Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Paul Celan [ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΙΑ]


Paul Celan

ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΙΑ αυτού του
κόσμου. Όλα διπλά.

Τα δυνατά ρολόγια
δίνουν δίκιο στην ώρα της χαρακιάς
βραχνά.

Εσύ, μαγκωμένος στο βαθύτερο εντός σου,
αποβιβάζεσαι από εσέ
παντοτινά.

(Επιγονάτια μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Paul Celan [ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΙΑ]


ΔΥΣΑΝΑΓΝΩΣΙΑ αυτού του
κόσμου. Όλα διπλά.

Τα δυνατά ρολόγια
δίνουν δίκιο στην ώρα της χαρακιάς
βραχνά.

Εσύ, μαγκωμένος στο βαθύτερο εντός σου,
αποβιβάζεσαι από εσέ
παντοτινά.

(Επιγονάτια μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Paul Celan

Paul Celan [Ο ΚΟΣΜΟΣ]


Ο ΚΟΣΜΟΣ, πλησίασε κοντά μας
στην κενή ώρα:

Δύο
κορμοί δέντρων, μαύροι,
αδιακλάδωτοι, δίχως
κόμπους.
Στο καυσαέριο, αιχμηρό, το
ένα  απ-
ελεύθερο σέπαλο.

Κι εμείς εδώ, στο κενό,
παραστέκουμε τις σημαίες.

(Επιγονάτια απόδοση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

Paul Celan: [ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ]


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα
που περιστασιακά μαζί σου
βυθίστηκε στον χρόνο. Είναι μια άλλη.

Είναι το βάρος που συγκρατεί το κενό
που θα
έφευγε μαζί σου.
Όπως κι εσύ, δεν έχει όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο. Ίσως
ονομάσεις κάποτε κι εμένα
έτσι.

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Paul Celan ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑ


Στρογγυλάδα ματιού ανάμεσα στις ράβδους.

Ζώο που τρεμοπαίζει, βλέφαρο
Κωπηλατεί προς τα επάνω,
Ελευθερώνει ένα βλέμμα.

Ίρις, κολυμβήτρια, ανονείρευτη και θολή:
Ο ουρανός, γκρίζο καρδιάς, πρέπει να’ ναι κοντά.
Λοξά, στη σιδερένια προχοή
Η σχίζα που καπνίζει.
Στην όραση μαντεύεις την ψυχή.

Να’ μουν σαν εσένα, να’ σουν σαν εμένα.
Δεν βρισκόμασταν κάτω από
Ένα μελτέμι…
Είμαστε ξένοι.)

Οι πλάκες. Επάνω τους,
Δίπλα πυκνά, τα δυο
Γκρίζα καρδιάς γέλια:
Δυο
Μπουκιές σιωπή.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Paul Celan: [ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΠΕΤΡΕΣ]



ΟΙ ΦΩΤΕΙΝΕΣ
ΠΕΤΡΕΣ διασχίζουν τον αέρα,  οι ανοιχτό-
λευκες, οι φωτο-
δότρες.

Δεν θέλουν να πέσουν, να γκρεμιστούν,
να ευστοχήσουν. Αν-
ορθώνονται,
όπως μικρόσωμα
αναρριχώμενα ρόδα, έτσι ανορθώνονται,
ανεμίζουν
στη μεριά σου, χαμηλόφωνή μου
αληθινή μου -:

σε βλέπω, τα κόβεις με τα
καινούργια μου, τα
συνηθισμένα χέρια μου, τα βάζεις
στο επαναφώτεινο, που κανείς
δεν χρειάζεται να κλάψει και να ονομάσει.

[Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης]

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Paul Celan: Τη νύχτα, όταν το εκκρεμές της αγάπης ταλαντεύεται


Τη νύχτα, όταν το εκκρεμές της αγάπης ταλαντεύεται
ανάμεσα στο πάντοτε και το ποτέ,
συγκρούεται ο λόγος σου με τα φεγγάρια της καρδιάς
και το γαλανό καταιγίδας
μάτι σου προσφέρει στη γη τον ουρανό

Από μακρινό, από ονειρομαυρισμένο
άλσος φυσάει πάνω μας πνοή που σβήνει
και το χαμένο τριγυρνάει, μεγάλο σαν τα φάσματα του μέλλοντος

Ό,τι τώρα βουλιάζει κι ανυψώνεται,
αφορά στο εσώτατα θαμμένο:
τυφλό σαν το βλέμμα που ανταλλάσσουμε,
ασπάζεται τον χρόνο στο στόμα.

(Επιγονάτια μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

Τούλα Τίγκα, Τ' άλλο μισό του κόσμου, μια μαγεμένη ιστορία, Πατάκης, Αθήνα 2017



Πριν λίγα χρόνια το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής εισήγαγε μια εκπαιδευτική καινοτομία στη σχολική βαθμίδα του Γυμνασίου. Συγκεκριμένα πρόκειται για τη "Θεματική Εβδομάδα", μια εβδομάδα στην οποία αντί να λαμβάνουν χώρα συμβατικά μαθήματα γίνεται αφιέρωμα σε κάποιες θεματικές ενότητες, οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς από τα αναλυτικά προγράμματα. Μία από αυτές είναι "οι έμφυλες ταυτότητες", οι οποίες
"συνδέονται άμεσα με την υπό διαμόρφωση σχέση των προέφηβων και έφηβων μαθητών/τριών με το σώμα τους, την αυτοεικόνα και αυτοαντίληψή τους και εν γένει με τον εαυτό τους, καθώς επίσης και με τους/τις συνομιλήκους/ες τους, αλλά και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Υπό αυτήν την έννοια, η εστίαση της Θεματικής Εβδομάδας στους παραπάνω βασικούς άξονες αντλεί από την ευρύτερη σημασία που αποκτά για τους προέφηβους και έφηβους μαθητές, η κατάρριψη μύθων.
[...] Στους στόχους της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας συμπεριλαμβάνεται και η αξιοποίηση της ετερογένειας του μαθητικού πληθυσμού ως μέσου για την εγκαθίδρυση μιας θετικής σχέσης με τον εαυτό και με τους άλλους και την καταπολέμηση στερεοτύπων και προκαταλήψεων σε σχέση με το σώμα, το φύλο, τη σεξουαλικότητα, τις έμφυλες και τις ευρύτερες διαπροσωπικές και κοινωνικές σχέσεις, τα οποία ασκούν βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη επίδραση στην υγεία και την ευημερία των προέφηβων και έφηβων μαθητών και μαθητριών του σχολείου."
Παρέθεσα αυτό το μακροσκελές χωρίο, διότι για μια ακόμη φορά επιβεβαιώθηκε ότι η τέχνη, η αυθεντική τέχνη, προηγείται των πράξεων των καθημερινών ανθρώπων και των θεσμών. Έτσι λοιπόν, τον καιρό που αυτή η θεματική ενότητα σκανδάλισε αρκετούς, με αποτέλεσμα να εκφραστούν αντιδράσεις, πληροφορήθηκα την έκδοση ενός νέου εφηβικού μυθιστορήματος από την άξια και καταξιωμένη φίλη πεζογράφο μας, την κ. Τούλα Τίγκα, με θέμα που σχετίζονταν με μία από τις πέτρες του σκανδάλου.
Όπως κάθε καλό μυθιστόρημα, έτσι και "Τ' άλλο μισό του κόσμου" είναι πολυθεματικό, όμως υπάρχει ένας βασικός θεματικός άξονας, ο έρωτας στην εφηβεία, άξονας τεμνόμενος με άλλους, για να στερεωθεί και να αναδειχθεί στο πλαίσιό τους. Αν το θέμα ήταν απλώς ένας έρωτας στην εφηβική ηλικία, τότε το βιβλίο θα αποτελούσε κοινό τόπο. Όμως είναι σαφώς πολύ περισσότερα, όπως μας έχει συνηθίσει η κ. Τίγκα. Είναι ένα κουβάρι από ποικίλες τεμνόμενες μεταξύ τους δυσκολίες, όπως μας έχει καταστήσει σαφές η ίδια η ζωή αλλά και η τέχνη ως δημιουργικό της απείκασμα.
Η προμετωπίδα-αφιέρωση μας προϊδεάζει: "Για όσους μεγαλώνουν μέσα από τη διαφορετικότητά τους, κουβαλώντας ανασφάλειες ή ενοχές, προσπαθώντας να τα βρουν με τον εαυτό τους και να υποστηρίξουν την εικόνα τους."
Η αλήθεια είναι ότι ο καλλιτέχνης, ο λογοτέχνης εν προκειμένω, καλείται να μεγαλώσει ένα έργο μέσα από τη διαφορετικότητα του έργου, ακροπατώντας σε νεόδμητες ισορροπίες ανάμεσα σε ποταμούς ανασφάλειας, ακόμη και ενοχής ίσως για τις υπερβάσεις, προσπαθώντας να σταθεροποιήσει τα πρόσωπά του σε έναν νέο κόσμο που ο ίδιος δημιουργεί, για πρόσωπα που ο ίδιος πλάθει.
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μικρή παραθαλάσσια κωμόπολη. Το τοπίο γνωστό: με εξαίρεση την τουριστική περίοδο κυριαρχεί η ρουτίνα της επανάληψης, μέσα στην οποία μια ομάδα εφήβων επιχειρεί να κανοναρχήσει όσο πιο βιαστικά μπορεί την πορεία της προς την ωρίμανση και την ενηλικίωση, λες και δεν έχουν νόημα τα ενδιάμεσα στάδια. Κάπου εκεί τους συναντάει η συγγραφέας μας, in medias res, τους αφουγκράζεται και συνάμα τους διαπερνά με τη δική της πνοή κατά την αναπαράστασή τους. Το κουβάρι αρχίζει να ξετυλίγεται από το κρεβάτι του Ρηγόπουλου, του αγοριού με το πόδι στον γύψο, ως απόρροια μιας αποτυχημένης προσπάθειας να εντυπωσιάσει με το μηχανάκι τη Λάουρα, νεαρή Ιταλίδα παραθερίστρια, η οποία παρεπιδημεί για μικρό διάστημα και προκαλεί χτυποκάρδια στον κόσμο των αγοριών. Το τραυματισμένο αγόρι αποτελεί λοιπόν την αρχή του μίτου, ο οποίος θα μας οδηγήσει, χωρίς την ασφάλεια μιας Αριάδνης αλλά με τη δεξιοτεχνική πλοκή της συγγραφέως μας στους κεντρικούς δρόμους αλλά και στα μονοπάτια, στις προθήκες αλλά και στις αποθήκες της κωμόπολης, βγάζοντας στην επιφάνεια όσα σκεπάζονται από μια κρούστα ειδυλλιακού τοπίου. Ένας μικρόκοσμος κρύβει σκελετούς στο ντουλάπι. Έτσι αν ο Ρηγόπουλος αδημονεί να έρθει η ώρα που θα δέσει το κόκκαλο για να βγάλει τον γύψο, δίπλα του πορεύονται πλησίστια ανοιχτά τραύματα, άλλα διαχρονικά και άλλα εν τω γενάσθαι. Πίσω από την αφέλεια των ανερμάτιστων ίσως εν πολλοίς εφήβων κινούνται ζωές λιγότερο ευνοημένες από την τύχη ή από τον περίγυρο ή ποιος ξέρει από ποιον. Η συγγραφέας αφού μας αφήσει λίγο να περιπλανηθούμε στον ανέμελο κόσμο της επαρχιακής εφηβικής πλήξης, σκίζει το παραπέτασμα και μας οδηγεί σε έναν κόσμο δύσβατο. Πίσω από τον δίχως ανταπόκριση έρωτα της Μαρίνας με τον Θοδωρή, ο οποίος αναπτύσσεται σε πείσμα των στερεοτύπων περί ερωτευσιμότητας της περιοχής και της ηλικίας, παρουσιάζεται το τραυματικό παρελθόν του αγοριού, στενά συνυφασμένο με την παθογένεια της σεμνότυφης κατά τα άλλα μικρής κοινωνίας, η οποία φρίττει μπροστά στα γεννήματά της, μη μπορώντας να τα διαχειριστεί, ενώ μπορεί πολύ άνετα να τα φέρει στη ζωή. Έτσι ο Θοδωρής, θύμα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος αρχικά και της ευρύτερης έμφυλης βίας, βιώνοντας την απόρριψη του πατέρα και τη χλεύη της κοινωνίας και γενόμενος για δεύτερη φορά θύμα, προσπαθεί να χαράξει τον δρόμο του προς την ενηλικίωση. Η συγγραφέας, για να στήσει καλύτερα το σκληρό σκηνικό της κωμόπολης προσθέτει τη μορφή της Ραμόνας, μιας κακοπαθημένης γυναίκας, πλασμένης με αφηγηματική αγάπη, η οποία δεν αρκούσε για να δικαιολογήσει τον περίγυρο που την έκανε αλλοπαρμένη, ούτε όμως και να τον καταδικάσει τελεσίδικα. Ακόμη και η μυθιστορηματική ζωή έχει τη δική της λογική, με όχι τυπικές ηθικοπλαστικές σκοπιμότητες.
Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία, η οποία κρύβει κι άλλα παλιότερα δράματα, κινούνται θετικές προσωπικότητες, οι οποίες αναλαμβάνουν τη συναισθηματική προστασία ευάλωτων νέων. Δεν είναι όμως μόνη η ποιότητα χαρακτήρα που τις ωθεί, κουβαλάνε οι ίδιες τον δικό τους σταυρό, βγαλμένο από το παρελθόν τους, όμως ό,τι δεν μπόρεσαν ίσως να διαχειριστούν καλά ως βίωμα το επεξεργάζονται και το τακτοποιούν επαρκώς ως ανάμνηση, προσφέροντας σε δεύτερο χρόνο σε άλλους εκείνο που δεν μπόρεσαν να προσφέρουν σε στενότερα δικούς τους ανθρώπους σε ώρα ανάγκης, βοηθούν άλλους αφού δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι ο γερο Αστρολάβος, ο ιδεότυπος παππού για τους εφήβους της ιστορίας στηρίζει διακριτικά τον Θοδωρή, ο οποίος υφίσταται τη χλεύη του επαρχιώτικου μικρόκοσμου και την απόρριψη του ανεπαρκή να διαχειριστεί την ιδιαιτερότητά του πατέρα, η δε καθηγήτρια του σχολείου, η κ. Μυρσίνη έχει υιοθετήσει όλη τη μαθητοπαρέα, ιδιαίτερη φροντίδα όμως δείχνει στην Μαρίνα, η οποία είναι νεότερο απείκασμά της, όπως ο Θοδωρής είναι απείκασμα του νεκρού γιου του γερο Αστρολάβου, με τον οποίο γιο μοιραζόταν το κοινό χαρακτηριστικό της ομοφυλοφιλίας.
Οι ήρωες, μολονότι εστιάζουν στην προσωπική τους διαδρομή, ζουν παράλληλα τον κοινό βίο της παρέας, καθώς η συγγραφέας τους δομεί αξίες-σημεία αναφοράς, συγκεκριμένα την φιλία, η οποία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή των εφήβων, αλλά και την καθηγήτρια, η οποία γίνεται μέντορας και κάνει αυτό που θα προσδοκούσαμε πολλοί από έναν επιθυμητό δάσκαλο: τονώνει τη λειτουργία της ομάδας και δημιουργεί ένα προστατευτικό-ενισχυτικό πλαίσιο για τους εφήβους, για την ακρίβεια προσφέρει στα παιδιά τα εργαλεία για να διανοίξουν τη δική τους ασφαλή οδό, όσο και όπως αντέχει καθένας τους. Όμως για τον ρόλο της παρέας και της δασκάλας θα μιλήσουν λίγο αργότερα ο Παναγιώτης Αρέστης και ο Φώτης Αθάνατος, οι οποίοι θα δώσουν την οπτική πραγματικών εφήβων για τα δύο μείζονα θέματα του μυθιστορήματος, ενώ η Αλεξάνδρα Καρκανιά θα επιχειρήσει να ανατάμει το μυθιστορικό πρόσωπο της Μαρίνας από την οπτική γωνία μιας συνομήλικής της κοπέλας. Αυτός ο σχεδιασμός αποτελεί επιλογή καινοτόμο της συγγραφέως, η οποία διαπίστωσε ότι κατά κανόνα τουλάχιστον τα εφηβικά μυθιστορήματα  γράφονται και παρουσιάζονται από ενήλικες, ερήμην των εφήβων, στους οποίους κυρίως απευθύνονται.
Κλείνοντας αυτό το σκέλος της ανάλυσης, αποκρύπτοντας βασικά στοιχεία της υπόθεσης επ' ωφελεία της ανάγνωσης, θα ήθελα να επισημάνω ότι η συγγραφέας δεν πλάθει κάποιο εμφανές, συμβατικό happy end στην ιστορία της. Δεν έχει άλλωστε επιχειρήσει ποτέ να μετατρέψει τη ζωή των ηρώων της σε παρωδία. Γνωρίζει όμως ότι οι αναγνώστες (οι θεατές κόντεψα να πω, επηρεασμένος από την παραστατικότητα του βιβλίου) μέσω των ηρώων οδηγούνται σε κάθαρση, στη δε κάθαρση δεν οδηγεί το happy end. Και ποια είναι η λύσις; Ίσως βρίσκεται στο σύντομο τελευταίο κεφάλαιο αναστοχασμού της Μυρσίνης, στην οποία αναθέτει μάλλον η συγγραφέας μας την εκπροσώπησή της όταν ολοκληρώνει την επίσκεψή της στην ψυχή των αναγνωστών της, διαπιστώνοντας μαζί με τον σοφό Ηράκλειτο ότι όντως, "πάντα ρει"
Αγαθοκλής Αζέλης

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Paul Celan [ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ]


ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ
αυτή
η βαρύτητα
που περιστασιακά μαζί σου
βυθίστηκε στον χρόνο. Είναι
μια άλλη.

Είναι το βάρος, που συγκρατεί το κενό
που θα
έφευγε μαζί σου.
Όπως κι εσύ, δεν έχει όνομα. Ίσως
είστε το ίδιο. Ίσως
ονομάσεις κάποτε κι εμένα
έτσι.

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Τρίτη 3 Σεπτεμβρίου 2019

Paul Celan: Tenebrae


Είμαστε κοντά, Κύριε,
κοντά και προσιτοί.
Αγγιγμένοι κιόλας, Κύριε.
Γαντζωμένοι ο ένας στον άλλον, λες κι ήταν
το κορμί καθενός μας
το κορμί σου, Κύριε.
Προσευχήσου, Κύριε,
προσευχήσου σε μας, είμαστε κοντά.
Ανεμογερμένοι πορευτήκαμε
πορευτήκαμε, για να σκύψουμε
σε κοιλώματα και κρατήρες.
Στην ποτίστρα πήγαμε, Κύριε.
Ήταν αίμα, ήταν
ό,τι έχυσες, Κύριε
Άστραφτε.
Ακτινοβολούσε την εικόνα σου στα μάτια μας, Κύριε.
Μάτια και στόμα μένουν τόσο ανοιχτά κι αδειανά, Κύριε.
Ήπιαμε, Κύριε.
Το αίμα και την εικόνα που ήταν στο αίμα, Κύριε.
Προσευχήσου, Κύριε.
Είμαστε κοντά.

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2019

Paul Celan: Σήμερα και αύριο


Στέκω λοιπόν, πέτρινος
κοντά σου,
Ψηλά:
Από πετούμενη άμμο
σκαμμένες οι δυο
τρύπες στο κάτω στρίφωμα του μετώπου.
Μελετημένο
σκοτάδι εκεί μέσα.
Διάτρητο
από σιωπηλά ταλαντούμενα σφυριά
το σημείο που με άγγιζε το μάτι της φτερούγας.
Από πίσω,
ανοιγμένο στον τοίχο,
το σκαλοπάτι,
πάνω του κάθεται η ενθύμηση.
Προς τα εδώ
αργοσταλάζει, από νύχτες φορτωμένη με δώρα,
μια φωνή,
που από εκείνη το ελιξίριο αντλείς

(Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης)

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Paul Celan: Μπορώ ακόμα να σε βλέπω


Μπορώ ακόμα να σε βλέπω: μια αντήχηση,
ψηλαφήσιμη με αφής
λέξεις, στου αποχαιρετισμού
την κορυφογραμμή

Το πρόσωπό σου διστάζει ανεπαίσθητα,
όταν ξαφνικά
φέγγει σαν λάμπα
μέσα μου, στο σημείο,
όπου λέγεται το πιο οδυνηρό Ποτέ.

Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Triumvirat



Στον Δημήτρη στον Μάνο και στον Γιάννη

Συναντήθηκαν στο συνοικιακό φροντιστήριο Αγγλικών στην Καλλιθέα. Οι δύο ήταν συμμαθητές στο ίδιο σχολείο, ο τρίτος πήγαινε σε άλλο. Όλοι τους είχαν ένα κοινό στοιχείο, κατάγονταν από μακριά. Ο ένας από την Κρήτη, ο δεύτερος από την περιοχή του Μετσόβου, ο άλλος από την Ίμβρο. Οι δύο πρώτοι ήρθαν ως παιδιά οικονομικών μεταναστών, ο τρίτος έφυγε νύχτα με την οικογένειά του, διαφεύγοντας από επισφαλή παραμονή. Ο πατέρας του ηπειρώτη μαθητή ήταν οικοδόμος και η μάνα βιομηχανική εργάτρια. Οι γονείς του κρητικού ασχολούνταν με τη ραπτική. Ο πατέρας του ιμβριώτη ήταν υπάλληλος σε μπακάλικο, η δε μάνα έφτιαχνε στο σπίτι αμπαζούρ για ένα μαγαζί. Έμεναν σε στενάχωρα διαμερίσματα, ο πρώτος σε υπόγειο, ο δεύτερος σε υπερυψωμένο ισόγειο κι ο τρίτος σε όροφο, του οποίου ο χρόνος έχει σβήσει τον πιθανό αριθμό 2. Διάβαζαν λογοτεχνία, άκουγαν μουσική στο ξύλινο πικάπ ενός ευκατάστατου άλλου φίλου, ή ραδιοφωνικά από την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη και το αμερικανικό χιτ παρέιντ από τον ραδιοσταθμό του αμερικανικού στόλου, ερωτεύονταν με κοντινά κορίτσια ή διά αλληλογραφίας, έφτιαξαν λευκώματα και έγραψαν σε άλλων για να αυτοπροσδιοριστούν και να αποσπάσουν γνώμες, έτριψαν με χλωρίνη τα φτηνά  εγχώρια τζιν για να εκδηλώσουν την αντισυμβατικότητά τους, διέσχισαν ιδεολογικούς διαδρόμους, πολιτικοποιήθηκαν, πήγαν σε φροντιστήρια, πέρασαν σε διαφορετικές σχολές στην Αθήνα, χάθηκαν, εντάχθηκαν σε μεγαλύτερες παρέες και διαφορετικές αναζητήσεις, πήραν πτυχίο, συνέχισαν άλλες σπουδές και καλλιτεχνικές αναζητήσεις, έκαναν οικογένεια με γυναίκες που αγάπησαν, εγκαταστάθηκαν σε διαφορετικές πόλεις, εργάστηκαν και οι τρεις στην εκπαίδευση σε περιζήτητα σχολεία, έγραψαν βιβλία, ο κόσμος αλλάζει, εκείνοι αλλάζουν, τα παιδιά τους τούς μοιάζουν και τους αμφισβητούν, εκείνοι τα προλαβαίνουν κι αμφισβητούν τον εαυτό τους και προχωρούν, γνωρίζονται μεταξύ τους και συνάμα είναι άγνωστοι. Έρχονται κάποτε στιγμές που επιστρέφουν στη γυμνασιακή ηλικία, συνωμοτούν με το μέλλον του μέλλοντος, ανταλλάσσουν γνώμες, ξαναπαίρνουν τη μοναχική τους πορεία.

Αγαθοκλής Αζέλης

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Στο εργοστάσιο


Ε
ίχε καθιερωθεί, τα καλοκαίρια του λυκείου να δουλεύει κάπου. Μόλις ανάρρωσε από την υπερκόπωση των πανελληνίων, ο πατέρας του, ο οποίος λόγω της κρίσης της οικοδομής είχε βρει δουλειά μέσω ενός φίλου του σε εργοστάσιο μεταλλικών επίπλων, πήρε μια μέρα και τον γιο, για να ζητήσει δουλειά. Ο υπεύθυνος τον προσέλαβε βοηθό ηλεκτροσυγκολλητή. Θα έπαιρνε τα μεταλλικά ελάσματα από μια ντάνα και θα τα τοποθετούσε κατάλληλα, ώστε ο μάστορας να κάνει τη συγκόλληση και να φτιάξει τον σκελετό για σχολικά καρεκλάκια και θρανία. Αγόρασε ένα ζευγάρι ειδικά γυαλιά από το Μοναστηράκι, για να προστατεύεται από τα γρέζια. Του έδωσαν και μια μπλε φόρμα εργασίας, η οποία αργότερα θα έπαιρνε τον ρόλο πιτζάμας. Το μεροκάματο κρατούσε εννιά ώρες και κανένα δίωρο οι διαδρομές από τα Ιλίσια στον Ταύρο κι αντιστρόφως. Μολονότι γυμνασμένος, όταν γυρνούσε στο σπίτι δεν είχε κουράγιο για φαγητό. Έπεφτε συνήθως με τα ρούχα στο κρεβάτι, ξυπνούσε κατά τις δέκα, έτρωγε και συνέχιζε την προετοιμασία του σώματος για την επόμενη μέρα. Στο εργοστάσιο έκανε συνεχώς τις ίδιες κινήσεις, όμως στη διαδρομή χάζευε από το παράθυρο του "υπηρεσιακού" λεωφορείου. Ο πρώτος μάστορας στον οποίο τον έδωσαν ήταν ο Ν., καλό παιδί από την Άρτα. Τον νοιαζόταν και κατά καιρούς του έλεγε να πάει για ένα δεκάλεπτο στην τουαλέτα. "Εσύ θα μάθεις γράμματα", του έλεγε, "και θα κάνεις άλλη δουλειά. Θέλω να με θυμάσαι με καλό τρόπο." Αυτή η υποστήριξη τον βοηθούσε να αντέχει τον μόχθο και την έντονη μυρωδιά καμένου μετάλλου. Όμως μετά από λίγο καιρό τον έδωσαν σε άλλον τεχνίτη, τον Γ., που κυνηγούσε τη δουλειά κι έβγαζε παραγωγή. Αυτός δεν είχε κουβέντες, ήθελε το πριμ παραγωγικότητας κι επέβαλε τον ρυθμό του στον άμαθο μικρό. Ούτε λόγος για τουαλέτα, ούτε εικονική ούτε αναγκαία. Για οικονομία χρόνου δεν άφηνε τον βοηθό να φοράει τα γυαλιά όταν ο ίδιος κολλούσε. Ήταν θέμα χρόνου να φύγει ένα βιαστικό γρέζι και να χτυπήσει το παιδί στο μάτι. Ο οφθαλμίατρος, καθώς του έβαζε τη γάζα, συνέστησε αποχή λίγων ημερών. Εκείνες ακριβώς τις ημέρες το έφερε η τύχη να βγουν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών εξετάσεων. Σαν όνειρο του φαινόταν ότι θα φοιτούσε στη Φιλοσοφική Αθηνών, δίπλα στο σπίτι του δηλαδή. Το εργοστάσιο δεν θα ήταν πλέον αναγκαίο κι από τα θρανία θα πήγαινε στα έδρανα. Ο προσωπάρχης προσπάθησε να τον μεταπείσει και πριν πει τον τελευταίο, πικρό, λόγο για αχαριστία, του υποσχέθηκε προοπτική δουλειάς γραφείου. Φεύγοντας πέρασε από τη μονάδα παραγωγής και αποχαιρέτησε τον Ν. Σε εκείνον πήγε πρώτα ο νους του, καθώς τακτοποιούσε πρόσφατα σε ένα ντοσιέ τα μηχανογραφημένα ένσημα εκείνου του σύντομου καλοκαιριού, που τον τοποθετούσαν στην κατηγορία των "παλιών ασφαλισμένων" εκπαιδευτικών. Αυτόν και τον πατέρα του, με τον οποίο διασταυρώθηκε το τελευταίο του βλέμμα, καθώς πάσχιζε να κουμαντάρει ένα τεράστιο κλαρκ με μεταλλικά ελάσματα.

Αγαθοκλής Αζέλης

Μετακομίζοντας


Τον εντυπωσίαζε πάντα το όνομα Μπόσκος, το οποίο έβγαινε με ευγνωμοσύνη από τα χείλη των γονιών του. Κάποτε τον επισκέφθηκαν στο σπίτι που έμενε, άτεκνος, με τη σύζυγό του, ηλικιωμένος με καπέλο που αργότερα θα έβλεπε σε ηθοποιούς του παλιού κινηματογράφου. Σε μελλοντικό χρόνο θα πληροφορείτο ότι στο σπίτι αυτού του ζευγαριού ξενοδούλευε η μάνα στην πρώτη φάση της ζωής της στην πρωτεύουσα κι ήταν αυτό το σπάνιο όνομα που τη φιλοξένησε παντρεμένη, μαζί με τον σύζυγο, οικονομικούς μετανάστες στην προδικτατορική Αθήνα, μέχρι να βρουν μετά από μήνες το πρώτο τους κατάλυμα. Όταν ο γιος θα σπούδαζε δεκαετίες αργότερα σερβοκροάτικα, θα έβρισκε έναν Μπόσκο πρόσωπο σε κάποιο γλωσσικό εγχειρίδιο, ανακάλυψη η οποία θα περιέπλεκε περισσότερο τη σκέψη του, αφού δεν είχε πλέον ποιον να ρωτήσει. Το πρώτο κατάλυμα ήταν μια ολόκληρη ανεγειρόμενη οικοδομή στην Καλλιθέα. Για την ακρίβεια ήταν ένα μετά το άλλο τα διαμερίσματα που ολοκληρώνονταν μέχρι να αποπερατωθεί η πολυκατοικία. Ένα σιδερένιο ημίδιπλο κρεβάτι με χαλασμένο σουμιέ που τον ενίσχυαν με χαρτόνια και κλινοσκεπάσματα από κάτι φλοκάτες του χωριού, ήταν η βασική επίπλωση, και μια γκαζιέρα ο τεχνολογικός εξοπλισμός κουζίνας. Κάθε φορά που παρέδιδε ο εργολάβος ένα διαμέρισμα, μετακόμιζαν στο επόμενο δωρεάν κατάλυμα. Όταν τα εξάντλησαν, μετακινήθηκαν σε δωμάτιο διώροφου νεοκλασικού στο Θησείο, Δημοφώντος 22, στο οποίο μοιράζονταν το ενοίκιο με συγκάτοικο έναν ανιψιό, μέχρι να φέρουν και τα υπόλοιπα τέσσερα μέλη της οικογένειας από το χωριό. Προστέθηκαν λοιπόν δύο ακόμη ημίδιπλοι τριζάτοι σουμιέδες. Δεν άφηναν τον μικρό να βγει στο συμβολικού μεγέθους σαθρό μπαλκόνι, μολονότι τον ενθουσίαζε η ιδέα, όπως άλλωστε τον εντυπωσίαζε μια φορά τον μήνα η φωνή της σπιτονοικοκυράς: "Αδελφούλα, το νοίκι! Έχω υποχρεώσεις!" Από τον φωταγωγό ήταν που ένα απόγευμα ο αψίκορος πατέρας πέταξε την απείθαρχη γκαζιέρα στον φωταγωγό, πριν αγοράσει καινούργια μεταχειρισμένη. Αυτή θα ήταν το πολύτιμο απόκτημα στο νέο κατάλυμα, στην Ηρακλειδών 61, στα Πετράλωνα. Σε προσφυγική αυλή, με δωμάτια γύρω γύρω, έναν κοινόχρηστο τούρκικο χαλέ στη μέση και μια βρύση σε μια άκρη. Έμεναν λογής λογής άνθρωποι κι ο μικρός είχε απαγορευτικό να κινείται χωρίς επίβλεψη. Εκεί ο τελευταίος μίλησε τα πρώτα του ελληνικά, πάντα με αιδώ και στα κρυφά. Οι αιματηρές οικονομίες και η υπερεργασία των γονέων τούς βοήθησαν να μαζέψουν προκαταβολή και να αγοράσουν ένα υπόγειο δυάρι στην οδό Ναυσικάς στην Καλλιθέα. Όταν μετακόμισαν, είδαν τον παράδεισο επί της γης! Είχε ιδιωτικό λουτροκαμπινέ, κουζίνα και ένα μέσον θέρμανσης που ονομάζονταν καλοριφέρ. Από εκεί άρχισαν να αποχωρούν περνώντας τα χρόνια, πρώτα η σορός της γιαγιάς για το χωριό, μετά οι αδελφές ως νύφες, και τέλος οι τρεις εναπομείναντες, οι οποίοι μετακόμισαν σε νέο μικρό ιδιόκτητο στην Ισδρακίου, στα Άνω Ιλίσια, από όπου αργότερα θα σκόρπιζαν, πρώτα ο πατέρας για το κοιμητήριο, μετά ο γιος για μεταπτυχιακά στο εξωτερικό, στο τέλος η χήρα μάνα με την οικογενειακή οικοσκευή στη Χρυσοστόμου Σμύρνης στην Καλλιθέα. Σε κάποια από τις τελευταίες μετακομίσεις ο μεσήλικας πλέον γιος συνειδητοποίησε ότι τα ονόματα των οδών των σπιτιών στα οποία διέμεινε, έχτιζαν βήμα βήμα το πεπρωμένο του. Όλα ήταν ονόματα σχετιζόμενα με τις σπουδές του, ακόμη κι αυτά που οδήγησαν μακριά από την Καλλιθέα: Δροσίνη, Περσεφόνης, Γαριβάλδη, Ί. Δραγούμη, εκπήγαζαν από το παρελθόν του και προσήμαιναν το μέλλον του. Μολονότι δεν ήταν προληπτικός, αναρωτήθηκε πρόσφατα τι μπορεί να προοικονομούσε η επιλογή νέας θέσης εργασίας, που ήταν σαν δεύτερο σπίτι του, μεταβαίνοντας από τη Δημοκρίτου στην οδό Αργοναυτών!

Αγαθοκλής Αζέλης

Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2019

Νερό και φωτιά (Paul Celan)



Έτσι λοιπόν σ’  έριξα στον πύργο και είπα μια λέξη

                                                στα έλατα,

Κι από εκεί αναπήδησε μια φλόγα, σου πήρε μέτρα για φόρεμα, το

                                      νυφικό σου φόρεμα:



Φωτεινή είν’ η νύχτα,

φωτεινή είν’ η νύχτα, που για μας καρδιές εφηύρε,

φωτεινή είν’ η νύχτα!



Φωτίζει μέχρι μακριά, στο πέλαγος

ξυπνά τα φεγγάρια στον πορθμό και τ’ ανορθώνει σε αφρισμένα τραπέζια

τα ξεπλένει καλά απ’ τον χρόνο:

Νεκρό ασήμι, ζωντάνεψε, γίνε λεκάνη και γαβάθα σαν κογχύλι.



Το τραπέζι κυματίζει καθώς οι ώρες περνούν

Ο αέρας γεμίζει τις κούπες,

η θάλασσα αναδεύει τις τροφές, την πλησιάζουν:

το περιπλανόμενο μάτι, το θυελλώδες αυτί

Το ψάρι και το φίδι –



Το τραπέζι κυματίζει ολημερίς

και από πάνω μου επαίρονται οι σημαίες των λαών

και δίπλα μου οι άνθρωποι λάμνουν τα φέρετρα

                             προς την ξηρά

Κι από κάτω μου ουρανώνει κι αστεριάζει σαν στην πατρίδα τ’ Αη Γιαννιού

Κι αναβλέπω προς εσένα

πυρπεριηλιωμένη

Σκέψου το χρόνο που η νύχτα ορειβατούσε μαζί μας

σκέψου, ότι ήμουν ό,τι είμαι:

ένας αφέντης των μπουντρουμιών και του πύργου

μια πνοή μες στα έλατα, ένας λαγουμιτζής στη θάλασσα

μια λέξη, που φλεγόμενη κατεβαίνεις ν’ αγγίξεις.




Μετάφραση: Αγαθοκλής Αζέλης