Σάββατο, 16 Απριλίου 2011


Η «γιαγιά μούμω»



«Γιαγιά μούμω» την φώναζε η δισεγγονή της, για να την ξεχωρίζει από την «κανονική» γιαγιά της, κόρη της γιαγιάς μούμως και μάνα της μάνας της. Είχαν καταφέρει, χωρίς ιδιαίτερη μάχη με τον χρόνο, να τον νικήσουν και να μπορούν να κάθονται με σειρά ηλικίας στον καναπέ, τέσσερις γυναίκες, 79, 55, 35 και 5 σχεδόν ετών, χάρμα οφθαλμών να τις βλέπεις δίπλα δίπλα. Σαν μια αποτύπωση της νεοελληνικής ιστορίας από τη δικτατορία του Πάγκαλου και μετά, τέσσερα πρόσωπα που αντανακλούσαν τέσσερις νοοτροπίες, τέσσερις τρόπους ζωής, η πρώτη γεννημένη πριν να έρθει το ηλεκτρικό φως και η τελευταία την εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, και οι τέσσερις με σημείο αναφοράς το ίδιο ορεινό χωριό και με κοινό D.N.A..

Η γιαγιά μούμω ήταν η ενσάρκωση του ιδεατού αρχέτυπου ενός συνδυασμού θετικών ιδιοτήτων, οι οποίες, μολονότι σπάνια μαζεμένες σε ένα πρόσωπο, σήκωσαν τη φτωχή μας χώρα με γρήγορους ρυθμούς ψηλά. Εργατικότητα που να προκαλεί την απορία ανθρώπων της μεθεπόμενης γενιάς, η οποία τα τελευταία χρόνια, εκτός από το απαιτητικό καθημερινό νοικοκυριό έξι ανθρώπων, «περιορίστηκε» σε τέσσερις μεγάλους κήπους, με σκάψιμο, λίπανση, πότισμα, συγκομιδή, διανομή στους οικείους, σε παιδιά, εγγόνια, ανίψια. Καρτερικότητα, σε κάθε στέρηση και αναποδιά καταστάσεων κι ανθρώπων, να της περισσεύει για να χαρίζει και στους άλλους, περισσότερη κι απ’ τα προϊόντα του κήπου. Αποταμίευση, ώστε να φέρνει βόλτα το νοικοκυριό αλλά και πάντα να διαθέτει το κάτι τι για το κατιόν συγγενολόι που όλο και μεγάλωνε ο αριθμός του. Η γιαγιά μούμω πρόλαβε να χορέψει στο γάμο από τέσσερα εγγόνια και ήτανε χαρά θεού να τη βλέπεις με την μετσοβίτικη ενδυμασία της, όχι «παραδοσιακή» αλλά πραγματική παράδοση, να ξεχωρίζει στην εξευρωπαϊσμένη πια πρωτεύουσα του κάμπου, όπου συνεχίζεται μερικώς η ιστορία της οικογένειας.

Η γιαγιά μούμω, η Ταμούσω για τους γνωστούς και φίλους του βλαχοχωριού της, την Παρασκευή αποχαιρέτησε τον παππού τάτα και όλους τους υπόλοιπους, το ίδιο αθόρυβα όπως έζησε τη ζωή της, ανάλαφρα, μην καταλάβει κανείς βάρος. Έτσι ανάλαφρα μα επίμονα σαν ίσκιος καλοκαιρινής ημέρας, είθε αδιάκοπα να μας ακολουθεί, όταν δειλιάζουμε να μας υπενθυμίζει.



Αγαθοκλής Αζέλης (16/01/2006)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου