Τρίτη, 19 Απριλίου 2011


Χάινριχ Χάινε: Οι Θεοί της Ελλάδας




[Μια ατελής προσπάθεια μετάφρασης ποιήματος ενός σπουδαίου ποιητή και βαθυστόχαστου κήνσορα της εποχής του, με το οποίο, μολονότι χαρακτηρισμένος ως εκπρόσωπος του ρομαντισμού, αντιπαρατίθεται μονομιάς τόσο με τον κλασικισμό όσο και με τον ρομαντισμό, χρησιμοποιώντας σε κάποιον βαθμό ρομαντική φόρμα. Προσπαθώ εδώ και 15 χρόνια να δώσω μια ανεκτή ελληνική μορφή στο ποίημα, όμως θα χρειαστεί να επανέλθω…

                                                                
                                                                 Στην παραπονεμένη πολύτροπη μούσα του άστεγου ορίζοντα...  ]



Ολάνθιστη σελήνη! Στο φως σου

Σαν κελλαριστός χρυσός, αστράφτει η θάλασσα

Σαν καθαρότητα της μέρας, μα με μάγια θολωμένη

κείται πάνω απ’ την πλατιά επιφάνεια του γιαλού

Και στον γαλάζιο φωτεινό, άναστρο ουρανό

Αιωρούνται τα λευκά νέφη, σάμπως θεών κολοσιαίες μορφές

Από φωτεινό μάρμαρο



Όχι, νέφη δεν είναι επ’ ουδενί!

Είναι οι Θεοί οι ίδιοι της Ελλάδος,

Που κάποτε τόσο χαρούμενοι τον κόσμο κυβερνούσαν,

Μα τώρα παραγνωρισμένοι και νεκροί

Σέρνονται σαν φαντάσματα φρικιαστικά

Στον ουρανό του μεσονυκτίου.



Έκπληκτος και παράξενα τυφλωμένος, παρατηρώ

το χαρούμενο Πάνθεον,

τις πανηγυρικά βουβές, φρικτά συγκινημένες

γιγαντιαίες μορφές.

Αυτός εκεί είν’ ο Κρονίων, ο βασιλέας τ’ ουρανού,

λευκοί σαν χιόνι της κεφαλής οι πλόκαμοι,

κρατά στο χέρι τον σβησμένο κεραυνό,

στο βλέμμα του έχει δυστυχία και θλίψη

και μολαταύτα ακόμα την παλιά του περηφάνεια.

Ήταν μέρες καλύτερες, ώ Ζευ,

σαν ευφραινόσουν ουράνια

με αγόρια και νύμφες κι εκατόμβες!

Όμως και οι θεοί δεν βασιλεύουν πάντα,

οι νέοι τους παλιούς παραμερίζουν,

όπως εσύ ο ίδιος κάποτε τον γέροντα πατέρα

και τους τιτάνες θείους σου απόδιωξες,

Δία πατροκτόνε!

Κι εσένα σε αναγνωρίζω, περήφανη Ήρα!

Παρόλο τον ζηλότυπο τον φόβο σου

Μια άλλη κέρδισε το σκήπτρο,

κι εσύ δεν είσαι πια η βασίλισσα του ουρανού,

και το μεγάλο μάτι σου έχει πετρώσει

και οι κρινώδεις σου βραχίωνες είναι αδύναμοι,

και δεν θα ξαναβρεί η εκδίκησή σου

απ’ το θεό γονιμοποιημένη την παρθένα

και τον θαυματουργό υιό του θεού.

Κι εσένα σε αναγνωρίζω, Αθηνά Παλλάδα!

Με ξίφος και σοφία δεν μπόρεσες

να εμποδίσεις την σήψη των θεών…

Κι εσένα σε αναγνωρίζω, κι εσένα, Αφροδίτη,

κάποτε την χρυσή, τώρα ασημένια!

Βέβαια ακόμη σε κοσμεί το θέλγητρο

                             της ζώνης,

όμως κρυφά με πιάνει φρίκη εμπρός στην ομορφιά σου,

κι αν ήταν να με συντροφεύει το ευγενές κορμί σου,

σαν άλλους ήρωες, θα πέθαινα από φόβο-

σαν θεά των πτωμάτων μου φαίνεσαι,

Αφροδίτη ψυχοπομπέ!

Δεν κοιτάζει πια μ’ αγάπη προς εσένα,

εκεί ο τρομερός Άρης.

Κοιτάζει τόσο λυπημένος ο Φοίβος Απόλλων,

ο νεανίας. Σωπαίνει η λύρα του,

που τόσο όμορφα ηχούσε στο δείπνο τω θεών

Ακόμα πιο θλιμμένος κοιτάζει ο Ήφαιστος,

Κι αλήθεια! ο χωλός …

Κερνάει βιαστικός στη σύναξη

το ποθητό το νέκταρ. – Κι από καιρό έχει σβήσει

το άσβηστο γέλιο των θεών.



Δεν σας αγάπησα ποτέ, ώ θεοί!

Γιατί μου είναι αποκρουστικοί οι Έλληνες,

και οι Ρωμαίοι πάλι μου είναι μισητοί.

Μα έλεος ιερό και οίκτος φρικτός

διαπερνάει την καρδιά μου,

όταν σας βλέπω εκεί ψηλά.



Μισητοί θεοί,

Νεκρές σκιές υπνοβατούσες

αδύναμες νεφέλες, που ο άνεμος αποδιώχνει

κι όταν σκέφτομαι πόσο δειλοί κι αδύναμοι

είναι οι θεοί που σας νικήσαν,

οι νέοι, κυρίαρχοι, θλιμμένοι θεοί,

οι χαιρέκακοι, οι ντυμένοι τη λεοντή της ταπεινοφροσύνης –

Ώ, τότε με [πιάνει οργή]

και θα ΄θελα να σπάσω τους νέους ναούς,

και να πολεμήσω για σας, αρχαίοι θεοί,

για σας και για το ωραίο αμβροσιανό σας δίκαιο.

Και μπροστά στα ψηλά σας ιερά

τα ξαναχτισμένα, που θ’ αχνίζουνε από σφαχτάρια

θα ’θελα ο ίδιος να γονατίσω και να προσευχηθώ,

και ικετευτικά τα χέρια να σηκώσω –



Γιατί πάντοτε, αρχαίοι εσείς θεοί,

κάποτε στους αγώνες των ανθρώπων,

παίρνατε πάντοτε των νικητών το μέρος,

όμως ο άνθρωπος είναι πιο μεγαλόθυμος από εσάς

και τώρα εγώ στους θεϊκούς αγώνες

των νικημένων των θεών παίρνω το μέρος.





Αυτά είπα και φανερά κοκκίνησαν

Ψηλά οι θλιμμένες νεφέλινες μορφές.

Και με κοιτάξαν σαν ετοιμοθάνατοι,

παραμορφωμένοι από τον πόνο κι αίφνης εξαφανίστηκαν.

Η σελήνη κρύφτηκε κι αυτή

πίσω από σύννεφα που πλησιάζαν σκοτεινά.

Όμως η θάλασσα άνοιξε αφρίζοντας,

και νικητές παρουσιάστηκαν στον ουρανό

τα αιώνια αστέρια.



Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου