίζει να χωρέσει το πέλμα της

ξανά να τα πατήσει να μη σβήσουν

 

Μαραμένη ομορφιά της θλίψης σου γλυπτό

Λαξευμένη λύπη της μοίρας μου γραφτό

 

Τι να είναι τελικά το σάπιο μήλο; Χρώμα; Κατάσταση; Μεταβολή κατάστασης; Μήλο σύμβολο του έρωτα; Όλα μαζί; Νιώθω την ανάγκη να επαναλάβω τους στίχους «Σκιά που βαδίζει τα χνάρια σου είμαι / μήπως μάντης του προορισμού σου γίνω / Μέσα τους πασχίζει να χωρέσει το πέλμα της / ξανά να τα πατήσει να μη σβήσουν». Και ποιος δεν θα ήθελε να έχει γράψει κάποια για εκείνον αυτούς τους στίχους, ή τουλάχιστον να σκεφτεί το περιεχόμενό τους, καθώς τέτοιος λόγος είναι άπαξ συναντώμενος…!

Στο ασυνήθιστο νοηματικά ποίημα «Εν ευθέτω χρόνω», που προσφέρει και τον τίτλο στη συλλογή,  έχουμε μια ανατροπή της τάξης των πραγμάτων. Ενώ συνήθως ο έντονος έρωτας ξεθυμαίνει συν τω χρόνω, εδώ ο ποιητής τον αφήνει για το μέλλον, ως προϊόν συναισθηματικής αγωγής, η οποία θα τον βγάλει από μια υπαρξιακή-συναισθηματική «αφυδάτωση». Στο ποιητικό παρόν η στιγμή είναι απρόσφορη:

 

ΕΝ ΕΥΘΕΤΩ ΧΡΟΝΩ

 

Εν ευθέτω χρόνω θα μάθω

να σ' αγαπώ.

Κάνε λίγο υπομονή.

Προσώρας δε γνωρίζω

πώς είναι να το νιώθω.

Βασικά τώρα που σου μιλώ

δεν μπορώ τίποτα απολύτως

να αισθανθώ.

Αφυδατωμένος από ψυχικά υγρά

στεγνός από διαβρωμένα συναισθήματα.

Μη θλίβεσαι σε εκλιπαρώ.

Το βλέμμα σου μην αποστρέφεις.

Θα μάθω. Θα μπορέσω.

Να σ' αγαπήσω.

Εν ευθέτω χρόνω.

Θεού θέλοντος.

Καιρού επιτρέποντος.

 

Αναδεικνύεται στο ποίημα μια προσωρινή συναισθηματική αδυναμία, αναπηρία σχεδόν. Συνάμα όμως αναδύεται μια υπόσχεση, μια ικμάδα φωτός μέσα στην τραγικότητα του παρόντος, η οποία ικμάδα προκύπτει από τη συνάντηση.

Θα κλείσω με ένα ποίημα κάπως διαφορετικό, στο οποίο κυριαρχεί μια ορθολογιστική γλωσσική επιφανειακή στιβάδα, η οποία αφήνει μια συναισθηματική επίγευση με την περάτωση της ανάγνωσης και τον αναστοχασμό:

 

ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

 

Δύσκολοι καιροί για ποίηση» είπε ο κυνικός

«Εύκολοι καιροί για παραίτηση» είπε ο ονειροπόλος

«Ποιος ξέρει;

Ίσως συναντηθούμε τότε

στων εύκολων και δύσκολων καιρών

το συναπάντημα»

στοχάστηκαν με μια φωνή στη σκέψη

Μα δεν ακούστηκε κανείς τους

και τράβηξε ο καθένας τον δρόμο του

 

Έχουμε λοιπόν εδώ τη συμφωνία της διαφωνίας, η οποία οδηγεί σε ασυμφωνία και στη συμφωνία της φυγής σε διαφορετικούς δρόμους. Με το πέρας της ανάγνωσης  θα ακολουθήσουμε κι εμείς τους διαφορετικούς μας δρόμους. Θα μπορούσαμε όμως ίσως να συμφωνήσουμε, ότι η ποιητική συλλογή «Εν ευθέτω Χρόνω» του Απόστολου Παληού είναι ένα σημαντικό βιβλίο, πρωτότυπο σε λόγο και περιεχόμενο, το οποίο αξίζει να διαβάσουμε ξανά και ξανά, να μελετήσουμε θα έλεγα, για να εμβαθύνουμε στον στοχασμό του και να απολαύσουμε την αισθητική του.

 

Αγαθοκλής Αζέλης