Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011


Γιώργος Κατσένης: Πορτρέτα Φαγιούμ. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Ροές, Αθήνα 2009.[i]






Ο ριζοσπάστης Γερμανός φιλόσοφος Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε ότι το έργο τέχνης είναι η νεκρική μάσκα της σύλληψης. Σ’ ένα άλλο χωρίο σχολιάζει τους επισκέπτες μιας γκαλερί ως ανθρώπους που διαπιστώνουν με απογοήτευση το γεγονός ότι στους τοίχους δεν κρέμονται παρά πίνακες ζωγραφικής. Τι θα έλεγε άραγε για τον κριτικό, ο οποίος αποτολμά να προσεγγίσει συστηματικά και να παρουσιάσει στο κοινό ένα μυθιστόρημα αμέσως μετά τη γέννησή του; Να το θεωρούσε ως μια θρασεία ενέργεια ενός ανθρώπου, ο οποίος μη γνωρίζοντας π.χ. ο ίδιος να γράφει λογοτεχνία ασχολείται κριτικά με το έργο εκείνων που μπορούν; Να το θεωρούσε ως μια παρασιτική ενέργεια, η οποία με μαεστρία και τεχνογνωσία επιβιβάζει τον κριτικό στο όχημα του λογοτέχνη και κάνει μια δοκιμαστική οδήγηση; Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα…Αυτό που διαπιστώνω μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ανάγνωσης λογοτεχνίας, τις μισές από αυτές με παράλληλη διδασκαλία της, είναι ότι ο καλλιτέχνης-συγγραφέας διαθέτει τη διαίσθηση ώστε να μπορεί να κάνει τη ζωή να μιμείται την τέχνη, ενώ ο κριτικός πρέπει να διαθέτει την ενσυναίσθηση ώστε να μπορεί τουλάχιστον να αντιλαμβάνεται τις νέες μορφές οι οποίες μόλις διαγράφονται στο λογοτεχνικό πάνθεον του μέλλοντος. Επίσης ένα ακόμη πράγμα που έχω κατανοήσει είναι ότι μια βασική ιδιότητα ενός έργου τέχνης συνίσταται στο να είναι ανοιχτό, ώστε να μην υπάρχει οριστική και αποκλειστική απάντηση στην κλασική (και κανονικά απαγορευτέα) ερώτηση «τι εννοεί ο ποιητής;»

Θα σκεφτείτε ασφαλώς, απομένει κάποιος ζωτικός χώρος στον κριτικό μετά τα παραπάνω καταιγιστικά; Μάλλον ναι, αν σκεφτεί κανείς ότι έχουμε συγκροτήσει εδώ μια ελεύθερη ομάδα κι ετοιμαζόμαστε να υποδεχτούμε το πρώτο μυθιστόρημα ενός συντοπίτη μας νέου πεζογράφου, πολλά δίδοντος και πολλά υποσχόμενου, θα συμπλήρωνα. Η φιλολογία διαθέτει ορισμένα εργαλεία για να μετρά τα έργα του γραπτού λόγου, με τα οποία στη συνέχεια μετρά τον ίδιο της τον εαυτό και αναμετριέται.

Ο τίτλος ενός λογοτεχνικού έργου, αγαπητοί φίλοι, είναι πολύ σημαντική υπόθεση. Όταν δεν είναι ένα αγοραίο κατασκεύασμα το οποίο αποσκοπεί στην προσέλκυση της περιέργειας του αγοραστικού (σκόπιμα δεν λέω αναγνωστικού) κοινού, τότε προσφέρει στον αναγνώστη ένα πρίσμα, έναν κώδικα, με τη βοήθεια του οποίου μπορεί να διαβάσει το βιβλίο, να διαβάσει ίσως και ανάμεσα στις γραμμές.

Τι είναι όμως στην εξωλογοτεχνική ζωή τα πορτρέτα Φαγιούμ; Από τις νεκροπόλεις του Φαγιούμ προέρχεται μία κατηγορία έργων τέχνης που έγινε γνωστή ως προσωπογραφίες του Φαγιούμ. Πρόκειται για εικόνες που φιλοτεχνήθηκαν πάνω σε ξύλο με την μέθοδο της εγκαυστικής και σπανιότερα της υδατογραφίας και χρονολογούνται από τον 2ο ως τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Είναι έργα Ελλήνων καλλιτεχνών, που ανακάλυψε ο Σαμπολιόν το 1820. Οι πίνακες αυτοί είτε τοποθετούνταν δίπλα στις μούμιες είτε προσδένονταν σ' αυτές στη θέση των νεκρικών προσωπίδων. Εικονίζουν τον νεκρό σε νεαρή συνήθως ηλικία, αλλά δεν λείπουν και προσωπογραφίες ηλικιωμένων. Εντύπωση προκαλούν ο ρεαλισμός και η λεπτομέρεια των χαρακτηριστικών του προσώπου, που προοιωνίζονται την βυζαντινή τέχνη.

Πορτρέτα Φαγιούμ, λοιπόν. Νεκρικά πορτρέτα λοιπόν. Όντως. Ο θάνατος ενός ανθρώπου, του Μάνο γίνεται η αφορμή ή το σημείο αναφοράς, για να αναμετρηθούν αρκετοί άνθρωποι που στο παρελθόν συγχρωτίστηκαν μαζί του, με το δικό τους παρελθόν, τις δικές τους επιλογές ζωής, τις δικές τους ματαιώσεις. Η εικόνα του νεκρού Μάνου αποτελεί ένα παλίμψηστο από επάλληλα στρώματα ελλειμματικού παζλ, τα οποία θα σκιαγραφήσουν έναν άνθρωπο πολύ διαφορετικό από εκείνους που τον συγχρωτίζονταν, έναν άνθρωπο που ίσως αποτελούσε το απωθημένο των εν δυνάμει αφηγητών.

Το μυθιστόρημα έχει κυκλική μορφή. Αρχίζει και τελειώνει με την ίδια φράση: «Ο Μάνος πέθανε». Κοινό στοιχείο της ρήσης είναι ο λυτρωτικός της χαρακτήρας για τον (διαφορετικό σε κάθε περίπτωση) ομιλητή. Συνάμα όμως υπάρχει μια μεγάλη διαφορά για τον αναγνώστη. Στην αρχή του βιβλίου ο αναγνώστης μπορεί να εκπλαγεί. Στο τέλος όμως γνωρίζει. Και μπορεί πλέον, προικισμένος με τα στοιχεία που του έχει παραχωρήσει ο συγγραφέας, να γράψει την αέναη συνέχεια.

Για να αναφέρουμε ορισμένα ακόμη δομικά στοιχεία, το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο τμήματα με αναλογία έκτασης 70και 30% αντιστοίχως, οι τίτλοι των οποίων είναι ενδεικτικοί του περιεχομένου: Μέρος Α΄, Μνημόσυνο, Μέρος Β΄, Ανάσταση. Το πρώτο μέρος αποτελείται από τέσσερα κεφάλαια, το δεύτερο από δύο, άρτιοι αριθμοί αμφότεροι. Τίποτε δεν φαίνεται να έχει αφεθεί στην τύχη του. Ακόμη και τα μότο σε κάθε κεφάλαιο προέρχονται από τη βίβλο, με εξαίρεση το τελευταίο κεφάλαιο, το οποίο στερείται μότο, όμως ο ίδιος ο τίτλος του προέρχεται από την εκκλησιαστική γλώσσα: «ειρήνη πάσι». Θα λέγαμε ότι όλα τα διαπερνά η ιδέα του θανάτου, όμως δεν είναι τόσο τραγικά τα πράγματα. Μάλλον τα δημιουργεί η μνήμη την οποία κινητοποιεί η ιδέα (εδώ η είδηση) του θανάτου.

Αν στον Πιραντέλλο έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα, στο ανά χείρας βιβλίο ένα πρόσωπο κινητοποιεί έξι άλλα να γίνουν συγγραφείς, ή να σύρουν το χέρι του αφηγητή ώστε να σκιαγραφήσει την προσωπικότητα ενός ασυνήθιστου ανθρώπου. Ασυνήθιστου όχι με την έννοια του δημιουργήματος μιας λογοτεχνικής μανιέρας, αλλά διαφορετικού δίκην αντίστιξης προς τους άλλους. Έξι θραύσματα συμβίωσης καλούνται να συνενωθούν σε ένα πρακτικά ανολοκλήρωτο παζλ-προσωπογραφία του προσώπου αναφοράς του μυθιστορήματος – διστάζω να πω του κεντρικού ήρωα. Έξι πρόσωπα, επίσης μάλλον ασυνήθιστα ως προς τις ιδιότητές τους, προβάλλουν, πιο σωστά αφήνονται στα χέρια του παντογνώστη αφηγητή που αφηγείται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, να προβάλει τη διαφορετικότητά τους προς τον Μάνο ή μέσα από την επιτυχημένη διαφορετικότητά τους αναδεικνύουν το απωθημένο τους: Επιθυμούν αυτό που δεν είναι, νοσταλγούν έναν τόπο προς τον οποίο δεν μπορεί να γίνει παλιννόστηση, αφού ποτέ δεν υπήρξε πατρίδα τους, θέλουν να περιγράψουν έναν Μάνο ως ευτοπία, ο οποίος ουσιαστικά αποτελεί ουτοπία και τελικά ο θάνατός του ανακουφίζει, αφού συμπαρασύρει στην άβυσσο του τάφου τα απωθημένα και τους φόβους των θραυσματικών αφηγητών. Την μνήμη όμως;

Οι θραυσματικοί εν δυνάμει αφηγητές, όπως τους ονομάσαμε προηγουμένως, όπως τους αναφέραμε προηγουμένως, προέρχονται από ποικίλες φάσεις της ζωής του Μάνου ή τουλάχιστον από ποικίλες πλευρές της. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου έχουμε τέσσερις μαρτυρίες και στο δεύτερο δύο. Ο αριθμός είναι αντιστρόφως ανάλογος της εγγύτητας των μαρτύρων με τον ήρωα. Ο πρώτος εν δυνάμει αφηγητής του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος που φέρει τον τίτλο «Μνημόσυνο», ο διάσημος συνθέτης Λίνος Δημητρίου, εμμονικά φιλόδοξος όπως αμέτρητοι συνάνθρωποι γύρω μας, παρουσιάζει τη σχέση του με τον Μάνο κατά τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, μια σχέση που θα διακοπεί ενοχικά από υστερόβουλες ενέργειες του Λίνου, ο οποίος εκμεταλλεύεται τον φίλο του για να αναδειχτεί και ζει με τον διαρκή φόβο της αποκάλυψης και της κατάρρευσης της φήμης του. Από τα θραύσματα της μνήμης του Λίνου σκιαγραφείται ένας Μάνος αντισυμβατικός, σχεδόν μποέμ, ο οποίος ελεύθερος από ψυχαναγκαστικές σχέσεις με αντικείμενα και δραστηριότητες, αποδεικνύεται ανώτερος από τον αφηγητή του και συνάμα κρατάει στο χέρι τον κωδικό με τον οποίο μπορεί να δώσει την εντολή που θα γκρεμίσει τα πολυάριθμα ντόμινο της ζωής του συνθέτη. Ο δεύτερος θραυσματικός εν δυνάμει αφηγητής είναι ο νέος χαρισματικός και ασκητικός αρχιεπίσκοπος Φιλόθεος, για τον οποίο η εφηβική γνωριμία με τον Μάνο σηματοδοτεί τους δρόμους ζωής που απέκλεισε, προκειμένου να αφιερωθεί στην ιεροσύνη, τους κλυδωνισμούς που βίωσε μέχρι να σιγουρευτεί για τη σταθερότητα της επιλογής μέσα του. Το ένοχο μυστικό που τον συνδέει με τον Μάνο είναι άλλης υφής από εκείνο του Λίνου Δημητρίου, όμως τον βασανίζει κι αυτόν, το βάσανο δε τούτο προκαλεί και την αναδρομή σε θραύσματα της προσωπικότητας του Μάνου των φοιτητικών χρόνων. Αν ο Φιλόθεος, κατά κόσμον Γιάννης, αφιερώνεται στην ιεροσύνη, ο Μάνος παραμένει γήινος και σωματικός μέσα σε μια διαφορετικού τύπου πνευματικότητα. Οι δρόμοι τους χωρίζουν με κρότο σπασίματος, με τον ιερωμένο να διατηρεί βαθιά μέσα του έναν φόβο προς τον Μάνο, έναν φόβο για τον φόβο του περισσότερο.

Ο τρίτος εν δυνάμει αφηγητής είναι ένας συγκάτοικος-συνοδοιπόρος του Μάνου από τα φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι, ο Χαρίδημος Μπερνάκης, καθηγητής πανεπιστημίου, οικονομολόγος, ακαδημαϊκός, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, ο οποίος ακολουθεί, σε αντίθεση με τον ελευθεριάζοντα Μάνο, μια επιστημονική ασκητική ζωή, παραμερίζοντας σημαντικές προκλήσεις, προκειμένου να οδηγηθεί στις ανώτατες επαγγελματικές διακρίσεις. Και γι’ αυτόν η ανάμνηση του Μάνου αποτελεί έναν έμμονο οίστρο ο οποίος θέτει σε αμφισβήτηση τη συνταγή της επιτυχίας την οποία ακολούθησε στη ζωή του. Τουλάχιστον δεν τους συνδέει κάποια ενοχική σχέση, κάτι που δεν λείπει από τον επόμενο αφηγητή, αφηγήτρια καλύτερα, παλιά σύντροφο και πολιτική συνοδοιπόρο του Μάνου, διακεκριμένη δικηγόρο, βουλευτή και κατόπιν υπουργό Αγγελική Χατζηγιάννη. Μέσα από την αντιπαραβολή των δύο χαρακτήρων φωτίζεται ο ηθικά άκαμπτος Μάνος, τον οποίο θα παρακάμψει και θα αφήσει πίσω της, με πολλές απώλειες για τον ίδιο, η εύκαμπτη και ευέλικτη Αγγελική, προκειμένου να ακολουθήσει ανοδική πορεία στον πολιτικό της μονόδρομο.

Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος, το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάσταση» ξεκινά με την εκδοχή του Χρήστου, γιου του Μάνου και της Ιλιάνας Χρηστίδου. Μέσα από την παρουσίαση πτυχών της ζωής του Χρήστου, η οποία σε ένα βαθμό αποτελεί προέκταση, ενίοτε μίμηση της ζωής του πατέρα του, μολονότι χαρακτηρίζεται από απόλυτο αρνητισμό προς αυτόν. Η εικόνα του πατέρα του έχει μόνο σκοτεινές πλευρές, κανένας ρομαντισμός και νοσταλγία από εκείνη που διέπει τις προηγούμενες αφηγήσεις δεν εμφανίζεται. Οι προηγούμενοι αφηγητές μέσα από τη μνήμη εκφράζουν ουσιαστικά τη νοσταλγία για τον ίδιο τους τον εαυτό, για ό,τι έχει οριστικά παρέλθει, ενώ ο Χρήστος μέσα από την άρνηση προσπαθεί να απωθήσει αυτό που μένει εντός του και τον πονάει. Μέσα από τη δική του αφήγηση, όπως και από την αφήγηση του Χαρίδημου Μπερνάκη διαγράφεται και μια από τις μάλλον τραγικές φιγούρες, η Ιλιάνα Χριστίδου.

Το βιβλίο κλείνει με την εκδοχή ενός νεοβραβευμένου αντισυμβατικού στη νοοτροπία αλλά επιρρεπή στην ανάγκη αναγνώρισης λογοτέχνη, του Νίκου Καζάζη. Ο Νίκος, αρνητής αλλά συνάμα παιδί ενός κόσμου που διαγράφεται ηθικά και ιδεολογικά από χαρακτήρες σαν τους παραπάνω εν δυνάμει θραυσματικούς αφηγητές, θα επιχειρήσει, ως ένα alter ego του συγγραφέα μας, να δικαιώσει την τέχνη ως τη μόνη σωτηρία και αποστασιοποίηση από έναν κόσμο υποκρισίας και χιονοστιβάδας ματαιώσεων. Όμως και ο Νίκος, μέσα από το πρόσωπο του οποίου ο συγγραφέας-αφηγητής ασκεί την κριτική του, δεν γλιτώνει την κριτική, πράγμα που περισώζει το βιβλίο από τον κίνδυνο του απλουστευμένου δεοντισμού και επαναστατημένου καθωσπρεπισμού. Σε αυτό το κεφάλαιο ο αφηγητής, περνώντας από το πρόσωπο του λογοτέχνη, βγάζει όλα τα πρόσωπά του στη σκηνή, είτε με τη συνάντησή τους, είτε απλώς με την παρακολούθηση των κινήσεών τους μέχρι να δοθεί «λύσις». Λύσις η οποία συνοδεύεται από μια γόνιμη και ανατρεπτική παρεξήγηση, παρεξήγηση η οποία δείχνει το μεγαλείο της λογοτεχνίας και της τέχνης γενικότερα: την ανοιχτή της φόρμα, όπου πολλοί χωράνε, συνήθως όμως όχι αγεωμέτρητοι, για να παραφράσω τον Πλάτωνα. Μια τέτοια φόρμα μου πρόσφερε κι εμένα το βιβλίο που προσπάθησα ακροθιγώς να παρουσιάσω. Κι αν το έργο είναι η νεκρική μάσκα της σύλληψης, όπως ισχυρίστηκε ο Μπένγιαμιν, τα πρόσωπά του δεν αποσυντίθενται με την πάροδο του χρόνου, διατηρούν τη μελαγχολική έστω ζωντάνια των πορτρέτων φαγιούμ, μέσα στα οποία αναζητούμε το δικό μας πριν και κάποτε και μετά, τη δική μας πορεία και εναγώνια κατάληξη.



Αγαθοκλής Αζέλης





[i] Πρόκειται για ελαφρώς επεξεργασμένη προφορική βιβλιοπαρουσίαση, ως εκ τούτου ο λόγος διατηρεί τον προφορικό του χαρακτήρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου